Legislator Case Law & Legislation
2093/2006 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request as new evidence does not prove innocence or heavier crime.

Case Number 2093/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the applicant's request for a retrial following a final conviction for fraud and forgery. The applicant argued that newly discovered documents and expert opinions proved his innocence or that he committed a more serious crime. The court rejected this, ruling that the evidence was not truly new as it had been previously examined and considered by the lower court, and that even if the employee forged documents, it did not absolve the applicant of liability.

Legislator headnote

AI generated

Art. 525 para. 1 KPD; Art. 527 para. 3 KPD: A retrial is only permitted if new facts or evidence clearly prove innocence or a heavier crime, and the court must assess whether such evidence was genuinely unknown and not previously evaluated.

Keywords

AI generated
retrial request new evidence standard final conviction forgery charges fraud prosecution innocence proof procedural law

Cited Legislation

AI generated
Art. 525 para. 1 KPD
Art. 527 para. 3 KPD
Art. 583 para. 1 KPoind

Cited Case Law

AI generated
AP 408/98
514/95 ME 804
810/94
ΜΗ/1059, 514/95 ΜΕ 804, 810/94 και 1744/93 Π.Χρ.
1744/93
ΜΗ/1059, 514/95 ΜΕ 804, 810/94 και 1744/93 Π.Χρ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2093 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2093/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγήτή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντοςΧ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσίπρα για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 1391/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Nοεμβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2021/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα με αριθμό 45/1-2-2006 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας κατ΄αρ. 527 παρ. 3 ΚΠΔ την εγχειρισθείσα την 23.11.2005 υπό τουΧ, αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, κατά της υπ΄αρ. 1391/2004 αμετάκλητης αποφάσεως του Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την οποία ο αιτών κατεδικάσθη σε συνολική ποινή πέντε (5) μηνών η οποία ανεστάλη για τρία (3) χρόνια για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ΄εξακολούθηση και απάτης και εκθέτω τα εξής:

Κατά την διάταξη του αρ. 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάσθηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα μόνο στις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η υπ΄αρ. 2 προβλεπόμενη περίπτωση, κατά την οποία μετά την οριστική καταδίκη κάποιου απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό με τις προσκομισθείσες, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που στην πραγματικότητα έχει τελέσει.

Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που να εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε (ΑΠ 408/98 Π.Χρ.

ΜΗ/1059, 514/95 ΜΕ 804, 810/94 και 1744/93 Π.Χρ. ΜΔ 810 και 76 κ.ά.). Δεν δύνανται όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς έστω και κατ΄εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφ΄όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ως στρεφομένη κατ΄αμετάκλητης αποφάσεως δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1336/01 Π.Χρ.

ΝΒ 540-ΑΠ 557/02 Π.Χρ. ΝΓ 37).

Είναι αυτονόητο ότι δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα ενός καταδικασθέντος νέες αποδείξεις που στηρίζονται σε μαρτυρίες που περιέχουν κριθέντα γεγονότα ή έγγραφα ή μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες έχουν τεθεί ήδη υπόψη του δικάσαντος Δικαστηρίου.

Επομένως η κρινομένη αίτηση περί επανάληψης διαδικασίας που περατώθηκε με την ως άνω μνημονευομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, στηριζομένη σε νέα γεγονότα και αποδείξεις που επικαλείται ο αιτών ότι αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη της και καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος για τις πράξεις που καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου Σας κατά τις διατάξεις των αρ. 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που έκρινε κατ΄ουσία την υπόθεση (ΑΠ 626/72 Π.Χρ. ΚΒ 752), ο αιτών στο ..., την 30-9-1997, τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) Με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού.

Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο υπέγραψε α) αίτηση για χορήγηση προσωπικού δανείου επ΄ονόματι της εγκαλούσας Ζ προς τον πιστωτικό Συνεταιρισμό Αργολίδας και β) το ιδιωτικό έγγραφο της υπ΄αριθμ. 46/30-9-1997 συμβάσεως προσωπικού δανείου, ποσού 600.000 δρχ. του πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας προς την ανωτέρω εγκαλούσα, θέτοντας στα πιο πάνω έγγραφα κατ΄απομίμηση της γνήσιας και χωρίς την πληρεξουσιότητα και τη συναίνεση αυτής, την υπογραφή της Ζ και στη συνέχεια χρησιμοποίησε την μεν αίτηση, υποβάλλοντας αυτή στον Πιστωτικό Συνεταιρισμό, τη δε σύμβαση του δανείου (στην οποία υπήρξε και εγγυητής), προκειμένου να αναλάβει από την Εμπορική Τράπεζα Κρανιδίου, μετά από σχετική εντολή του Πιστωτικού Συνεταιρισμού το ποσό 462.852 δρχ. που αντιστοιχούσε σε υπόλοιπο οφειλής προς την εγκαλούσα από την ως άνω σύμβαση δανείου.

Β) Με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έπεισε τη διοίκηση του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας να χορηγήσει δήθεν προς την εγκαλούσα Ζ δάνειο 600.000 δρχ. με εγγυητή τον ίδιο παρουσιάζοντας ως προερχόμενη από την ίδια την ανωτέρω εγκαλούσα την με ημερομηνία 30-9-1997 αίτηση για χορήγηση προσωπικού δανείου ενώ η αίτηση αυτή δεν ήταν προϊόν της βουλήσεως της εγκαλούσας και η υπογραφή της αιτούσας στο κείμενο της αίτησης δεν ήταν γνήσια αλλά τέθηκε κατ΄απομίμηση της γνήσιας από τον ίδιο χωρίς δικαίωμα προς τούτο και τη συναίνεση της εγκαλούσας.

Με τον τρόπο αυτό έπεισε τη διοίκηση του Πιστωτικού Συνεταιρισμού να δεχθεί την αίτηση να υπογράψει την υπ΄αρ. 46/97 σύμβαση προσωπικού δανείου 600.000 δρχ. προς την Ζ και να χορηγήσει στον ίδιο, ως εγγυητή, το ποσό των 462.852 δρχ. μέσω της εντολοδόχου Εμπορικής Τράπεζας Κρανιδίου, ως υπόλοιπο της ανωτέρω συμβάσεως, προκαλώντας ζημία 600.000 δρχ. στην εγκαλούσα, η οποία αγνοούσε την συγκεκριμένη σύμβαση δανείου και εκλήθη να εξοφλήσει τη σχετική οφειλή.

Τα νέα γεγονότα που επικαλείται ο αιτών τα οποία ισχυρίζεται ότι ήσαν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν την υπόθεση είναι ότι από γραφολογική εξέταση την οποία ενήργησε κατόπιν εντολής του αιτούντος ο..., δικηγόρος, δικαστικός γραφολόγος, προκύπτει ότι όλα τα επίμαχα έγγραφα φέρουν γνήσια υπογραφή και δεν πλαστογραφήθηκαν από τον αιτούντα.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της υπ΄αρ. 1391/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, προκύπτουν τα εξής:

Επί της υποθέσεως είχε ενεργήσει την 26.11.2003 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη η ... Επ΄αυτής ο γραφολόγος ... διαπίστωσε τις από 9.2.2004 παρατηρήσεις. Επί πλέον ο ως άνω γραφολόγος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας υπερασπίσεως του αιτούντος τότε κατηγορουμένου.

Τα στοιχεία που επικαλείται ο αιτών δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας αφού ήδη είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και είχαν αναπτυχθεί οι υπερασπιστικές θέσεις αυτού υπό του ιδίου γραφολόγου, ο οποίος μετά παρέλευση έτους από της αμετακλήτου εκδικάσεως της υποθέσεως συνέταξε νέα πραγματογνωμοσύνη. Σύμφωνα με τα παραπάνω θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στη δικαστική δαπάνη της παρούσας.

Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί ως αβάσιμη η εγχειρισθείσα την 23.11.2005 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του, κατά της υπ΄αρ. 1391/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ελευθέριος Βορτσέλας

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση, τον αιτούντα και τον πληρεξούσιο αυτού που είπαν όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι

.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες σ'αυτήν περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη κατά την οποία, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασία γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ΄εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας , ως στρεφόμενη κατ΄αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ΄έκτακτη διαδικασία.

ΙΙ. Εξάλλου κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).

Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει, να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, με αριθμό εγχειρήσεως 9986/23-11-2005 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1391/26-10-2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, λόγω μη ασκήσεως κατ΄αυτής εντός της νομικής προθεσμίας του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ο αιτών είχε καταδικασθεί α) για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ΄εξακολούθηση και β) για απάτη και επιβλήθηκε σ'αυτόν ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, αντίστοιχα, και συνολικά ποινή πέντε (5) μηνών φυλακίσεως, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του, για το λόγο ότι από τα επικαλούμενα νέα γεγονότα και στοιχεία, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται) ότι δεν τέλεσε τις πράξεις της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση και της απάτης για τις οποίες καταδικάστηκε αμετάκλητα, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 στοιχ.2 ΚΠοινΔ παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τα άρθρα 527 παρ.3 και 528 παρ.1 ΚΠοινΔ, πρέπει να εξεταστεί κατ΄ουσίαν.

Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και ειδικότερα από τα πρακτικά και το διατακτικό της προσβαλλόμενη 1391/2004 απόφασης, του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε με παρόντα τον αιτούντα (κατηγορούμενο) και έχει καταστεί αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως κατ΄αυτής εντός της νομίμου προθεσμίας αιτήσεως αναιρέσεως (βλ.

την υπ'αριθμ. 116/17-11-2005 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου και το με αριθμ. πρωτ. 3462/16-11-2005 πιστοποιητικό του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου) προκύπτει ότι ο αιτών (κατηγορούμενος) έχει καταδικασθεί για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ΄εξακολούθηση και απάτη. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αιτών "Στο Ναύπλιο στις 30-9-1997 Α) Με πρόθεση και με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού.

Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο υπέγραψε α) αίτηση για χορήγηση προσωπικού δανείου επ'ονόματι της εγκαλούσας Ζ προς τον πιστωτικό Συνεταιρισμό Αργολίδας και β) το ιδιωτικό έγγραφο της υπ'αριθμ. 46/30-9-1997 συμβάσεως προσωπικού δανείου, ποσού 600.000 δραχ. του πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας προς την ανωτέρω εγκαλούσα, θέτοντας στα πιο πάνω έγγραφα κατ΄απομίμηση της γνήσιας και χωρίς την πληρεξουσιότητα και τη συναίνεση αυτής, την υπογραφή της Ζ και στη συνέχεια χρησιμοποίησε την μεν αίτηση, υποβάλλοντας αυτή στον Πιστωτικό Συνεταιρισμό, τη δε σύμβαση του δανείου (στην οποία υπήρξε και εγγυητής), προκειμένου να αναλάβει από την Εμπορική Τράπεζα Κρανιδίου, μετά από σχετική εντολή του Πιστωτικού Συνεταιρισμού το ποσό 462.852 δραχ.

που αντιστοιχούσε σε υπόλοιπο οφειλής προς την εγκαλούσα από την ως άνω σύμβαση δανείου. Β) Με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έπεισε τη διοίκηση του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας να χορηγήσει δήθεν προς την εγκαλούσα Ζ δάνειο 600.000 δραχ.

με εγγυητή τον ίδιο παρουσιάζοντας ως προερχόμενη από την ίδια την ανωτέρω εγκαλούσα την με ημερομηνία 30-9-1997 αίτηση για χορήγηση προσωπικού δανείου, ενώ η αίτηση αυτή δεν ήταν προϊόν της βουλήσεως της εγκαλούσας και η υπογραφή της αιτούσας στο κείμενο της αίτησης δεν ήταν γνήσια, αλλά τέθηκε κατ΄απομίμηση της γνήσιας από τον ίδιο χωρίς δικαίωμα προς τούτο και τη συναίνεση της εγκαλούσας.

Με τον τρόπο αυτό έπεισε τη διοίκηση του Πιστωτικού Συνεταιρισμού να δεχθεί την αίτηση να υπογράψει την υπ'αριθμ. 46/97 σύμβαση προσωπικού δανείου 600.000 δραχ. προς την Ζ και να χορηγήσει στον ίδιο, ως εγγυητή, το ποσό των 462.852 δραχ. μέσω της εντολοδόχου Εμπορικής Τράπεζας Κρανιδίου, ως υπόλοιπο της ανωτέρω συμβάσεως, προκαλώντας ζημία 600.000 δραχ.

στην εγκαλούσα, η οποία αγνοούσε τη συγκεκριμένη σύμβαση δανείου και εκλήθη να εξοφλήσει τη σχετική οφειλή". Την κρίση του δε περί της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αιτούντος για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις στήριξε το Τριμελές Εφετείο στις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας Ζ (πολιτικώς ενάγουσας), ..., ..., προέδρου του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας, ..., ταμεία του ως άνω Συνεταιρισμού και υπεράσπισης ..., δικηγόρου-Δικαστικού Γραφολόγου, στα αναγνωσθέντα έγγραφα ανάμεσα στα οποία και α) η από 30-9-1997 αίτηση χορήγησης προσωπικού δανείου β) η υπ'αριθμ. 46/1997 σύμβαση προσωπικού δανείου γ) το από 30-9-1997 δελτίο πληροφοριών δ) η από 26-11-2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ...

και ε) οι από 9-2-2004 παρατηρήσεις του ..., δικηγόρου-Δικ.Γραφολόγου στην από 26-11-2003 πραγματογνωμοσύνη της ..., καθώς και στην απολογία του κατηγορουμένου και ήδη αιτούντος, ο οποίος, εκτός άλλων, είπε "Αρνούμαι την κατηγορία. 'Ημουν Αντιπρόεδρος του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας και έκανα κάποιες εξυπηρετήσεις.

Δηλαδή, οι δανειστές από την ..., αντί να τρέχουν στις Τράπεζας, έδιναν τα χρήματα σ'εμένα και εγώ όταν κατέβαινα στο ..., έφερνα τα χρήματα στον Συνεταιρισμό τακτοποιώντας τις οφειλές τους... Την αίτηση της Ζ μαζί με το δελτίο εγγυήσεων, τα κατέθεσε ο σύζυγός της ... Το δάνειο βγήκε στο όνομα της συζύγου του.

Την αίτηση την παρέλαβε η ... ή ο ... Τη σύμβαση την υπέγραψε ο Πρόεδρος και ως δανειολήπτης ή ο ... ή η σύζυγός του. Τα χρήματα, μπήκαν στο λογαριασμό μου, γιατί έπρεπε να πληρωθούν κάποια έξοδα...". 'Ηδη ο αιτών επικαλείται με την κρινόμενη αίτησή του και προσκομίζει ως νέα αποδεικτικά στοιχεία-άγνωστα στους Δικαστές που τον καταδίκασαν, τα οποία κάνουν φανερό ότι είναι αθώος για τα άνω εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε, τα εξής: 1) Την από 30-9-1997 αίτηση χορήγησης προσωπικού δανείου με τις σ'αυτή χειρόγραφες συμπληρώσεις της Ζ προς τον Πιστωτικό Συνεταιρισμό Αργολίδας 2) την από΄30-9-1997 σύμβαση προσωπικού δανείου με τις σ'αυτή χειρόγραφες συμπληρώσεις της Ζ μετά του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας 3) το από 30-9-97 ένταλμα πληρωμής 600.000 δραχ.

του αυτού ως άνω Συνεταιρισμού στο όνομα της Ζ, 4) το από 30-9-1997 Δελτίο Πληροφοριών Εγγυητή του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας 5) τη χωρίς ημερομηνία αίτηση της Ζ προς τον Πιστωτικό Συνεταιρισμό Αργολίδας 6) τις από 10-11-1997, 14-4-1999, 19-6-1999, 13-8-1999 και 13-5-2000 αποδείξεις είσπραξης στο όνομα της ... (που φέρουν γνήσια γραφή και υπογραφές της ...

και τη σφραγίδα του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας 7) τα από 14-4-1998, 21-7-1998 και 4-12-2000 γραμμάτια είσπραξης του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας στο όνομα της ... (με γνήσια γραφή και γνήσιες υπογραφές της ... 8) το από 6-11-2000 έγγραφο του Πιστωτικού Συντεταιρισμού αργολίδας προς το Πταισματοδικείο Ναυπλίου (με γνήσια γραφή της ... 9) την από 6927/30-11-2000 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Βάϊου Παπαναγιώτου (που περιέχει πέντε γνήσιες υπογραφές της ... 10) την από 11-10-1999 μήνυση της ...

προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου 11) την από 1-12-2003 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου με δύο γνήσιες υπογραφές της Ζ 12) το από 28-11-2003 απολογητικό υπόμνημα της Ζ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου 13) την από 3-5-2004 αίτηση της Ζ προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου 14) το από 4-4-2001 δείγμα υπογραφής της Ζ ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών 15) Δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικ.έτους 1998 της Ζ προς τη Δ.Ο.Υ.

Ζωγράφου και 16) την από 9-11-2005 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης με τα αναφερόμενα σ'αυτή πιο πάνω έγγραφα, του δικαστικού γραφολόγου ..., ο οποίος αποφαίνεται ότι οι υπογραφές της Ζ επί της από 30-9-1997 αιτήσεως χορήγησης προσωπικού δανείου προς τον Πιστωτικό Συνεταιρισμό Αργολίδας και επί της από 30-9-1997 σύμβασης προσωπικού δανείου της Ζ μετά του ως άνω Συνεταιρισμού, έχουν τεθεί από την υπάλληλο του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας ...

με σκαρίφημα ίδιας έμπνευσης στο οποίο έχουν εισέλθει ποσοτικά αρκετά υποκειμενικά στοιχεία του δικού της υπογραφικού τύπου που την υποδεικνύουν ως πλαστογράφο των υπογραφών αυτών. Από τα ανωτέρω γεγονότα και στοιχεία που επικαλείται ο αιτών ορισμένα και συγκεκριμένα : Η από 30-9-1997 αίτηση χορήγησης προσωπικού δανείου της Ζ προς τον Πιστωτικό Συνεταιρισμό Αργολίδας, η από 30-9-1997 σύμβαση προσωπικού δανείου της ίδιας μετά του ως άνω Συνεταιρισμού, το από 30-9-1997 Δελτίο πληροφοριών εγγυητή του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας και το από 6-11-2002 έγγραφο του ως άνω Συνεταιρισμού προς το Πταισματοδικείο Ναυπλίου, δεν είναι νέα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και συνεκτιμήθηκαν από τους δικαστές που εξέδωσαν την προαναφερόμενη καταδικαστική απόφαση.

Εξάλλου ο γραφολόγος ... που συνέταξε την προαναφερθείσα από 9-11-2005 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, διατύπωσε τις από 9-2-2004 παρατηρήσεις του στην από 26-12-2003 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της ..., οι οποίες (παρατηρήσεις), όπως προαναφέρθηκε, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση, επί πλεόν δε ο ίδιος ως άνω γραφολόγος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και ήδη αιτούντος και ανέπτυξε τις υπερασπιστικές θέσεις του τελευταίου, οι οποίες συνεκτιμήθηκαν από τους δικαστές που εξέδωσαν την 1391/2004 καταδικαστική απόφαση.

Περαιτέρω, ο αιτών μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του για τις προαναφερόμενες πράξεις με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, ουδέποτε εξέφρασε έστω και υπόνοιες ότι δράστης των εν λόγω πράξεων είναι η υπάλληλος του Πιστωτικού Συνεταιρισμού Αργολίδας ..., κατά δε την εξέτασή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στο ακροατήριό του δεν έδωσε καμία πειστική απάντηση για ποιο λόγο η ανωτέρω υπάλληλος να συμπληρώσει τα μη έντυπα στοιχεία στα επίμαχα έγγραφα (από 30-9-1997 αίτηση χορήγησης προσωπικού δανείου προς τον ως άνω Συνεταιρισμό και την από 30-9-1997 σύμβαση προσωπικού δανείου ποσού 600.000 δραχμών) και να θέσει επ'αυτών την υπογραφή της Ζ, χωρίς την εντολή ή τη συναίνεση της τελευταίας, τη στιγμή μάλιστα που το ως άνω ποσό του δανείου κατατέθηκε στο όνομα του αιτούντος σε προσωπικό λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας Κρανιδίου.

Ενόψει αυτών τα ανωτέρω νέα γεγονότα και στοιχεία που επικαλείται ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς του, τόσο από μόνα τους, όσο και σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες δέχθηκε ότι αυτός τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ΄εξακολούθηση και της απάτης, δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός (αιτών) είναι αθώος των πράξεων αυτών για τον λόγο ότι δεν τέλεσε αυτές, αφού και με την εκδοχή ακόμη ότι δια του παρενθέτου προσώπου της ανωτέρω υπαλλήλου του Συνεταιρισμού συμπλήρωσε τα μη έντυπα στοιχεία των επίμαχων εγγράφων η διαφορετική μορφή συμμετοχής του στο αδίκημα της κατάρτισης πλαστών (ηθική αυτουργία) δεν τον απαλλάσσει της ευθύνης από την διάπραξη των συγκεκριμένων αξιοποίνων πράξεων.

Συνακόλουθα, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 16 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την 1391/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αιτούνται στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2006. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ