Supreme Court dismisses appeal on lack of reasoning regarding employer status and unpaid social security contributions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn a lower court's conviction for non-payment of social security contributions. The appellant argued the judgment lacked specific reasoning regarding his identity as an employer and failed to list the employees' names and salaries. The court held that these details were not essential for the conviction's validity and that the failure to read certain documents did not render the trial void.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 and 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; The specific identification of the employer's status and the individual employees' details is not required for the sufficiency of the reasoning in a conviction for non-payment of social security contributions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2093 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2093/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Παπαηλιού, ορισθέντα με την υπ'αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου, περί αναιρέσεως της 6280/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 597/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, τιμωρείται, με τις στην διάταξη αυτή οριζόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγόμενους κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους παραπάνω Οργανισμούς, εντός ενός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 της προδιαληφθείσης διατάξεως, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό να τις αποδώσει στους ανωτέρω, κατά της παρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους Οργανισμούς τούτους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προς στοιχειοθέτηση του μη γνησίου εγκλήματος παραλείψεως της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η οφειλή του υπόχρεου, η ιδιότητα αυτού, ως εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που τον βαρύνουν ατομικώς καθώς και εκείνων που προέρχονται από παρακράτηση υπό τούτου των βαρυνουσών εργατικών εισφορών και η μη καταβολή τους εντός ενός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τον Ασφαλιστικό Οργανισμό,στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, ενώ, ως χρόνος καταβολής των τοιούτων εισφορών και συγκεκριμένα προς το ΙΚΑ ορίζεται, κατά μεν το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, το ημερολογιακό τέλος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, το ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει προς το ΙΚΑ τις εισφορές μέχρι το τέλος του επόμενου από τον ορισθέντα χρόνο μηνός.
Από τα προπαρατεθέντα προκύπτει, ότι δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ 1 και άρθρο 2 του ΑΝ. 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσον χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών.
Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. (Ολ.ΑΠ 1/1996).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως, δια την οποίαν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζον ως Εφετείο εδέχθη, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος 84 παρ.2 β' διότι στην ..... κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-00 έως 31-1-02 τυγχάνων εργοδότης και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", με αντικείμενο δραστηριότητος τη βιοτεχνία εντύπων και έχοντας απασχολήσει κατά την περίοδο 1-3-00 έως 31-12-01 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης επ'αμοιβή εργασίας που ασφαλίζονταν στο ΙΚΑ, με πρόθεση δεν κατέβαλε σ'αυτό τις κάτωθι ασφαλιστικές εισφορές εντός του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του άνω προσωπικού, ήτοι :
α) τις βαρύνουσες τον ίδιο ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές), ποσού 33.374,00 € και β) τις ήδη παρακρατηθείσες υπ'αυτού εργατικές εισφορές ποσού 16.687,01 €, ήτοι συνολικά 50.061,04 €. Πρέπει, όμως, να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 β' ΠΚ, ενόψει του ότι οδηγήθηκε στις άνω πράξεις του από αίτια μη ταπεινά.
Να σημειωθεί ότι στα στοιχεία της δικογραφίας δεν περιλαμβάνεται η ΠΕΕ, η ανάγνωση της οποίας ζητήθηκε από τον πληρεξούσιο της κατηγορουμένης ούτε και προσκομίσθηκε απ' αυτόν. Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχον τον αναιρεσείοντα μετ' ελαφρυντικού άρθρ. 84 παρ. 2 β' ΠΚ του ότι: Στην ..... κατά το χρονικό διάστημα από 30-4-00 έως 31-1-02 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία .....
και Σία ΟΕ και ΑΜΕ ή ΑΜΟΕ ..... (ΑΓΜ .....) Υποκατάστημα ΙΚΑ Αλεξάνδρας, είδος επιχείρησης Βιοτεχνία Εντύπων και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/03/2000 έως 31-12-2001 + ΔΧ 10 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο 'Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 50.061,04 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία.
Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό ..... ΠΕΕ, στην οποία αναγράφονται (4) μισθωτοί με ύψος αποδοχών 101267, 14 ευρώ συνολικά. 1. 'Εχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για το Ειδικό Λογαριασμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων βάσει των ημερών απασχόλησης), ποσού 33.374,03 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2. 'Εχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 16.687,01 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ'αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστη γι'αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Με αυτά που εδέχθη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 το Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες επείσθηκε για την ενοχή του καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό προμνημονευθεντα περιστατικά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967 και 375 παρ. 1 ΠΚ που εφήρμοσε.
Ειδικότερα αναφέρεται στην πληττομένη απόφαση το ύψος των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, ο εργοδότης που απησχόλησε τους μισθωτούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας ως οικοδόμους το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί εκ του οποίου αναγκαίως εξάγεται και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, κατά τα προαναπτυχθέντα, μη απαιτουμένης ειδικότερης αναφοράς του χρόνου τελέσεως των μερικοτέρων πράξεων, η οποία (αναφορά τελέσεως) είναι αναγκαία όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, ο ασφαλιστικός οργανισμός (ΙΚΑ), στον οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη και δη ως νομίμου εκπροσώπου της άνω επιχειρήσεως από την οποία (ιδιότητα ως εργοδότη) απορρέει και η υποχρέωση του για την καταβολή των εισφορών.
Εκτός από τα άνω στοιχεία δεν ήτο απαραίτητο για την επάρκεια της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται και ο αριθμός των μισθωτών, ο χρόνος που εργάστηκε καθένας απ' αυτούς, το ύψος των αποδοχών του και άλλα στοιχεία της εργασιακής σχέσης τους με τον οφειλέτη των εισφορών αναιρεσείοντα.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ' περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση εκ του ότι δεν αναφέρεται σαφώς η ιδιότης του αναιρεσείοντος ως υποχρέου ως και του ότι δεν αναφέρεται ποίοι ήσαν οι εργαζόμενοι και ο μισθός εκάστου ως και τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, προς δε και ότι αναφέρεται μόνο στο διατακτικό ότι οι μισθωτοί απησχολήθηκαν ως οικοδόμοι (ενώ η εταιρία έχει αντικείμενο βιοτεχνία εντύπων), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1 και 364 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν ληφθούν υπ'όψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία για την στήριξη της κατηγορίας έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικά τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπ'όψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η Πράξη Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ), υπ'άριθμ. ....., δεν συνοδεύει την μηνυτήρια αναφορά του Διευθυντού του υποκαταστήματος του ΙΚΑ, καίτοι αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της δικογραφίας, και εφ'όσον δεν ανεγνώσθη, ο αναιρεσείων δεν μπόρεσε να αποκρούσει την κατηγορία.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η άνω ΠΕΕ αποτελεί το αντικείμενο της αξιοποίνου πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 1 του Ν. 86/1967, συνετάγη για την μη καταβολή των εισφορών, για τις οποίες και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων και ελήφθη υπ'όψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, ενώ όπερ και κυριώτερο, ούτος κατ'ουδέν αμφισβήτησε τα ποσά αυτής, Συνεπώς ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-3-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6280/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ