Legislator Case Law & Legislation
2092/2017 AI generated

2092/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2092/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2092/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτώς, επίσης, με το από 23-8-2017 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε ως προς προσβαλλόμενα με την αίτηση αναιρέσεως κεφάλαια της εφετειακής αποφάσεως προσθέτους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), ή οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2092 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2092/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος Χ. Κ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Φλάμπουρα.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μανανά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-1-2008 και 20-5-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2009 του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, επί της πρώτης αγωγής, η οποία κήρυξε αυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, 101/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που συνεκδίκασε τις δύο αγωγές και 17/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-6-2016 αίτησή του και τους από 23-8-2017 πρόσθετους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς κρίση η από 14-06-2016 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθ. 17/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 13-1-2014 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ` αριθ. 101/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, εξηφανίσθη η πρωτόδικος συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες αγωγές των διαδίκων, απερρίφθη η από 20-5-2009 αγωγή του αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η από 7-1-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά την επικουρική της βάση, και υπεχρεώθη ο αναιρεσείων να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ποσόν 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.

Με την πρωτοβάθμια απόφαση είχαν συνεκδικασθή οι ως άνω αντίθετες αγωγές των διαδίκων, είχε απορριφθή η αγωγή του αναιρεσείοντος, είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως προς την κυρία αυτής βάση περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω προσυμβατικού πταίσματος. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθή νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Παραδεκτώς, επίσης, με το από 23-8-2017 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε ως προς προσβαλλόμενα με την αίτηση αναιρέσεως κεφάλαια της εφετειακής αποφάσεως προσθέτους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), ή οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους κύριους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999,ΑΠ 133/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο δε διότι οι εξής παραδοχές της προσβαλλομένης ως προς τα πραγματικά γεγονότα, που αιτιολογούν την συναίνεση του αναιρεσείοντα Χ.

Κ. στην κατεδάφιση του κτήματος αντιφάσκουν μεταξύ τους, και δη ότι: α) " Η συναίνεση του αναιρεσείοντος Χ. Κ. στην κατεδάφιση του κτίσματος, που βρισκόταν μέσα στο υπό πώληση οικόπεδό του, τελεί σε αντίφαση με το ότι, όπως ελέχθη ανωτέρω, ως φρόνιμος και νουνεχής άνθρωπος μπορούσε να σταθμίσει το καλώς νοούμενο συμφέρον του.

Ως τέτοιος, γνώριζε, ότι τα αποτελέσματα της αρχαιολογικής έρευνας δυνατόν να απαγόρευαν την ανοικοδόμηση στο υπό διαπραγμάτευση οικόπεδό του. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οριστική κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως θα ματαιωνόταν. Και τότε, θα είχε κάθε συμφέρον το κτίσμα του να υπάρχει και μετά την ματαίωση της πωλήσεως.

Επομένως, δεν είχε ουδένα λόγο να συναινέσει στην "πρώιμη" κατεδάφιση του κτίσματος". Η ανωτέρω αιτίαση, η περιεχομένη στον κρινόμενο λόγο, είναι προεχόντως απαράδεκτος εφ' όσον αναφέρεται στην επιχειρηματολογία των διαδίκων και του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται , κατά το έτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου ότι η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "Αμέσως μετά την κατεδάφιση του κτίσματος οι διάδικοι διαφώνησαν διότι ο μεν ενάγων απαίτησε την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης εντός της προβλεφθείσας στο ιδιωτικό συμφωνητικό προθεσμίας, λόγω του ότι είχε ήδη κατεδαφισθεί το κτίσμα που υπήρχε σε αυτό και επειδή θεωρούσε ότι τα ευρήματα δεν παρουσιάζουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον που θα απέκλειε την ανοικοδόμηση, ο δε εναγόμενος επέμενε στην ολοκλήρωση της ανασκαφικής έρευνας από την αρχαιολογική υπηρεσία, ζήτημα που επίσης κατά τη συμφωνία έπρεπε να επιλυθεί πριν την κατάρτιση της σύμβασης" τελεί σε αντίφαση με την ανωτέρω παραδοχή, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων Χ.

Κ. είχε συναινέσει στη διενέργεια ελέγχου από την αρχαιολογική υπηρεσία. Η προσβαλλομένη διέλαβε στο αιτιολογικό της τμήμα τα εξής: "Επιπλέον τα μέρη συμφώνησαν (τελευταίος όρος) "Στο οικόπεδο υπάρχει παλαιά αποθήκη την οποία ο ιδιοκτήτης θέλει όπως κατεδαφίσει πριν τη διενέργεια των τομών. Οι εργασίες θα πραγματοποιηθούν υπό την ευθύνη του ιδιοκτήτη με έξοδα όσον αφορά τα μηχανήματα που θα καλύψει ο υποψήφιος αγοραστής.

Η μεταβίβαση θα πραγματοποιηθεί περίπου εντός είκοσι ημερών". Η συμφωνία περί διαπιστώσεως της μη υπάρξεως αρχαίων εντός του οικοπέδου που θα καθυστερούσαν ή και θα απέκλειαν την ανοικοδόμηση του ακινήτου, ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθόσον όπως γνώριζαν οι διάδικοι, ο μεν ενάγων ως κάτοικος της περιοχής, αλλά και ο εναγόμενος που είλκε την καταγωγή του από την περιοχή και διατηρούσε σε αυτή εξοχική κατοικία, η ανεύρεση αρχαίων σε ακίνητα της περιοχής ήταν ιδιαίτερα συχνή.

Εν συνεχεία ζητήθηκε από την αρχαιολογική υπηρεσία η διενέργεια ελέγχου επί του οικοπέδου. Προ του ελέγχου ο ενάγων απομάκρυνε από το διώροφο κτίσμα τα πράγματα που υπήρχαν εντός αυτού (βιβλία και κάποια στοιχειώδη έπιπλα που χρησιμοποιούσε κατά την παραμονή σε αυτό) και αφαίρεσε τα αλουμινένια πορτοπαράθυρα και τον ηλιακό θερμοσίφωνα που βρισκόταν στην ταράτσα του κτίσματος (προσκομιζόμενες φωτογραφίες).

Ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε τελικά στις 21 και 22 Ιουνίου 2007, παρουσία των διαδίκων και υπαλλήλου της αρχαιολογικής υπηρεσίας, με τη διενέργεια διερευνητικών τομών περιμετρικά του ακινήτου και εντοπίσθηκε τμήμα αρχαίου τοιχίου 3μ χ 0,60μ, με συνέπεια να διακοπούν οι εργασίες προκειμένου να ακολουθήσει ανασκαφική έρευνα ώστε να διαπιστωθεί η σπουδαιότητα του ευρήματος και αν υπάρχουν ευρήματα και σε άλλα σημεία του οικοπέδου και να κριθεί στη συνέχεια αν θα χορηγούνταν άδεια προς ανοικοδόμηση αυτού και με ποιους όρους, επιβλήθηκε δε προσωρινώς διακοπή εργασιών.

Κατόπιν τούτων οι διάδικοι που επιθυμούσαν τον κατά το δυνατό συντομότερο περαιτέρω έλεγχο του ακινήτου ώστε να επιλυθεί το ζήτημα περί της υπάρξεως ή μη αρχαίων και της δυνατότητα ανοικοδόμησης και να μπορέσει να καταρτισθεί η μεταξύ τους οριστική σύμβαση προχώρησαν άμεσα, όπως είχαν ήδη συμφωνήσει με το από 26.5.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, και κατόπιν μεταξύ τους τηλεφωνικής επικοινωνίας, στην κατεδάφιση του διώροφου κτίσματος - αποθήκης, την οποία πραγματοποίησε με έξοδά του, όπως είχε επίσης συμφωνηθεί, ο εναγόμενος με τη χρήση μηχανημάτων του εργολάβου χωματουργικών έργων Τ.

Κ., τον οποίο γνώριζε προσωπικά ο ενάγων από την παιδική του ηλικία και συνεργαζόταν επαγγελματικά μαζί του από ετών. Αμέσως μετά την κατεδάφιση του κτίσματος οι διάδικοι διαφώνησαν διότι ο μεν ενάγων απαίτησε την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης εντός της προβλεφθείσας στο ιδιωτικό συμφωνητικό προθεσμίας, λόγω του ότι είχε ήδη κατεδαφισθεί το κτίσμα που υπήρχε σε αυτό και επειδή θεωρούσε ότι τα ευρήματα δεν παρουσιάζουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον που θα απέκλειε την ανοικοδόμηση, ο δε εναγόμενος επέμενε στην ολοκλήρωση της ανασκαφικής έρευνας από την αρχαιολογική υπηρεσία, ζήτημα που επίσης κατά τη συμφωνία έπρεπε να επιλυθεί πριν την κατάρτιση της σύμβασης".

Με τις ως άνω παραδοχές η εκκαλουμένη διέλαβε σαφείς και άνευ αντιφάσεων αιτιολογίες, τα δ' αντιθέτως υποστηριζόμενα στο δεύτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου τυγχάνουν αβάσιμα Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.

Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρόσθετο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε εκτιμήθηκε το περιεχόμενό τους προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και από τα οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύεται η βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, λόγω καθαιρέσεως του κτίσματος των 60 τ.μ άνευ συναινέσεώς του και ειδικότερα:

τα εξής έγγραφα που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Εφετείου Ευβοίας από τον αναιρεσίβλητο: 1) Το υπ' αριθ. 32 σχετικό έγγραφο, που αφορά σε έκθεση φωτοερμηνείας του Δ. Μ., 2)Το υπ' αριθ. 55 σχετικό έγγραφο, που αφορά σε έκθεση φωτοερμηνείας του Δ. Α.,3) Το υπ' αριθ. 3 σχετικό έγγραφο που αφορά σε 22 φωτογραφίες, καθώς επίσης και τα εξής έγγραφα που προσκομίσθηκαν από αμφότερους τους διαδίκους: 1)Το υπ αριθ. 21 που αφορά το τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Η.

Τ., 2 )Το υπ' αριθ. 21 σχετικό έγγραφο, που αφορά στο απόσπασμα ορθοφωτογραφίας 2007- 2009 της ΕΚΧΑ Α.Ε και 3)Τα υπ' αριθ. 33, 34 ,47 και 48 σχετικά έγγραφα, που αφορούν σε βεβαιώσεις της εφημερίδας " χρυσή ευκαιρία ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι: α) από τη ρητή σχετική βεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, β) από την ρητή αναφορά στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, και στις τεχνικές εκθέσεις φωτοερμηνείας και γ) από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναιρέσεως, και προς συναγωγή τεκμηρίων εκ του περιεχομένου τους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Εξ άλλου, ο ίδιος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι η εκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω εγγράφων, οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, απ' αυτό που εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθή ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2016 αίτηση και τον από 23-8-2017 πρόσθετο λόγο του Χ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 17/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ