Legislator Case Law & Legislation
2092/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of construction claim due to procedural timeliness issues.

Case Number 2092/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a regional court decision rejecting their construction damage claim. The appellant argued the lower court erred by refusing compensation due to the untimely submission of a damage declaration, while the respondent contended the claim was procedurally barred. The court ruled that the lower court correctly rejected the claim based on procedural timeliness, not substantive invalidity, and that the appellant's arguments regarding substantive invalidity were inadmissible as they relied on non-essential reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(1) and 94(2) of the Constitution; Article 43(2) of the Constitution; Articles 176, 191, 193 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on non-essential reasoning regarding substantive invalidity is inadmissible when the lower court's decision rests on a distinct procedural ground such as timeliness.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal procedural timeliness essential reasoning construction damage claim inadmissible grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 8(1) of the Constitution
Article 94(2) of the Constitution
Article 43(2) of the Constitution
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 193 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2092 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2092/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: κοινοπραξίας με την επωνυμία "…" (ως οιονεί καθολικής διαδόχου της πρώην κοινοπραξίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως αναδόχου του έργου με τον τίτλο "…". Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Π. Γ. και Σ. Σ.. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει επί της οδού … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταμούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-5-2014 και 9-10-2014 προσφυγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πενταμελές Εφετείο Θράκης και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η απόφαση 50/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρ. 8§1 και 94§2 του Συντάγματος ορίζεται αντίστοιχα ότι "κανείς δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος" και ότι "στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει". Περαιτέρω ορίζεται με την παράγραφο 1 του άρθρ. 43 του Συντάγματος ότι "ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων...", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος "ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της", ενώ "εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό".

Με τις διατάξεις αυτές του άρθρ.43§2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, με νομοθετική προς τούτο εξουσιοδότηση, απευθυνόμενη κατ' αρχήν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος και ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων.

Η νομοθετική εξουσιοδότηση για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική επομένως διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, άσχετα αν είναι ευρεία ή στενή, δηλαδή αν περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Η ευρύτητα έτσι της εξουσιοδότησης δεν επηρεάζει το κύρος της, εφόσον το περιεχόμενό της είναι ορισμένο. Νομοθετική εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλα εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα της Διοίκησης, προκειμένου όμως να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα, νοούνται δε ως ειδικότερα θέματα εκείνα τα οποία αποτελούν κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης.

Απαιτείται επομένως στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ' ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.

Μάλιστα οι ουσιαστικές αυτές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων, σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2815/2004, ΟλΣτΕ 125/2009, ΟλΣτΕ 1210/2010, ΟλΣτΕ 1892/2010). Εξ άλλου με την παράγραφο 7 του άρθρ. 5 ν.2408/1996 ιδρύθηκε η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης εταιρείας, καθορίστηκε ο σκοπός της και ρυθμίστηκαν διάφορα θέματα της οργάνωσης και λειτουργίας της.

Ειδικότερα στο εδάφιο α' της παραγράφου αυτής, όπως το εδάφιο αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρ. 21 § 5 εδ.α' ν. 2521/1997, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ιδρύεται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία …, η οποία διέπεται από τον παρόντα νόμο και συμπληρωματικά από τον κ.ν.2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει. Η εταιρεία εποπτεύεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης (ήδη από τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κατά το άρθρ. 7§1 του π.δ.189/2009) και λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

Επ' αυτής έχουν εφαρμογής οι διατάξεις των παραγράφων 8, 9, 12, 13, 14, 15, 17 και 19 του άρθρ. 5 ν. 2229/1994.... Μέχρις εκδόσεως των κατά το άρθρ. 5§8 ν.2229/1994 κανονισμών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1418/1984, όπως ισχύει...".

Στη συνέχεια εκδόθηκε ο Κανονισμός Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (Κ.Α.Ε.Ε.) της εν λόγω εταιρείας, με το άρθρ. 46 του οποίου ορίσθηκε ότι κάθε διαφορά που ανακύπτει μέχρι την οριστική παραλαβή του έργου επιλύεται από το Εφετείο Αθηνών κατά τους ορισμούς του ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από την πόλη, νομό ή περιφέρεια που εκτελείται το έργο, κατά δε της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνον αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρ. 13 § 6 ν. 1418/1984.

Ο κανονισμός αυτός εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 117460 οικ/22.10.1997 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 970/31.10.1997) και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ. 24599/6.2.1998 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 114/12.2.1998). Απέκτησε έτσι ισχύ ουσιαστικού νόμου στο μέτρο που η εγκριτική αυτού υπουργική απόφαση καλύπτεται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, που κατά τα ανωτέρω παρασχέθηκε με το άρθρ. 5 § 7 εδ.α' ν. 2408/1996 σε συνδυασμό με την παράγραφο 8 του άρθρ. 5 ν. 2229/1994, στην οποία γίνεται ρητή παραπομπή.

Κατά τα οριζόμενα στην τελευταία αυτή παράγραφο, η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων των εταιρειών (πρόκειται για τις εταιρείες εκτέλεσης δημόσιων έργων), καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, σχετική με την ανάθεση μελετών, την εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών, εκτός εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα πλαίσια δε των διαδικασιών καθορίζονται με κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες Υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Όπως είναι σαφές, οι κανονισμοί αυτοί, στους οποίους παραπέμπει και το άρθρ. 5 § 7 εδ. α' ν. 2408/1996, μπορούν να ρυθμίζουν μόνον ειδικότερα θέματα σχετικά με τις διαδικασίες εκπόνησης των μελετών και εκτέλεσης των αναλαμβανόμενων έργων, όχι όμως και τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των σχετικών διαφορών, αφού είναι προφανές ότι η διαδικασία αυτή είναι διαφορετική και δεν καλύπτεται ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα των παραπάνω διατάξεων.

Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται τόσο από την προσθήκη νέου εδαφίου στην παράγραφο 8 του άρθρ. 5 ν. 2229/1994, που έγινε με το άρθρ. 7 § 1 ν. 2576/1999, σύμφωνα με το οποίο εδάφιο "με τους ανωτέρω κανονισμούς μπορεί να ρυθμίζεται και κάθε θέμα που αφορά στην ανάθεση και εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και κατασκευή των έργων και στη διενέργεια προμηθειών", όσο και από την προσθήκη νέου εδαφίου στο εδάφιο (ι') του άρθρ. 5 § 7 ν. 2408/1996, σύμφωνα με το οποίο νέο εδάφιο "με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 7 του άρθρ. 5 ν.2408/1996".

Για τη ρύθμιση δηλαδή της διαδικασίας δικαστικής επίλυσης των διαφορών από την εκτέλεση έργων της αναιρεσείουσας δεν αρκεί η έκδοση κανονισμού εγκρινόμενου με υπουργική απόφαση, αλλά απαιτείται η ρύθμιση να γίνεται με διάταξη νόμου, προεδρικό διάταγμα ή κανονισμό, εγκρινόμενο όμως με προεδρικό διάταγμα.

Ως εκ των ανωτέρω, η σχετική ρύθμιση που περιέχεται στο άρθρ. 46 του Κ.Α.Ε.Ε. της αναιρεσείουσας, είναι εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης και ως συνεπώς ανίσχυρη (ΑΠ 648/2011). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών που ανακύπτουν από την εκτέλεση των έργων που έχει αναθέσει η ως άνω ανώνυμη εταιρεία (…), τα οποία έχουν το χαρακτήρα δημοσίων έργων και για την εκτέλεση αυτών εφαρμόζονται οι ειδικότεροι κανόνες του ν. 1418/1984 και συνεπώς οι δημοσίας τάξεως διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του νόμου αυτού, μετά δε την Κωδικοποίηση της νομοθεσίας περί Δημοσίων Έργων εκείνες των άρθρων 76 και 77 του ν.3669/2008, που καθιερώνουν την τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας, που προηγείται της δικαστικής επίλυσης της διαφοράς ενώπιον του αρμοδίου κατά τόπον Εφετείου, εν όψει μάλιστα των σχετικών προβλέψεων του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (ΚΑΕΕ) της ανωτέρω εταιρείας, στον οποίον μνημονεύονται τα αρμόδια όργανα (Προϊσταμένη Αρχή, Διευθύνουσα Υπηρεσία) και διαλαμβάνεται πρόβλεψη (άρθρο 48 ΚΑΕΕ) για την άσκηση αιτήσεων θεραπείας.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1§1 και 3, 2§1 και 3 εδ. δ' του ν. 1418/1984 και ήδη άρθρο 1 του Ν. 3669/2008, με τον οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο όλες οι κείμενες διατάξεις που αφορούν στην κατασκευή των δημοσίων έργων, συνάγεται ότι τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της Χώρας, που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος, στην ασφάλεια της Χώρας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού, εκτελούμενα από φορείς του δημόσιου τομέα, που αναφέρονται στην §1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων είναι και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Οι διατάξεις του νόμου αυτού (1418/1984 και ήδη ν. 3669/2008) εφαρμόζονται ανεξαίρετα σε όλα τα έργα, που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους ανωτέρω φορείς. Η υπαγωγή μιας συμβάσεως έργου υπό το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς των διατάξεων του ν. 1418/1984, όπως αυτός ισχύει μετά τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις, αλλά και του π.δ. 609/1985, προϋποθέτει μεταξύ των άλλων ότι το αντικείμενο αυτής συνίσταται στην εκτέλεση δημοσίου έργου, όπως το εννοιολογικό αυτού περιεχόμενο προσδιορίζεται ανωτέρω, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός της (οικείας εργολαβικής) συμβάσεως ως διοικητικής ή μη.

Ο χαρακτηρισμός αυτός απλώς προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (διοικητικού ή πολιτικού) προς επίλυση των εκ της εργολαβίας διαφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 (ΑΠ 845/2009, ΑΠ 1499/2009). Περαιτέρω, η §3 του άρθρου 77 ν. 3669/2008 (που κωδικοποιεί το άρθρο 13 §2 ν. 1418/1984), ρυθμίζοντας τη δικαστική επίλυση των διαφορών κατά τρόπο ενιαίο και για τις δύο δικαιοδοσίες, ορίζει ότι "Της προσφυγής στο εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη.

Η προσφυγή στο εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε επί της αιτήσεως θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 14 του άρθρου 76 του παρόντος. Εάν το έργο εκτελείται στην περιφέρεια δύο ή περισσότερων εφετείων, η αίτηση για τον καθορισμό του αρμόδιου εφετείου, σύμφωνα με την παράγραφο 2, υποβάλλεται μέσα στην ίδια δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία.

Στην περίπτωση αυτή η δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία για άσκηση προσφυγής αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης του προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου. Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης".

Πριν από την ανωτέρω κωδικοποίησή τους οι §1 και 3 του άρθρου 13 ν. 1418/1984 είχαν τροποποιηθεί διαδοχικά με το άρθρο 3 του ν. 2229/1994, με το άρθρο 3 του ν. 2940/2001 και τέλος με την §3α του άρθρου 4 του ν. 3481/2006. Πριν από την τελευταία αυτή τροποποίηση, το άρθρο 13 του ν. 1418/1984 προέβλεπε ως το μόνο ένδικο βοήθημα για την δικαστική κρίση των διαφορών, που αναφύονταν κατά την εκτέλεση δημοσίων έργων τόσο ενώπιον των διοικητικών όσο και ενώπιον των πολιτικών εφετείων, την προσφυγή, για το παραδεκτό της οποίας έπρεπε να προηγηθεί η προδικασία μίας ειδικής ενδικοφανούς διαδικασίας (αίτηση θεραπείας), προβλεπόμενης στο άρθρο 12 του ν. 1418/1984 και τώρα στο άρθρο 76 του ν. 3669/2008.

Η εν λόγω αίτηση θεραπείας ασκούνταν κατά δυσμενών πράξεων (α) όταν ο εργολάβος διαφωνούσε με πράξη ή παράλειψη ή απόφαση του κυρίου του έργου ή της προϊστάμενης αρχής, βλαπτική για τα συμφέροντά του, (β) όταν ο ανάδοχος δεν συμφωνούσε με απόφαση της προϊστάμενης αρχής επί τυχόν ενστάσεως που υπέβαλε ενώπιον αυτής και (γ) όταν η προϊστάμενη αρχή δεν προέβαινε στην έκδοση της πράξης εντός της νόμιμης προθεσμίας.

Η δε παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή της αίτησης θεραπείας συνεπάγονταν την απόσβεση του αντίστοιχου δικαιώματος του αναδόχου που λαμβάνονταν υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ενώ η εκπρόθεσμη υποβολή της αιτήσεως θεραπείας καθιστούσε την προσφυγή απαράδεκτη. Υπήρχε όμως ένα δικονομικό κενό για τις περιπτώσεις στις οποίες, αν και οι χρηματικές αξιώσεις των αναδόχων εργολάβων είχαν αναγνωρισθεί με ρητές ή σιωπηρές πράξεις των αρμοδίων οργάνων των κυρίων των έργων, τα οφειλόμενα ποσά δεν τους καταβάλλονταν.

Γι' αυτούς δεν υπήρχε δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής γιατί η διαφορά δεν προέκυπτε από κάποια δυσμενή πράξη ή παράλειψη και επομένως η γραμματική διατύπωση του άρθρου 13 ν. 1418/1984 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου αυτού δεν παρείχε δυνατότητα στον ανάδοχο να διεκδικήσει τα οφειλόμενα μέσω της κινήσεως της -αναγκαίας για το παραδεκτό της προσφυγής- ενδικοφανούς διαδικασίας.

Γι' αυτό με την τελευταία νομοθετική τροποποίηση ορίσθηκε (ενιαία και για τις δύο δικαιοδοσίες) η δυνατότητα να ασκείται, για την επίλυση διαφοράς από σύμβαση δημοσίου έργου, όχι μόνο προσφυγή αλλά και ευθεία καταψηφιστική ή αναγνωριστική αγωγή, εκδικαζόμενη από το αρμόδιο κατά δικαιοδοσία εφετείο, στις περιπτώσεις που, αν και ο κύριος του έργου αναγνωρίζει την απαίτηση του αναδόχου, εγκρίνοντας το σχετικό λογαριασμό, ωστόσο ή δεν εκδίδει το σχετικό ένταλμα ή το ποσό του λογαριασμού δεν καταβάλλεται για οποιαδήποτε λόγο παρά την έκδοση του εντάλματος.

Ρητά δε στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 προστέθηκε εδάφιο ως ακολούθως: "Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης" (ΟλΑΠ 10/2016, ΑΠ 570/2014, ΑΠ 1854/2013).

Η ευθεία ως άνω αγωγή πρέπει να νοηθεί με το περιεχόμενο που έχει στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ των ένδικων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρο 63 και 71 του ΚΔΔ). Για το λόγο αυτό προστέθηκε στην §1 του άρθρου 13 του νόμου 1418/1984 εδάφιο σύμφωνα με το οποίο "η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου".

Ισχύει επομένως για κάθε διαφορά δημόσιου έργου είτε υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών είτε των πολιτικών δικαστηρίων. Κατ' ακολουθίαν, η έννοια της αγωγής, που αναφέρει η παράγραφος αυτή, θα πρέπει να εκληφθεί υπό το πρίσμα της διαπλάσεως της έννοιας της αγωγής κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (άρθρο 71).

Ως αγωγή λοιπόν θα πρέπει να θεωρηθεί το ένδικο βοήθημα που ασκείται από το δικαιούχο χρηματικής αξίωσης από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. Τέτοια όμως χρηματική αξίωση στη σχέση εργολαβίας δημοσίου έργου δεν υπάρχει παρά μόνο μετά την εκκαθάριση της αμοιβής του εργολάβου δια μέσω της εγκρίσεως των σχετικών πιστοποιήσεων.

Γι' αυτό δυνατότητα ασκήσεως ευθείας αγωγής υφίσταται αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που υπάρχει εκκαθαρισμένη και αναγνωρισμένη από τα αρμόδια όργανα διοίκησης του έργου απαίτηση του εργολάβου. Σε όλες τις άλλες διαφορές από τα δημόσια έργα για την επίλυσή τους ασκείται το ένδικο βοήθημα της προσφυγής με υποχρεωτική τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας και αντικείμενο τις προσβαλλόμενες βλαπτικές πράξεις των οργάνων διοικήσεως του κυρίου του έργου, που μπορεί μεν να έχουν ως πρότυπα θεσμούς του διοικητικού δίκαιου, προβλέπονται όμως από τις προαναφερόμενες ειδικές δικονομικές διατάξεις του ν. 1418/1984 οι οποίες κατισχύουν των γενικών διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, προς το σκοπό της ενιαίας ρύθμισης και της ταχείας εκδίκασης των διαφορών από δημόσια έργα, χωρίς να ασκεί, όπως προαναφέρθηκε, έννομη επιρροή ο χαρακτηρισμός της (οικείας εργολαβικής) σύμβασης ως διοικητικής ή μη, που απλώς προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου.

Αντικείμενο της ως άνω προσφυγής θα είναι το κύρος και η νομιμότητα των βλαπτικών για τον ανάδοχο του έργου πράξεων και αποφάσεων των οργάνων διοικήσεως του κυρίου του έργου, που ναι μεν ως εκδιδόμενες από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν θεωρούνται με βάση το οργανικό κριτήριο (παρότι λειτουργικά προσομοιάζουν) ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις, έχουν ωστόσο -ως δηλώσεις δικαιοπρακτικής βούλησης- έννομη σημασία για την εξέλιξη της εργολαβικής συμβάσεως και τις εξ αυτής αξιώσεις του αναδόχου εργολάβου, ο οποίος σαφώς έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει δια της προσφυγής την ακύρωσή τους, επικαλούμενος τα νομικά ελαττώματα αυτών.

Τα τελευταία κατά βάση θα πηγάζουν από παράβαση των ειδικών ορισμών του διέποντος λεπτομερώς τα δημόσια έργα ν. 1418/1984, αλλά και από ακυρότητες των γενικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα που συμπληρωματικά ρυθμίζει τα δημόσια έργα. Αίτημα δε της προσφυγής θα είναι η ακύρωση ή τροποποίηση της βλαπτικής πράξης ή παράλειψης.

Διαφορετικά, όλες οι διαφορές που θα ανέκυπταν κατά το διάστημα από την έναρξη εκτελέσεως του έργου μέχρι την περάτωση και παράδοσή του, από βλαπτικές των συμφερόντων του αναδόχου πράξεις και αποφάσεις των οργάνων του κυρίου του έργου, δεν θα ήταν δυνατόν να επιλυθούν και θα παρέμεναν εκκρεμείς αν οι συμβαλλόμενοι αρνούνταν να τις άρουν συμβατικά.

Γι' αυτό ακριβώς ο νομοθέτης, θέλοντας να εκλείψει το ενδιάμεσο αυτό στάδιο νομικής αβεβαιότητας, πρόβλεψε με συγκεκριμένη και ειδική διάταξη περίπτωση δικαστικής διάπλασης, δηλαδή δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής με ακυρωτικά (διαπλαστικά) αποτελέσματα και στις διαφορές που αναφύονται στα δημόσια έργα των ν.π.ι.δ., μη υπακούοντας σε δογματικές δικονομικές ανάγκες, αλλά αποβλέποντας στο ευεργετικό για την πρόοδο των δημόσιων έργων αποτέλεσμα της εξαλείψεως της ανωτέρω αβεβαιότητας (ΑΠ 1068/2018, ΑΠ 1067/2018, ΑΠ 1038/2017).

H τήρηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 12 του ν. 1418/1984 ενδικοφανούς διαδικασίας (άσκηση ενστάσεως και στη συνέχεια αιτήσεως θεραπείας), ορίζεται ρητά ως προϋπόθεση του παραδεκτού της, κατά το άρθρο 13 του ίδιου νόμου, προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού ή του Πολιτικού Εφετείου επί διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, χωρίς να επιβάλλεται από τις εν λόγω διατάξεις η υποχρέωση στη Διοίκηση να προβαίνει σε ενημέρωση του αναδόχου για την ενδικοφανή αυτή διαδικασία, ενώ η μη τήρηση αυτής συνεπάγεται την ουσιαστική απώλεια του άξιου δικαστικής προστασίας με προσφυγή ουσιαστικού δικαιώματος (ΟλΣτΕ 876/2013, ΣτΕ390/2016, ΣτΕ 44/2016, ΑΠ2146/2014, ΑΠ519/2014, ΑΠ548/2013, ΑΠ550/2013, ΑΠ653/2010, ΑΠ1432/2007).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με αφορμή διαφορές που ανέκυψαν από την ανάληψη εκτέλεσης του δημόσιου έργου κατασκευής του καταστήματος κράτησης …, η αναδειχθείσα ανάδοχος, ήδη αναιρεσείουσα, … άσκησε τις από 9-5-2014 και 16-10-2014 προσφυγές κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (οιονεί καθολικής διαδόχου της δικαιοπαρόχου αυτής, εταιρείας "…").

Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την 50/2018 απόφασή του , που πλήττεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω προσφυγές απέρριψε την πρώτη εξ αυτών ως απαράδεκτη και την δεύτερη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Eιδικότερα με την από 9-5-2015 (πρώτη) προσφυγή της η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε ότι κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου κατασκευής του Γενικού Καταστήματος Κράτησης … το οποίο ανέλαβε, αναδειχθείσα ανάδοχος κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού που προκήρυξε η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του εν λόγω έργου ανατράπηκε από υπαιτιότητα της τελευταίας, η οποία αδυνατούσε να εξασφαλίσει τις αναγκαίες πιστώσεις για την καταβολή του αντίστοιχου εργολαβικού ανταλλάγματος και τη συνέχιση των εργασιών.

Ότι μετά την πληρωμή των εκκρεμών λογαριασμών την 23-12-2010, ενόψει του ότι εξακολουθούσε η έλλειψη πιστώσεων, η αναιρεσίβλητη δεν ζήτησε την επανεγκατάστασή της στο εργο, ότι τελικώς η αναιρεσείουσα επανεγκατεστάθηκε στο έργο την 3-12-2011 υποβάλλοντας και την από 5-12-2011 δήλωση βλαβών κατά τις ειδικότερα εκτιθέμενες στην προσφυγή διακρίσεις, που επήλθαν κατά τη διάρκεια της από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης διακοπής των εργασιών, καθώς και αίτημα σύνταξης του συναφούς πρωτοκόλλου για τη διαπίστωσή τους, αναφορικά με το οποίο η αναιρεσίβλητη έκρινε με την από 10-3-2014 πράξη της ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημίωσης λόγω εκπροθέσμου της σχετικής δήλωσής της.

Επικαλούμενη περαιτέρω η αναιρεσείουσα ότι οι δαπάνες για την ανόρθωση των βλαβών συνεπεία της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης σε εργασίες και εξοπλισμό ανέρχονται σε 2.889.188,55 ευρώ και η αποζημίωση για τα γενικά έξοδα του εργοταξίου σε 668.238,17 ευρώ, ζήτησε να αναγνωρισθεί το παράνομο, αντισυμβατικό και ανενεργό της από 10-3-2014 πράξης της αναιρεσίβλητης, με την οποία κοινοποιήθηκε το πρωτόκολλο διαπίστωσης βλαβών, το εμπρόθεσμο και νόμιμο της από 5-12-2011 δήλωσης βλαβών με το συναφές αίτημα σύνταξης του οικείου πρωτοκόλλου διαπίστωσης βλαβών και να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να καταβάλει στην προσφεύγουσα- αναιρεσείουσα αποζημίωση για τις προμνημονευθείσες αιτίες ύψους 2.963426,72 ευρώ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε , όσον αφορά την ως άνω προσφυγή, ότι "... με αυτή εισάγεται προς διάγνωση διαφορά προερχόμενη από δημόσιο έργο, η οποία προκύπτει από έγκυρη σύμβαση που δεν έχει διοικητικό χαρακτήρα, αφού τα συμβαλλόμενα διάδικα μέρη είναι ΝΠΙΔ και συγκεκριμένα είναι ανώνυμες εταιρείες. (Ότι)...

δεδομένου του ανισχύρου της πρόβλεψης του άρθρου 46 του ΚΑΕΕ της καθής (αναιρεσίβλητης)... (φέρεται)... για να εκδικασθεί κατά τη διαγραφόμενη διαδικασία από το άρθρο 13 του ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 του αρθρ.3 του ν.2940/2001 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του αρθρ.4 του ν.3481/2006 (...) η οποία, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 5 του άρθρ.10 του ν.3481/2006, εφαρμόζεται και στις εκτελούμενες, όπως η ένδικη κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού συμβάσεις έργων, λόγω του ότι το εκτελούμενο για λογαριασμό της...

έργο έχει το χαρακτήρα του δημοσίου έργου και ως εκ τούτου για τη δικαστική επίλυση των ανακυψάντων από την εκτέλεσή του διαφορών τυγχάνουν εφαρμογής οι ειδικότεροι κανόνες του ν.1418/1984. Όμως για την άσκηση της προσφυγής δεν τηρήθηκε, όπως συνομολογείται άλλωστε, από την προσφεύγουσα η ενδικοφανής προδικασία που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν.1418/1984, η οποία υποχρεωτικά προηγείται της δικαστικής επίλυσης της διαφοράς κατά τη σαφή πρόβλεψη του άρθρου 13 παρ. 3 του ως άνω νόμου, με ποινή μάλιστα το απαράδεκτο της άσκησης προσφυγής...".

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την ως άνω προσφυγή ως απαράδεκτη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η ένδικη προσφυγή ήταν απαράδεκτη, διότι δεν προηγήθηκε της δικαστικής επίλυσης της διαφοράς η άσκηση από την αναιρεσείουσα της ενδικοφανούς προδικασίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 και 13 ν.1418/1984, που ήσαν εφαρμοστέες, εφόσον συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις τους, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη προσφυγή, πρόκειται:

α) για διαφορά που ανέκυψε από την εκτέλεση δημόσιου έργου μεταξύ ΝΠΙΔ και δη της αναιρεσείουσας …. και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "…" που ιδρύθηκε με την παρ.7 του άρθρ. 5 ν.2408/1996 χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αλλά για να λειτουργήσει με τα κριτήρια της ιδιωτικής οικονομίας (ν.2190/1920), β) το αντικείμενο της διαφοράς, όπως εκτίθεται στο οικείο δικόγραφο, αναφέρεται στο κύρος και τη νομιμότητα των βλαπτικών για τον ανάδοχο του έργου πράξεων και αποφάσεων των οργάνων διοικήσεως του κυρίου του έργου, των οποίων ζητείται η ακύρωση (τροποποίησή τους), γ) η προβλεπόμενη στο άρθρο 46 του ΚΑΕΕ της ρύθμιση είναι ανίσχυρη, κείμενη εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης γιατί ο οικείος κανονισμός εγκρίθηκε με υπουργική απόφαση και όχι με διάταξη νόμου, προεδρικό διάταγμα ή κανονισμό εγκεκριμένο με προεδρικό διάταγμα , τα δε άρθρ. 5 § 7 εδ.α' ν. 2408/1996 και 5 παρ. 8 ν. 2229/1994 αλλά και οι κανονισμοί στους οποίους αναφέρονται ρυθμίζουν μόνον ειδικότερα θέματα σχετικά με τις διαδικασίες εκπόνησης των μελετών και εκτέλεσης των αναλαμβανόμενων έργων, όχι όμως και τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των σχετικών διαφορών, καθόσον η διαδικασία αυτή είναι διαφορετική και δεν καλύπτεται ούτε από το γράμμα ούτε από το πνεύμα των παραπάνω διατάξεων.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ευθείας παράβασης των άρθρων 12, 13 ν.1418/1984, 46 ΚΑΕΕ, 5 παρ. 8 εδ.α'ν.2229/1994, 5 παρ. 7 ν.2408/1996, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, στο άρθρο 5 του ν. 1418/1984, ορίζεται στις παρ. 8 και 9, οι οποίες αναριθμήθηκαν μεταγενεστέρως, με το άρθρο 1 του ν. 2940/2001 , σε παρ. 9 και 10, αντιστοίχως, του ίδιου άρθρου, ότι: "9.

Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών, που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών... 10. Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες.

Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί.

Αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα (1) μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή του μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας ίσος με το ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου και ο ανάδοχος ή ο μελετητής μπορεί να διακόψει τις εργασίες αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση..." Εξάλλου, στο άρθρο 48 του π.δ/τος 609/1985, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι: "1. ... 2.

Αν υπάρχει υπαιτιότητα του φορέα κατασκευής ή του κυρίου του έργου, για διακοπή των εργασιών, ο ανάδοχος υποβάλλει την ειδική δήλωση διακοπής των έργων στον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας υπηρεσίας. Με τη δήλωση αυτή: α) καθορίζεται συγκεκριμένα η υπαιτιότητα, που αποδίδεται στο φορέα κατασκευής ή τον κύριο του έργου, η οποία προκαλεί τη διακοπή των έργων, β) δίνονται στοιχεία για τα τμήματα του έργου που έχουν κατασκευαστεί μέχρι τη διακοπή των εργασιών και για την εκτίμηση της αξίας τους, γ) περιγράφονται τα τμήματα του έργου που υπολείπονται για εκτέλεση και αιτιολογείται για καθένα απ' αυτά η έλλειψη δυνατότητας κατασκευής λόγω της υπαιτιότητας του φορέα κατασκευής ή του κυρίου του έργου αν πρόκειται για τέτοια περίπτωση.

Δήλωση που δεν περιλαμβάνει τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα. Η δήλωση κοινοποιείται και στον κύριο του έργου, όταν αυτός δεν ταυτίζεται με το φορέα κατασκευής του έργου. 3. Μετά την επίδοση της ειδικής δήλωσης, κατά την προηγούμενη παράγραφο η Διευθύνουσα υπηρεσία εξακριβώνει μέσα σε δέκα μέρες τα στοιχεία της δήλωσης και εκδίδει απόφαση που αποδέχεται ή απορρίπτει το περιεχόμενο της δήλωσης. 4.

Αν περάσει διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών από την επίδοση της ειδικής δήλωσης του αναδόχου, για διακοπή των εργασιών με υπαιτιότητα του φορέα κατασκευής ή του κυρίου του έργου, ή δύο μηνών σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμών ο ανάδοχος μπορεί να ζητήσει τη διάλυση της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή τα στοιχεία των προηγούμενων παραγράφων συνεκτιμώνται για το σχηματισμό γνώμης στο αίτημα του αναδόχου".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι λογαριασμοί που έχουν εγκριθεί από τη διευθύνουσα το έργο υπηρεσία, αποτελούν την πιστοποίηση προς πληρωμή του αναδόχου για τις αντίστοιχες εργασίες που ο τελευταίος έχει εκτελέσει.

Συνεπώς μετά την κατά τα ανωτέρω έγκρισή τους ανακύπτει υποχρέωση του κυρίου του εργου προς πληρωμή τους (ΣτΕ2213/2020, ΣτΕ3272/2015, ΣτΕ4179/2011). Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής πιστοποιήσεως πέραν της προβλεπόμενης δίμηνης (συνολικά) προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, ο τελευταίος δικαιούται να υποβάλει ειδική δήλωση διακοπής των εργασιών του έργου, που θα διαλαμβάνει τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άνω άρθρου 48 π.δ/τος 609/1985, στοιχεία, εάν δε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών από την επίδοση της εν λόγω ειδικής δήλωσης, ο ανάδοχος δύναται να ζητήσει τη διάλυση της σύμβασης έργου (ΣτΕ 3272/2015).

Εξ άλλου, στις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου 7 του ν. 1418/1984 ορίζεται ότι: "6. Μέχρι την οριστική παραλαβή ο ανάδοχος φέρει τον κίνδυνο του έργου για βλάβες από οποιαδήποτε αιτία εκτός αν αυτές οφείλονται σε υπαιτιότητα του φορέα κατασκευής του έργου ή αν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση. Αν το έργο παραδοθεί για χρήση πριν απ` την παραλαβή οι βλάβες απ` τη χρήση εφόσον δεν οφείλονται σε κακή ποιότητα του έργου βαρύνουν τον κύριο αυτού.

Κατ' εξαίρεση για βλάβες του έργου ή των μόνιμων εγκαταστάσεων του αναδόχου στον τόπο των έργων που προέρχονται από ανωτέρα βία αναγνωρίζεται στον ανάδοχο δικαίωμα αποζημίωσης ανάλογης με τη ζημιά το ποσό της οποίας καθορίζεται με συνεκτίμηση του είδους και της έκτασης των βλαβών και των ειδικών συνθηκών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. 7.

Με π.δ/γμα καθορίζονται οι διαδικασίες για τη διαπίστωση ελαττωμάτων ή ζημιών... τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό την επέμβαση του φορέα κατασκευής του έργου για τη διόρθωση ελαττωμάτων... και κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού". Στο δε άρθρο 45 του π.δ. 609/1985 ορίζονται τα εξής: "1.

Ο ανάδοχος δεν δικαιούται καμιά αποζημίωση από τον κύριο του έργου για οποιαδήποτε βλάβη επέρχεται στα έργα, για οποιαδήποτε φθορά ή απώλεια υλικών και γενικά για οποιαδήποτε ζημία του που οφείλεται σε αμέλεια, απρονοησία ή ανεπιτηδειότητα αυτού ή του προσωπικού του, ή σε μη χρήση των κατάλληλων μέσων ή σε οποιαδήποτε άλλη αιτία, εκτός από τις περιπτώσεις υπαιτιότητας του φορέα κατασκευής του έργου ή ανωτέρας βίας του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 1418/84.

Ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τις βλάβες που τον βαρύνουν με δικές του δαπάνες. 2. Για να αναγνωρισθεί η αποζημίωση των βλαβών που προξενήθηκαν από ανώτερη βία ο ανάδοχος, πρέπει να δηλώσει γραπτώς στη Διευθύνουσα υπηρεσία το είδος και την έκταση των βλαβών καθώς και τη δαπάνη για την επανόρθωσή της κατά το μέτρο που μπορεί αυτή να εκτιμηθεί.

Η δήλωση περιλαμβάνει επίσης υποχρεωτικά περιγραφή της αιτίας των βλαβών που χαρακτηρίζεται ως ανωτέρα βία και αίτημα αποζημίωσης για αποκατάστασή τους. 3. Η δήλωση υποβάλλεται σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από την επέλευση της βλάβης. Αν πρόκειται για έργο που έχει περατωθεί και δεν έχει ακόμα παραληφθεί οριστικά η προθεσμία αυτή ορίζεται σε είκοσι μέρες.

Η Διευθύνουσα υπηρεσία προβαίνει αμέσως σε αυτοψία για την εξακρίβωση του περιεχομένου της δηλώσεως και ιδιαίτερα του είδους και της έκτασης των βλαβών, του χρόνου και των συνθηκών που τις προκάλεσαν και μέσα σε πέντε μέρες από την υποβολή της δήλωσης του αναδόχου ζητά από την Προϊσταμένη Αρχή να ορίσει επιτροπή από υπαλλήλους που οφείλει να προβεί σε επιτόπια εξέταση σε αντιπαράσταση με τον ανάδοχο και να συντάξει σχετικό πρωτόκολλο διαπίστωσης των βλαβών μέσα σε δέκα μέρες από τη σύστασή της.

Στο πρωτόκολλο εκτίθενται τα αίτια, ο χρόνος και οι ειδικές συνθήκες από τις οποίες επήλθαν οι βλάβες με περιγραφή όλων των στοιχείων που έχουν εξακριβωθεί. Επίσης εξετάζεται η ύπαρξη ή όχι της ευθύνης του αναδόχου, προσδιορίζεται με λεπτομέρεια το είδος και η έκταση των βλαβών και προτείνεται ο τρόπος και η δαπάνη που απαιτείται για την επανόρθωσή τους.

Αν το έργο χρησιμοποιείται, η υπηρεσία που το χρησιμοποιεί ειδοποιεί τη Διευθύνουσα υπηρεσία για παρουσιαζόμενες βλάβες. 4. Το πρωτόκολλο της προηγούμενης παραγράφου επέχει θέση πράξης της Διευθύνουσας υπηρεσίας για την υποβολή ένστασης του αναδόχου σύμφωνα με το νόμο. Η ένσταση είναι απαράδεκτη εφόσον το πρωτόκολλο υπογράφηκε από τον ανάδοχο χωρίς καμιά επιφύλαξη.

Αν ο ανάδοχος δεν παραστεί ή αρνηθεί να υπογράψει το πρωτόκολλο, ο Προϊστάμενος της Διευθύνουσας υπηρεσίας του το κοινοποιεί. Η ένσταση ειδικά στην περίπτωση αυτή υποβάλλεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία πέντε ημερών από την υπογραφή με επιφύλαξη του πρωτοκόλλου ή από την κοινοποίηση αυτού. Η αποζημίωση αναγνωρίζεται με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής που εγκρίνει με τροποποίηση ή όχι το πρωτόκολλο και αποφασίζει στην τυχόν ένσταση.

Η αποζημίωση προσδιορίζεται πάντοτε με βάση τους συμβατικούς όρους και τιμές. Όταν η αποκατάσταση των βλαβών διατάσσεται αφού τελειώσει το έργο και έχουν απομακρυνθεί οι εργοταξιακές εγκαταστάσεις του αναδόχου, κανονίζονται εύλογες τιμές μονάδας για την εκτέλεση εργασιών αποκατάστασης ή εκτελούνται απολογιστικά. 5.. 6. ... 7.

Η διαδικασία των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου αυτού εφαρμόζεται ανάλογα και για τον καθορισμό της αποζημίωσης του αναδόχου για τυχόν εργασίες αποκατάστασης ή πρόληψης κινδύνων σε έργα που εκτελέσθηκαν καθώς και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι βλάβες οφείλονται σε υπαιτιότητα του κυρίου του έργου ή σε άλλη αιτία που εξαιρείται από την ευθύνη του αναδόχου. 8.

Εργασίες για αποκατάσταση βλαβών που οφείλονται σε χρήση έργου, που παραδόθηκε σε χρήση πριν από την παραλαβή του κατά τις διατάξεις του διατάγματος αυτού εκτελούνται μόνο μετά από έγγραφη εντολή της Διευθύνουσας υπηρεσίας... Από το συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Ο ανάδοχος φέρει μέχρι της οριστικής παραλαβής του έργου την ευθύνη για οποιαδήποτε βλάβη ή ζημία που προκαλείται στο έργο, εκτός από τις περιπτώσεις υπαιτιότητας του φορέα κατασκευής του έργου ή ανωτέρας βίας (ΣτΕ 213/2017).

Ειδικότερα, για να αναγνωρισθεί, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 45 του π.δ. 609/1985, η αποζημίωση του αναδόχου για βλάβες στο έργο που ο ίδιος αποδίδει σε ανωτέρα βία (παρ. 2) ή σε υπαιτιότητα του κυρίου του έργου (παρ. 7), πρέπει να υποβάλει αυτός σχετική έγγραφη δήλωση στη Διευθύνουσα Υπηρεσία, η οποία προβαίνει αμέσως σε αυτοψία για την εξακρίβωση του περιεχομένου της δήλωσης και ζητεί από την Προϊσταμένη Αρχή να ορίσει επιτροπή από υπαλλήλους, η οποία μετά από επιτόπια εξέταση συντάσσει πρωτόκολλο διαπίστωσης των βλαβών (παρ. 3).

Με το πρωτόκολλο αυτό προσδιορίζονται οι βλάβες και ο τρόπος και η δαπάνη αποκατάστασής τους και εξετάζεται και η ευθύνη ή μη του αναδόχου (παρ. 3). Το εν λόγω πρωτόκολλο επέχει θέση πράξης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, κατά της οποίας ο ανάδοχος, εφόσον βλάπτεται από αυτήν, μπορεί να ασκήσει ένσταση ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής, με απόφαση της οποίας αναγνωρίζεται η αποζημίωση, εγκρίνεται με τροποποίηση ή όχι το πρωτόκολλο και κρίνεται και η ένσταση (παρ. 4).

Σε περίπτωση δε που ο ανάδοχος δεν δικαιωθεί κατά την ενδικοφανή διαδικασία, δύναται να προσφύγει στο αρμόδιο κατά τα προεκτεθέντα διοικητικό ή πολιτικό Εφετείο. Κατά τις ειδικότερες συνεπώς , προβλέψεις του νομοθέτη, εάν η βλάβη επήλθε κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου και πριν αυτό παραδοθεί σε χρήση -οπότε την ευθύνη για την αποκατάστασή τους έχει καταρχήν ο ανάδοχος, υπέρ του οποίου μόνο κατ` εξαίρεση αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημίωσης, ανάλογης με τη ζημία για βλάβες του έργου ή των μονίμων εγκαταστάσεων του αναδόχου στον τόπο του έργου που προέρχονται από ανώτερη βία-, αφετηρία για τη διαδικασία αποκατάστασης της βλάβης και καταβολής της αποζημίωσης αποτελεί η δήλωση της παραγράφου 2, η ακρίβεια του περιεχομένου της οποίας διαπιστώνεται με τις προεκτεθείσες ενέργειες της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, οι οποίες καταλήγουν στην έκδοση του πρωτοκόλλου διαπίστωσης βλαβών και την έγκριση αυτού από την Προϊσταμένη Αρχή, το ποσό δε της αποζημίωσης καθορίζεται με συνεκτίμηση του είδους και της έκτασης των βλαβών και των ειδικών συνθηκών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ περαιτέρω, προκειμένου να αναγνωρισθεί η αποζημίωση των βλαβών αυτών ο ανάδοχος οφείλει να τηρήσει, με ποινή απαραδέκτου, τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 45 παρ. 2, 3 και 4 του ως άνω π.δ/τος. (ΑΠ 1059/2019).

Ειδικά δε όσον αφορά τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης σύμφωνα και με το άρθρο 36 παρ. 1 του ΚΑΕΕ της προβλέπεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται οιασδήποτε αποζημίωσης για οποιαδήποτε βλάβη επέρχεται στα έργα, ει μη μόνον στις περιπτώσεις βαρειάς αμέλειας ή δόλου της εταιρείας ή ανωτέρας βίας. Για να αναγνωρισθεί η αποζημίωση των βλαβών στην περίπτωση αυτή (ανώτερης βίας) απαιτείται κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου ο ανάδοχος να δηλώσει γραπτώς στην εταιρεία το είδος, την έκταση των βλαβών και τη δαπάνη για την επανόρθωσή της στο μέτρο που μπορεί αυτή να εκτιμηθεί.

Η δήλωση περιλαμβάνει υποχρεωτικά περιγραφή της αιτίας των βλαβών που χαρακτηρίζεται ως ανώτερη βία και αίτημα αποζημίωσης για την αποκατάστασή τους, ενώ κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου (36 ΚΑΕΕ) η δήλωση υποβάλλεται σε ανατρεπτική προθεσμία δύο εργασίμων ημερών από την επέλευση της βλάβης, το Τμήμα Διαχείρισης Έργων (ΤΔΕ) προβαίνει αμέσως σε αυτοψία για την εξακρίβωση του περιεχομένου της δήλωσης, μέσα σε πέντε ημέρες από την υποβολή της δήλωσης ορίζεται επιτροπή που οφείλει εντός 10 ημερών από τη σύστασή της να προβεί σε επιτόπια εξέταση σε πρωτόκολλο διαπίστωσης βλαβών, όπου εκτίθενται τα αίτια, ο χρόνος, οι ειδικές συνθήκες από τις οποίες επήλθαν οι βλάβες με περιγραφή όλων των στοιχείων που έχουν εξακριβωθεί, εξετάζεται η ύπαρξη ευθύνης ή όχι του αναδόχου, προσδιορίζεται το είδος, η έκταση των βλαβών, προτείνεται ο τρόπος και η δαπάνη για την επανόρθωσή τους, κατά δε την παρ. 4 του άνω άρθρου το πρωτόκολλο υπογράφεται από την επιτροπή και τον ανάδοχο, επί μη παραστάσεως ή αρνήσεως δε του τελευταίου, ο Προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης Έργων του το κοινοποιεί.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος που επικαλείται. Στην περίπτωση λοιπόν που το διατακτικό της στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες ή επικουρικές αιτιολογίες οι οποίες όμως δεν πλήττονται όλες με την αίτηση αναιρέσεως ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, τότε οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες ταυτοχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία, πρωτίστως στην κυρία και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ25/2003, ΑΠ 34/2020, 859/2020).

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 3/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου κλπ (ΑΠ 1451/2021, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 2029/2017).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα στην από 16-10-2014 (δεύτερη) προσφυγή της, που παραδεκτά επισκοπείται, με περιεχόμενο πανομοιότυπο της από 9-5-2014 προσφυγής της, ισχυρίσθηκε ότι μετά την επανεγκατάστασή της στο έργο και την υποβολή της από 5-12-2011 δήλωσης βλαβών με αίτημα σύνταξης πρωτοκόλλου διαπίστωσης βλαβών, η αναιρεσίβλητη της κοινοποίησε την από … πράξη της, με την οποία έκρινε ότι δεν δικαιούται αποζημίωσης λόγω εκπρόθεσμης δήλωσης.

Ότι κατά της εν λόγω πράξης άσκησε την από 17-3-2014 ένσταση που σιωπηρά απορρίφθηκε μετά την άπρακτη παρέλευση διμήνου από την άσκησή της και εν συνεχεία (άσκησε) κατ' αυτής νομότυπα την από 22-5-2014 αίτηση θεραπείας, η οποία ομοίως απερρίφθη σιωπηρά μετά την άπρακτη παρέλευση τριμήνου από την άσκησή της. Επικαλούμενη περαιτέρω ότι οι δαπάνες για την ανόρθωση των βλαβών στο έργο που επήλθαν κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών συνεπεία της υπερημερίας της καθής ανέρχονται σε 2.889.188,55 ευρώ ως προς τις επελθούσες φθορές σε εργασίες και εξοπλισμό του έργου κατά τα αναλυτικώς ανά βλάβη και δαπάνη αναφερόμενα στην αγωγή με παράθεση των σχετικών πινάκων, ότι η αποζημίωση που δικαιούται για γενικά έξοδα του εργοταξίου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 668.238,17 ευρώ κατά τις ειδικότερες επι μέρους διακρίσεις που αφορούν αμοιβές τεχνικών, αποζημιώσεις απολύσεων, έξοδα φύλαξης του εργοταξίου, προμήθειες εγγυητικών επιστολών και τόκους δανείων και τέλος ότι η αποζημίωση που δικαιούται σχετικά με τα έξοδα καθαριότητας του εργοταξίου ανέρχεται σε 6.000 ευρώ, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρες:

α) η σιωπηρή απόρριψη της από 22-5-2014 αιτήσεως θεραπείας, β) η σιωπηρή απόρριψη της …. ένστασής της, γ) η …. Πράξη της αναιρεσίβλητης με την οποία της κοινοποιήθηκε το πρωτόκολλο διαπίστωσης βλαβών, την αναγνώριση της ακυρότητας του οποίου ωσαύτως ζήτησε, δ) να αναγνωρισθεί το εμπρόθεσμο και νόμιμο της 63058/5-12-2011 δήλωσης βλαβών με αίτημα σύνταξης πρωτοκόλλου διαπίστωσης βλαβών και ε) να αναγνωρισθεί ότι δικαιούται αποζημίωσης για τις αναφερόμενες στη σχετική δήλωση βλάβες συνολικού ποσού 2.963.426,72 ευρώ.

Όσον αφορά την εν λόγω προσφυγή, το Εφετείο αφού έκρινε ότι απαραδέκτως προσβάλλεται αυτοτελώς ως άκυρη η 75442/10-3-2014 Πράξη της αναιρεσίβλητης, "καθόσον κατά νόμο βλαπτική των συμφερόντων του αναδόχου πράξη του οργάνου της διοίκησης της αναιρεσίβλητης αποτελεί το συμπροσβαλλόμενο πρωτόκολλο", έκρινε κατά τα λοιπά την προσφυγή ορισμένη και νόμιμη, ακολούθως δε, ερευνώντας αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "...

Η ιδρυθείσα κατά πρόβλεψη του εδαφίου α' της παραγράφου 7 του άρθρου 5 ν.2408/1996, όπως το εδάφιο αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 5 εδ.α' ν. 2521/1997, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία …. Α.Ε., συγχωνεύθηκε μαζί με άλλες ανώνυμες κατασκευαστικές εταιρίες, λειτουργούσες χάριν δημοσίου συμφέροντος, δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσας υπ' ….

διαπιστωτικής πράξης των Υπουργών Οικονομικών- Παιδείας- Υγείας- Υποδομών Μεταφορών και Δικαιοσύνης (…), στη συσταθείσα νέα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "…", η οποία υπεισήλθε, κατόπιν οιονεί καθολικής διαδοχής, στη δικονομική θέση της αρχικώς καθής η προσφυγή. Η τελευταία στις 27-08-2003 διεξήγαγε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό για την ανάδειξη του αναδόχου για την κατασκευή του έργου με τον τίτλο "Γενικό Κατάστημα Κράτησης …", προϋπολογισθείσας δαπάνης ύψους 21.564.647 ευρώ.

Στον εν λόγω διαγωνισμό μειοδότρια ανεδείχθη η κοινοπραξία με την επωνυμία "…" και δυνάμει του από … ιδιωτικού συμφωνητικού, η καθής ανέθεσε στην εν λόγω κοινοπραξία την εκτέλεση του έργου, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος ποσού 20.270.768,01 ευρώ μαζί με ΦΠΑ. Μετά από εγκριθείσα από την κυρία του έργου υποκατάσταση του μέλους της Κοινοπραξίας "…." από το έτερο μέλος της κοινοπραξίας με την επωνυμία "…" (βλ.σχ.

υπ'αριθμ… (αρ. πρωτ….) εγκριτική απόφαση της κυρίας του έργου, ανάδοχος του έργου κατέστη η προσφεύγουσα κοινοπραξία υπό την αρχική της μορφή ως "…". Στη συνέχεια με την υπ'αριθμ. … απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (ΦΕΚ…, Τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ και ΓΕΜΗ), εγκρίθηκε η συγχώνευση των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες "… " και "…", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, ενώ με την υπ 'αριθμ.

… πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών …, το έτερο μέλος της αναδόχου κοινοπραξίας με την επωνυμία "…" μετονομάσθηκε σε "…". Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. …. συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, τροποποιήθηκε η επωνυμία της αναδόχου κοινοπραξίας σε "…" και με διακριτικό τίτλο "…" και πλέον ως ανάδοχος του έργου θεωρείται η με την ως άνω επωνυμία κοινοπραξία, που υπεισήλθε στη δικονομική θέση της αρχικώς προσφεύγουσας.

Η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση ανάθεσης της εκτέλεσης δημοσίου έργου διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και του εκτελεστικού αυτού διατάγματος, του ισχύοντος τότε Κ.Α.Ε.Ε. της καθής, καθώς και από τους όρους της διακήρυξης και των λοιπών συμβατικών τευχών και στοιχείων. Σύμφωνα με όρο της υπογραφείσας σύμβασης, ο ανάδοχος υποβάλλει στον εργοδότη και συγκεκριμένα στο πρωτόκολλο τον λογαριασμό (εις 4πλουν) και αφού ελεγχθεί και εγκριθεί από το Τμήμα Διαχείρισης Έργων του εργοδότη, μεταβιβάζεται στο Οικονομικό Τμήμα μαζί με τα υπόλοιπα δικαιολογητικά, κατά ρητή δε συμφωνία των συμβληθέντων, αποτυπωθείσα στο εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, η πληρωμή του έργου ακολουθεί τη χρηματοδότησή του.

Σύμφωνα δε με τις κατά παραπομπή της υπογραφείσας σύμβασης ισχύουσες διατάξεις του Κανονισμού Ανάθεσης Εκτέλεσης Έργων της κυρίας του έργου, ". . . μετά τη λήξη κάθε μήνα ή άλλης χρονικής περιόδου που τυχόν ορίζει η σύμβαση για τις τμηματικές πληρωμές, ο ανάδοχος συντάσσει λογαριασμό των οφειλομένων σ 'αυτόν ποσών από εργασίες που εκτελέσθηκαν.

Οι λογαριασμοί αυτοί στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών και στα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών ...(άρθρο 32 παρ. 2 του Κ.Α.Ε.Ε της καθής), οι λογαριασμοί υποβάλλονται στο τμήμα Διαχείρισης Έργων (Τ.Δ.Ε) που τους ελέγχει και τους διορθώνει, στις προθεσμίες που προβλέπει η σύμβαση. Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωσή του, το Τμήμα Διαχείρισης Έργων (ΤΔΕ) επιστρέφει μέσα σε ένα (1) μήνα με έγγραφο την πιστοποίηση για ανασύνταξη και εκ νέου υποβολή του.

Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία για τον επανέλεγχο από την εκ νέου υποβολή του λογαριασμού από τον ανάδοχο είναι ένας (1) μήνας. Ο έλεγχος του λογαριασμού γίνεται από τον επιβλέποντα μηχανικό ή τους επιβλέποντες μηχανικούς που έχει ορίσει η εταιρεία στο έργο, ο οποίος υπογράφει το λογαριασμό, βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία, οι τιμές σύμφωνες με τη σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις και γενικά ότι έχουν διενεργηθεί στο λογαριασμό όλες οι περικοπές ή εκπτώσεις ποσών που προκύπτουν από το νόμο και την εφαρμογή της σύμβασης.

Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από το Τμήμα Διαχείρισης Έργων (ΤΔΕ) και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση του αναδόχου η οποία πληρώνεται από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας..." (άρθρο 32 παρ. 6 του ΚΑΕΕ της καθής). Εξ άλλου, ελλείψει ειδικής συμβατικής πρόβλεψης ως προς τις διαπιστούμενες βλάβες στο έργο, στο άρθρο 36 του εν λόγω Κανονισμού της καθής ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο ανάδοχος δεν δικαιούται καμία αποζημίωση από την εταιρεία για οποιαδήποτε βλάβη επέρχεται στα έργα, για οποιαδήποτε φθορά ή απώλεια υλικών και γενικά για οποιαδήποτε ζημιά του που οφείλεται σε αμέλεια, απρονοησία ή ανεπιτηδειότητα αυτού ή του προσωπικού του ή σε μη χρήση των κατάλληλων μέσων ή σε οποιαδήποτε άλλη αιτία, εκτός από τις περιπτώσεις βαριάς αμέλειας ή δόλου της εταιρίας ή ανωτέρας βίας (παρ.36.1).

Για να αναγνωρισθεί η αποζημίωση των βλαβών που προξενήθηκαν από ανωτέρα βία ο ανάδοχος, πρέπει να δηλώσει γραπτώς στην εταιρία το είδος και την έκταση των βλαβών καθώς και την δαπάνη για την επανόρθωσή της κατά το μέτρο που μπορεί αυτή να εκτιμηθεί. Η δήλωση περιλαμβάνει επίσης υποχρεωτικά περιγραφή της αιτίας των βλαβών που χαρακτηρίζεται ως ανωτέρα βία και αίτημα αποζημίωσης για αποκατάστασή τους (παρ.36.2).

Η δήλωση υποβάλλεται σε ανατρεπτική προθεσμία δύο εργάσιμων ημερών από την επέλευση της βλάβης. Αν πρόκειται για έργο που έχει περατωθεί και δεν έχει ακόμα παραληφθεί οριστικά η προθεσμία αυτή ορίζεται σε πέντε μέρες. Το Τ.Δ.Ε. προβαίνει αμέσως σε αυτοψία για την εξακρίβωση του περιεχόμενου της δήλωσης και ιδιαίτερα του είδους και της έκτασης των βλαβών, του χρόνου και των συνθηκών που τις προκάλεσαν και μέσα σε πέντε μέρες από την υποβολή της δήλωσης του αναδόχου ορίζουν επιτροπή που οφείλει να προβεί σε επιτόπια εξέταση σε πρωτόκολλο διαπίστωσης των βλαβών μέσα σε δέκα μέρες από την σύσταση της επιτροπής.

Στο πρωτόκολλο εκτίθενται τα αίτια, o χρόνος και οι ειδικές συνθήκες από τις οποίες επήλθαν οι βλάβες με περιγραφή όλων των στοιχείων που έχουν εξακριβωθεί. Επίσης εξετάζεται η ύπαρξη ή όχι της ευθύνης του αναδόχου, προσδιορίζεται με λεπτομέρεια το είδος και η έκταση των βλαβών και προτείνεται ο τρόπος και η δαπάνη που απαιτείται για την επανόρθωσή τους (παρ. 36.3).

Το πρωτόκολλο της προηγούμενης παραγράφου υπογράφεται από την επιτροπή της προηγούμενης παραγράφου και τον ανάδοχο. Αν ο ανάδοχος δεν παραστεί ή αρνηθεί να υπογράψει το πρωτόκολλο, ο Προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης Έργων του το κοινοποιεί. Η τυχόν αποζημίωση, προσδιορίζεται πάντοτε με βάση τους συμβατικούς όρους και τιμές. ...(παρ.36.4).

Η διαδικασία των παραγράφων 36.2 έως και 36.3 του άρθρου αυτού εφαρμόζεται ανάλογα και για τον καθορισμό τυχόν αποζημίωσης του αναδόχου για τυχόν εργασίες αποκατάστασης ή πρόληψης κινδύνων σε έργα που εκτελέσθηκαν καθώς και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι βλάβες οφείλονται σε βαρεία αμέλεια ή δόλο της εταιρίας ή σε ανωτέρα βία (παρ.36.8)".

Η ανάδοχος του έργου, μετά την υπογραφή της σύμβασης, εγκαταστάθηκε σ' αυτό και άρχισε την εκτέλεση των εργασιών, των οποίων η προθεσμία περαίωσης συμβατικά είχε ορισθεί σε 1080 ημέρες, παραταθείσας εν τέλει της εν λόγω προθεσμίας με πράξεις των αρμοδίων οργάνων της κυρίας του έργου. Η ανάδοχος στις 11-02-2009 υπέβαλε προς την αρμόδια υπηρεσία της κυρίας του έργου τον 35ο λογαριασμό, συνολικού ποσού 1.028.056,59 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.), ο οποίος εγκρίθηκε στις 03-03-2009 και δόθηκε εντολή προς πληρωμή του, πλην όμως καίτοι παρήλθε ένας μήνας από την υποβολή του λογαριασμού, που δεν επεστράφη προς διόρθωση, εντός των, κατ' ανοχή του νόμου, αμέσως επομένων τριάντα (30) ημερών δεν εξοφλήθηκε.

Η ανάδοχος του έργου, επικαλούμενη υπαιτιότητα της κυρίας αυτού για τη μη εξόφληση του 35ου λογαριασμού, κατά την σχετική πρόβλεψη του άρθρου 48 του πδ/τος 609/1985, με τη νομίμως επιδοθείσα προς την Διευθύνουσα Υπηρεσία καθώς και προς το Τμήμα Διαχείρισης Έργων της καθής από 23-12-2009 ειδική δήλωση, προέβη σε διακοπή της εκτέλεσης των συμβατικών εργασιών του έργου.

Συγκεκριμένα η προσφεύγουσα στην εν λόγω ειδική δήλωση διακοπής εργασιών διέλαβε ότι η καθυστέρηση αποπληρωμής του τμηματικού εργολαβικού ανταλλάγματος οφείλεται σε υπαιτιότητα της καθής, ως κυρίας του έργου και ότι με έγγραφες οχλήσεις της ζήτησε κατ 'επανάληψη την πληρωμή του 35 ου λογαριασμού, που καθυστερεί με ευθύνη της καθής, καθόρισε τα τμήματα του έργου που είχαν κατασκευαστεί μέχρι τη διακοπή των εργασιών ως και την εκτίμηση της αξίας τους, περιέγραψε τα τμήματα του έργου που υπολείπονται για εκτέλεση, καθώς και την αξία των υπολειπομένων εργασιών που αδυνατεί να εκτελέσει, λόγω της υπαιτιότητας της καθής.

Η από 23-12-2009 ειδική δήλωση διακοπής των εργασιών της προσφεύγουσας, περιλαμβάνουσα όλα τα κατά νόμο στοιχεία, ήταν νόμιμη, η δε καθής, μετά την επίδοση της ειδικής δήλωσης, ναι μεν δεν εξέδωσε απόφαση για το αν αποδέχεται ή απορρίπτει το περιεχόμενο της δήλωσης, πλην όμως δια της μη ειδικής αρνήσεώς της, συνομολογεί την υπαιτιότητά της, συνιστάμενη στην καθυστέρηση πληρωμής λογαριασμού του έργου, ελλείψει σχετικών πιστώσεων.

Διαρκούσης της διακοπής των εργασιών, αλλά και της υπερημερίας της καθής ως προς την εξόφληση του προηγούμενου λογαριασμού, η προσφεύγουσα υπέβαλε με το υπ' αριθμ. … έγγραφό της, τον 36ο λογαριασμό του έργου, o οποίος εγκρίθηκε στις 09-04-2010 και δόθηκε εντολή προς πληρωμή του, πλην όμως καίτοι παρήλθε ένας μήνας από την υποβολή του λογαριασμού που δεν επεστράφη προς διόρθωση εντός των κατ' ανοχή του νόμου αμέσως επομένων τριάντα (30) ημερών ομοίως και αυτός ο λογαριασμός δεν εξοφλήθηκε.

Εν τέλει, μετά την αποκατάσταση της χρηματοδότησης του έργου ο μεν 35ος λογαριασμός αποπληρώθηκε στις 22-12-2010, ο δε 36ος λογαριασμός αποπληρώθηκε στις 23-12-2010, ως η αποπληρωμή των λογαριασμών κατά τις άνω ημεροχρονολογίες συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη. Με την αποπληρωμή των καθυστερούμενων λογαριασμών ήρθη η υπερημερία της καθής και εξέλιπε πλέον ο λόγος διακοπής των εργασιών, που έπρεπε να επανεκκινήσουν αμέσως, εν τέλει όμως η προσφεύγουσα συνέχισε τις διακοπείσες εργασίες την 03-12-2011.

Εντός δύο ημερών από την επανέναρξη των εργασιών, ήτοι την 05-12-2011, η προσφεύγουσα υπέβαλε την υπ' αριθμ. … δήλωση βλαβών, με αίτημα σύνταξης πρωτοκόλλου διαπίστωσης βλαβών, η οποία παραλήφθηκε αυθημερόν από την αρμόδια υπηρεσία της καθής. Με την εν λόγω δήλωση βλαβών, η ανάδοχος ανέφερε ότι κατά την επανεγκατάστασή της την 03-12-2011 στο έργο, διαπίστωσε βλάβες που προέκυψαν από ανωτέρα βία και σε κάθε περίπτωση πάντως από λόγους μη αναγόμενους σε υπαιτιότητα της ιδίας, που χρήζουν αποκατάστασης και προς τούτο επισύναψε στη δήλωση πίνακα με περιγραφή των εργασιών αποκατάστασης ανά συγκρότημα του έργου, ανά ποσότητα και τιμή μονάδος της σύμβασης και αντιστοιχούσα δαπάνη και αιτιολογία της βλάβης, καθώς και πίνακα με τα κατ' ιδίαν έξοδα του εργοταξίου και πίνακα με τα έξοδα καθαριότητας στα οποία υποβλήθηκε, δήλωσε δε ότι προβαίνει στην εν λόγω δήλωσή της δυνάμει του άρθρου 36 παρ.2 του ΚΑΕΕ της καθής και αιτείται τη σύνταξη πρωτοκόλλου διαπίστωσης βλαβών, αιτούμενη την καταβολή αποζημίωσης για τη δαπάνη αποκατάστασης των βλαβών συνολικού ποσού 2.963.426,72 ευρώ.

Κατά τις περιεχόμενες στην εν λόγω δήλωση παρατηρήσεις της προσφεύγουσας, οι επελθούσες στο εργοτάξιο βλάβες οφειλόταν ως προς τα επιχρίσματα και τους χρωματισμούς σε φθορές λόγω υγρασίας, ως προς τα αποθηκευμένα υλικά σε εξωτερικό χώρο σε φθορές λόγω πάγου, ως προς τις καλωδιώσεις, τις μονώσεις, τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, τα κλιματιστικά συστήματα και τα συστήματα ασφαλείας σε φθορές λόγω επιδρομής τρωκτικών και ως προς τα συστήματα αδιαλείπτου παροχής ισχύος σε φθορές των μπαταριών, λόγω του ότι δεν τέθηκαν σε λειτουργία, η δε συμποσούμενη δαπάνη για την ανόρθωση των εν λόγω φθορών στις εκτελεσθείσες εργασίες και στον εξοπλισμό του έργου προσδιοριζόταν με τη δήλωση στο ποσό των 2.289.188,55 ευρώ, ενώ η αποκαταστατέα ζημία για τα έξοδα καθαριότητας των χώρων του εργοταξίου, τα έξοδα για την απολύμανση των εσωτερικών χώρων και για την αποψίλωση του περιβάλλοντος χώρου προσδιοριζόταν στο ποσό των 6.000 ευρώ.

Εξάλλου στην ίδια δήλωση βλαβών, η προσφεύγουσα για γενικά έξοδα του εργοταξίου προσδιόριζε την αναλογούσα αποζημίωση λόγω βλαβών στο συνολικό ποσό των 668.238,17 ευρώ, επικαλούμενη ως κατ' ιδίαν δαπάνες της, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη, για φύλαξη εργοταξίου ποσό 162.624,50 ευρώ, για προμήθειες εγγυητικών επιστολών ποσό 43.096,51 ευρώ, για τόκους δανείων ποσό 320.432,16 ευρώ, για αμοιβές προσωπικού 112.235 ευρώ και για αποζημιώσεις απολύσεων προσωπικού ποσό 29.850 ευρώ, κατά την ανάπτυξη δε των ως άνω κονδυλίων δια της κρινομένης προσφυγής, στις ως άνω δαπάνες της περιλαμβάνει αμοιβές προσωπικού, αποζημιώσεις απολύσεων προσωπικού, έξοδα φύλαξης του εργοταξίου, δαπάνες για προμήθειες εγγυητικών επιστολών, δαπάνες για τόκους δανείων αναφερόμενες όμως και σε προηγούμενα της διακοπής των εργασιών χρονικά διαστήματα (έτος 2008 και από 01 -01 -2009 έως 22-12-2009, κατά τα οποία δεν δικαιολογούνται βλάβες στο εργοτάξιο, δεδομένου ότι, ως η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, οι βλάβες εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών, πέραν του ότι οι ως άνω επικαλούμενες δαπάνες για γενικά έξοδα του εργοταξίου, δεν πιθανολογείται ότι δικαιολογούνται με βάση το νόμο (άρθρο 7 παρ.6, 7 ν. 1418/1984 και 45 του π.δ. 609/1985) και το άρθρο 36 του ΚΑΕΕ της καθής, ως αποκαταστατέες ζημίες συνεπεία των βλαβών, αλλά υπό προϋποθέσεις θεμελίωναν δικαίωμα αποζημίωσης της προσφεύγουσας κατ' άρθρο 7 παρ.2 ν. 1418/1984.

Περαιτέρω, μετά την υποβολή της δήλωσης βλαβών, η καθής για να διαπιστώσει αν υπάρχουν βλάβες στο έργο, επελθούσες κατά το χρονικό διάστημα της διακοπής των εργασιών, με το υπ'αριθμ. πρωτ. … έγγραφο της αρμοδίας Υπηρεσίας της, όρισε Επιτροπή Διαπίστωσης Βλαβών, που συνέταξε Πρωτόκολλο Διαπίστωσης Βλαβών, το οποίο, λόγω άρνησης της προσφεύγουσας να το υπογράψει, κοινοποιήθηκε σ'αυτήν με το υπ'αριθμ.

… έγγραφο της καθής. Της συντάξεως του εν λόγω Πρωτοκόλλου, προηγήθηκε έλεγχος της ορισθείσας Επιτροπής που περιορίσθηκε μόνον στις φθορές σε εργασίες και εξοπλισμό, καθόσον για τα λοιπά κονδύλια αποζημίωσης, λόγω βλαβών που αιτήθηκε η ανάδοχος δεν υπήρχαν περαιτέρω στοιχεία στη δήλωσή της. Στο Πρωτόκολλο Διαπίστωσης Βλαβών, διαπιστώθηκε ότι ως προς τις φθορές στους βερνικοχρωματισμούς των μεταλλικών κατασκευών δεν συντρέχει λόγος αποζημίωσης, γιατί οι φθορές οφείλονται στη μη χρήση από την προσφεύγουσα κατά την εκτέλεση των εργασιών εποξειδικού χρώματος, ως προς τις φθορές στα εξωτερικά επιχρίσματα δεν συντρέχει λόγος αποζημίωσης, γιατί οι φθορές οφείλονται στη μη ορθή, κατά την εκτέλεση των εργασιών, εφαρμογή κλίσεων στα δάπεδα των δωμάτων, καθώς και στη δυσλειτουργία των υδρορροών στην περιοχή εισόδου των σιφονιών, ως προς τις φθορές στα εσωτερικά επιχρίσματα παρατηρήθηκαν φθορές σε επιφάνεια 871,32 τμ, ως προς τις φθορές στα τοποθετημένα σε εξωτερικούς χώρους είδη υγιεινής δεν συντρέχει λόγος αποζημίωσης, γιατί οι φθορές οφείλονται στη μη ασφαλή αποθήκευσή τους από την προσφεύγουσα, με βάση τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ως προς τις φθορές στις οδεύσεις καλωδιώσεων των Η/Μ εγκαταστάσεων, στις θερμικές μονώσεις οδεύσεων σωληνώσεων των Η/Μ εγκαταστάσεων, στις εγκαταστάσεις κλιματισμού-αερισμού, στα συστήματα ασφαλείας και στο Σύστημα Κεντρικού Ελέγχου δεν συντρέχει λόγος αποζημίωσης, γιατί οι φθορές οφείλονται σε ελλιπή μέτρα προστασίας των εργασιών εκ μέρους της προσφεύγουσας, ως προς τις φθορές στους συσσωρευτές συστήματος αδιαλείπτου παροχής ισχύος δεν συντρέχει λόγος αποζημίωσης, γιατί οι φθορές οφείλονται στην πρόωρη ενσωμάτωση από την προσφεύγουσα των συσσωρευτών στα μηχανήματα.

Κατά τη διατυπωθείσα δε στο εν λόγω πρωτόκολλο γνώμη της Επιτροπής Διαπίστωσης Βλαβών ως προς το αίτημα αποζημίωσης της αναδόχου, λόγω βλαβών από ανωτέρα βία στο έργο, η τελευταία δεν δικαιούται αποζημίωσης, γιατί υπέβαλε εκπρόθεσμα την υπ' αριθμ. πρωτ. … δήλωση βλαβών. Όπως προεκτέθηκε, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 36.3 του ΚΑΕΕ της καθης, η δήλωση βλαβών υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο εργασίμων ημερών από την επέλευση της βλάβης.

Ως συνομολογείται από αμφότερα τα διάδικα μέρη, οι βλάβες στο έργο παρουσιάστηκαν κατά το χρονικό διάστημα διακοπής των εργασιών. Η διακοπή των συμβατικών εργασιών του έργου λόγω υπαιτιότητας της καθής, άρχισε την 23-12-2009 με την επίδοση προς την Διευθύνουσα Υπηρεσία καθώς και προς το Τμήμα Διαχείρισης Έργων της καθής της από 23-12-2009 ειδικής δήλωσης της προσφεύγουσας.

Η δικαιολογούσα τη διακοπή εργασιών υπερημερία της καθής ως προς την πληρωμή των 35ου και 36ου λογαριασμών του έργου, ήρθη με την εξόφληση των λογαριασμών στις 22-12-2010 και στις 23-12-2010 αντίστοιχα και πλέον εξέλιπε ο λόγος που δικαιολογούσε τη διακοπή των εργασιών του έργου. Η ανάδοχος είχε συμβατική υποχρέωση να συνεχίσει από την 24-12-2010 την εκτέλεση των εργασιών του έργου, χωρίς να μεσολαβήσει ειδική προς τούτο εντολή της αρμόδιας υπηρεσίας της καθής, ως αβασίμως διατείνεται η προσφεύγουσα.

Άλλωστε η τελευταία αυτοβούλως συνέχισε τις εργασίες στο έργο στις 3-12-2011, ήτοι μετά παρέλευση ενός έτους περίπου από τότε που αποπληρώθηκαν οι λογαριασμοί, χωρίς να μεσολαβήσει ειδική εντολή της καθής για συνέχιση των εργασιών. Εξ άλλου, η προσφεύγουσα, για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση έναρξης των εργασιών, μετά την αποπληρωμή των λογαριασμών, επικαλείται ότι και μετά την 24-12-2010 και μέχρι την 03-12-2011, συνεχίσθηκε η έλλειψη των πιστώσεων για τη χρηματοδότηση του έργου και ότι το γεγονός αυτό την εμπόδισε να επανεκκινήσει τις συμβατικές εργασίες, αφού δεν θα υπήρχε δυνατότητα καταβολής του αντιστοίχου εργολαβικού ανταλλάγματος.

Ο ισχυρισμός της αυτός όμως δεν πιθανολογείται βάσιμος, δεδομένου ότι με την ταυτόχρονη αποπληρωμή από την καθής των δύο καθυστερούμενων λογαριασμών του έργου είχε εμφανώς αποκατασταθεί η ροή της χρηματοδότησης του έργου, η δε δυσπιστία της προσφεύγουσας ως προς την επάρκεια των μελλοντικών πιστώσεων για την κάλυψη της απαίτησής της εκ του εργολαβικού ανταλλάγματος, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη συνέχιση άμεσα των συμβατικών εργασιών, ενόψει μάλιστα των προβλεπομένων από το νόμο δικαιωμάτων της προσφεύγουσας, σε περίπτωση νέας καθυστέρησης των πληρωμών, να ζητήσει νέα διακοπή των εργασιών ή ακόμη και τη διάλυση της σύμβασης, κατ 'άρθρο 48 παρ.3 πδ 609/1985.

Να σημειωθεί δε ότι πράγματι δεν είναι επιτρεπτή η διενέργεια διαγωνισμού με μόνη την πιθανολόγηση ότι θα εξασφαλισθεί στο μέλλον η χρηματοδότηση του έργου, όμως εν προκειμένω τόσο κατά το προσυμβατικό στάδιο, όσο και κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης, με τη συμβατική μάλιστα ανάληψη του κινδύνου από την ανάδοχο ότι η πληρωμή του έργου θα ακολουθεί τη χρηματοδότησή του, αλλά και κατά το επακολουθήσαν στάδιο της έναρξης των εργασιών του έργου δεν υπήρχαν προβλήματα σχετικά με τη χρηματοδότηση του έργου.

Τα προβλήματα δε που παρουσιάστηκαν στη συνέχεια σχετικά με την ομαλή χρηματοδότηση του έργου, οδήγησαν μόνο σε μικροκαθυστερήσεις αποπληρωμής των λογαριασμών, δεδομένου ότι μέχρι τη διακοπή των εργασιών είχαν αποπληρωθεί από την καθής, έστω και με καθυστερήσεις, τριάντα τέσσερεις προηγούμενοι λογαριασμοί του έργου, έναντι του εργολαβικού ανταλλάγματος για τις εκτελεσθείσες εργασίες που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 82,98% επί του συνόλου των ανατεθεισών εργασιών της αρχικής σύμβασης, σε ποσοστό 71,78% επί του συνόλου των ανατεθεισών εργασιών της συμπληρωματικής σύμβασης και σε ποσοστό 55,71% επί του συνόλου των ανατεθεισών εργασιών της 2ης συμπληρωματικής σύμβασης.

Αντίθετα, πιθανολογείται ότι η προσφεύγουσα, αντιμετωπίζουσα η ίδια ταμειακή δυσχέρεια και προκειμένου να δεσμεύσει εκ των προτέρων χρήματα για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, αιτήθηκε με το υπ' αριθμ. … έγγραφό της τη χορήγηση από την καθής επιπρόσθετης προκαταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος ποσού 1.000.000 ευρώ.

Στο εν λόγω έγγραφό της η προσφεύγουσα αναφέρει επί λέξει "...Το έργο έχει ήδη εκτελεσθεί σε ποσοστό άνω του 80% του προϋπολογισμού του και απ' ότι μας έχετε δηλώσει, σήμερα υπάρχουν πιστώσεις για το συγκεκριμένο έργο, έτσι ώστε να περαιωθούν οι εναπομείνασες εργασίες και να παραδοθεί το έργο στο Δημόσιο που το έχει ανάγκη σύμφωνα με τις πολιτικές εξαγγελίες της ηγεσίας στη χώρα.

Με δεδομένη τη δυσχερή οικονομική κατάσταση της Κοινοπραξίας μας, λόγω της οικονομικής καταστροφής που έχει υποστεί τα τελευταία δυόμιση χρόνια εξ αποκλειστικής υπαιτιότητάς σας, για να μπορέσουμε να ανακινήσουμε τις εργασίες, αιτούμεθα με την παρούσα επιστολή την καταβολή επιπρόσθετης προκαταβολής ενός εκατομμυρίου ευρώ(1.000.000)...".

Το εν λόγω αίτημα έγινε εν μέρει δεκτό από το Δ.Σ της καθής σε συνεδρίασή του στις 23-09-2011 και αποφασίσθηκε η χορήγηση πρόσθετης προκαταβολής στην προσφεύγουσα ποσού 400.000 ευρώ, ακολούθως δε με το υπ'αριθμ.62682/03-11-2011 έγγραφο της καθής γνωστοποιήθηκε στην προσφεύγουσα η αποδοχή του αιτήματός της, οπότε πλέον η τελευταία εντός του αμέσως επομένου μήνα επανεκκίνησε τις συμβατικές ανεκτέλεστες εργασίες.

Ως εκ τούτων, μετά την πληρωμή των λογαριασμών, η προσφεύγουσα κατά τη συμβατική της υποχρέωση, θεωρείται ότι επανεγκαταστάθηκε στο έργο την 24-12-2010, καθόσον, ως προεκτέθηκε, αφενός μεν δεν απαιτείτο ειδική προς τούτο εντολή της αρμόδιας υπηρεσίας της καθής, αφετέρου δεν συνέτρεχε πλέον λόγος που να δικαιολογεί διακοπή των εργασιών.

Κατά την επανεγκατάστασή της στο έργο την 24-12-2010, η καθής θα διαπίστωνε τις επελθούσες κατά το χρονικό διάστημα της διακοπής των εργασιών βλάβες του έργου, οφειλόμενες σε ανωτέρα βία και σύμφωνα με ισχύουσα ειδικότερη πρόβλεψη του ΚΑΕΕ της καθής (άρθρο 36.2) εντός των δύο επομένων εργασίμων ημερών έπρεπε να υποβάλει την ειδική δήλωση επέλευσης της βλάβης.

Πλην όμως η προσφεύγουσα υπέβαλε την εν λόγω δήλωση την 05-12-2011 , ήτοι μετά πάροδο περίπου ένδεκα μηνών, συντελώντας μάλιστα στην επαύξηση του μεγέθους των βλαβών κατά το ως άνω διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, καθόσον αυθαίρετα ταύτισε το χρονικό σημείο που είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει την επέλευση των βλαβών με την κατά τη δική της βούληση επανεκκίνηση των συμβατικών εργασιών την 03-12-2011.

Επομένως η υπ'αριθμ. … δήλωση βλαβών είναι εκπρόθεσμη και η προσφεύγουσα απώλεσε το δικαίωμα αποζημίωσης για τη συναπτόμενη με τις βλάβες ζημία της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την εν λόγω προσφυγή ως αβάσιμη στην ουσία της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα απώλεσε το δικαίωμα αποζημίωσης των επικαλούμενων εκ μέρους της βλαβών κατά τη διάρκεια διακοπής των εργασιών του έργου διότι η συναφής δήλωση βλαβών που υπέβαλε ήταν εκπρόθεσμη, καθόσον δεν την υπέβαλε εντός της προβλεπόμενης από τον οικείο Κανονισμό προθεσμίας από την άρση του λόγου διακοπής, αλλά πολύ μεταγενέστερα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ.1, 2, 3 του ΚΑΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 8 του ν.2229/1994 και 7 παρ.6-7 ν1418/1984, 45 ν.609/1985, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν, λόγω του εκπροθέσμου της δήλωσης της αναιρεσείουσας, την ένδικη αξίωση αυτής προς αποζημίωση.

Εξάλλου, το Εφετείο υπό τις υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται αποζημιώσεως, διότι η υποβληθείσα δήλωση βλαβών ήταν εκπρόθεσμη, υπό τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές ότι:

α) οι βλάβες στο έργο παρουσιάστηκαν κατά το χρονικό διάστημα διακοπής των συμβατικών εργασιών, κατόπιν της από 23-12-2009 ειδικής δήλωσης της αναιρεσείουσας, λόγω υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέστη υπερήμερη ως προς την πληρωμή των επί μέρους (35ου και 36ου)λογαριασμών, β) στις 23-12-2010 με την εξόφληση των ως άνω λογαριασμών ήρθη η υπερημερία της αναιρεσίβλητης, εξέλιπε ο λόγος που δικαιολογούσε τη διακοπή των εργασιών, είχε αποκατασταθεί η ροή της χρηματοδότησης του έργου και δεν υπήρχαν σχετικά προβλήματα, παρά μικροκαθυστερήσεις, δεδομένης της αποπληρωμής όλων των προηγούμενων λογαριασμών για τις εκτελεσθείσες εργασίες που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 82,98% επί του συνόλου των ανατεθεισών εργασιών της αρχικής σύμβασης, και γ) η αναιρεσείουσα, παρά το γεγονός ότι είχε συμβατική υποχρέωση να συνεχίσει την εκτέλεση του έργου την 24-12-2010, μη ούσας αναγκαίας ειδικής προς τούτο εντολής της αρμόδιας υπηρεσίας της καθής και να υποβάλει τη σχετική δήλωση για την επέλευση των βλαβών στο επίδικο έργο εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας δύο εργασίμων ημερών από την άρση του λόγου διακοπής (που εν προκειμένω συνιστούσε τη γενεσιουργό αιτία της επικαλούμενης επέλευσης βλάβης), κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 36 παρ.2 και 3 του ΚΑΕΕ της αναιρεσίβλητης, αυτοβούλως συνέχισε τις εργασίες στο έργο 11 μήνες μετά την αποπληρωμή των λογαριασμών (στις 3-12-2011), υποβάλλοντας τη δήλωση βλαβών εκπροθέσμως, την 5-12-2011.

Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο μέρος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης του άρθρου 36 του ΚΑΕΕ της αναιρεσίβλητης, αλλά και εκείνης του αρ. 19 κατά τη νοηματική του εκτίμηση, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο, σχετικά με την υποβληθείσα από την αναιρεσείουσα δήλωση βλαβών, διέλαβε και τα εξής: "Εξάλλου στην ίδια δήλωση βλαβών, η προσφεύγουσα για γενικά έξοδα του εργοταξίου προσδιόριζε την αναλογούσα αποζημίωση λόγω βλαβών στο συνολικό ποσό των 668.238,17 ευρώ, επικαλούμενη ως κατ' ιδίαν δαπάνες της, χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη, για φύλαξη εργοταξίου ποσό 162.624,50 ευρώ, για προμήθειες εγγυητικών επιστολών ποσό 43.096,51 ευρώ, για τόκους δανείων ποσό 320.432,16 ευρώ, για αμοιβές προσωπικού 112.235 ευρώ και για αποζημιώσεις απολύσεων προσωπικού ποσό 29.850 ευρώ, κατά την ανάπτυξη δε των ως άνω κονδυλίων δια της κρινομένης προσφυγής, στις ως άνω δαπάνες της περιλαμβάνει αμοιβές προσωπικού, αποζημιώσεις απολύσεων προσωπικού, έξοδα φύλαξης του εργοταξίου, δαπάνες για προμήθειες εγγυητικών επιστολών, δαπάνες για τόκους δανείων αναφερόμενες όμως και σε προηγούμενα της διακοπής των εργασιών χρονικά διαστήματα (έτος 2008 και από 01 -01 -2009 έως 22-12-2009, κατά τα οποία δεν δικαιολογούνται βλάβες στο εργοτάξιο, δεδομένου ότι, ως η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, οι βλάβες εμφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών, πέραν του ότι οι ως άνω επικαλούμενες δαπάνες για γενικά έξοδα του εργοταξίου, δεν πιθανολογείται ότι δικαιολογούνται με βάση το νόμο (άρθρο 7 παρ.6, 7 ν. 1418/1984 και 45 του π.δ. 609/1985) και το άρθρο 36 του ΚΑΕΕ της καθής, ως αποκαταστατέες ζημίες συνεπεία των βλαβών, αλλά υπό προϋποθέσεις θεμελίωναν δικαίωμα αποζημίωσης της προσφεύγουσας κατ' άρθρο 7 παρ.2 ν. 1418/1984".

Οι αναφορές όμως αυτές του Εφετείου, όπως αυτές εκτιμώνται από την διατύπωσή τους, ιδία δε από το γεγονός ότι δεν γίνεται μνεία στο σύνολο των βλαβών, τις οποίες επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, παρά μόνον στην επί μέρους δαπάνη των γενικών εξόδων, χωρίς μάλιστα να υπάρχει, έστω και εμμέσως, απορριπτική διάταξη για το σύνολο της αιτούμενης αποζημιώσεως, δεν συνιστούν σκέψεις προς στήριξη επάλληλης, απορριπτικής της προσφυγής, διάταξης, ούτε και διατυπώθηκαν προκειμένου το Εφετείο να στηρίξει το μοναδικό αποδεικτικό του πόρισμα, περί εκπρόθεσμης υποβολής της ένδικης υπ' αριθμ.

… δήλωσης βλαβών και της συνακόλουθης απώλειας του δικαιώματος αποζημίωσης για τη συναπτόμενη με τις βλάβες ζημία της, και σε επάλληλη αιτιολογία, δηλαδή για κατ' ουσίαν αβασιμότητα της εν λόγω δήλωσης, αλλά διατυπώθηκαν κατά την ιστορική παράθεση των περιστατικών ως εκ περισσού και χωρίς να είναι απαραίτητες για την στήριξη του διατακτικού της, και επομένως δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε λόγο αναίρεσης.

Επομένως, οι δεύτερος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος, και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν απέρριψε την προσφυγή λόγω ουσιαστικής αβασιμότητας της δήλωσης βλαβών, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα, αλλά απέρριψε αυτήν λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε γίνει δεκτό ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά το κονδύλιο για τα γενικά έξοδα του εργοταξίου, στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες, ενόψει του ότι, κατά τα ανωτέρω, δεν επλήγη επιτυχώς η επάλληλη αιτιολογία περί εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης βλαβών, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, που αφορούν την ουσιαστική αβασιμότητα της εν λόγω δήλωσης είναι αλυσιτελείς και, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση επάλληλη αιτιολογία περί εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης βλαβών.

Τέλος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι κατέλιπε αδίκαστη την προσφυγή της καθ' ο μέρος ζητούσε την επιδίκαση των γενικών εξόδων του εργοταξίου για το χρονικό διάστημα μετά τη διακοπή των εργασιών, είναι αβάσιμος, εφόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το επίμαχο αίτημα δεν έμεινε αδίκαστο, αφού η προσφυγή ερευνήθηκε και απορρίφθηκε στο σύνολό της. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε (α'ρθ. 176, 193, 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2020 αίτηση της Κοινοπραξίας "…" για αναίρεση της με αριθμό 50/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ