Supreme Court dismisses appeal on defamation where defendant proved justified interest under Article 367 of Criminal Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment in a defamation case. The appellant alleged that the lower court erred in applying Article 367 of the Criminal Code, claiming the defendant's actions were not justified. However, the appellate court had established that the defendant acted to protect a legitimate interest, thereby negating the requirement for criminal liability under the specific provision cited by the appellant. Consequently, the Supreme Court found the appeal inadmissible and rejected the challenge to the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 367 § 1 and 367 § 2 of the Criminal Code; A defamation claim fails to establish criminal liability when the defendant acts to protect a legitimate interest or right, as the act lacks the malicious intent required for the offense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2092 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2092/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Κοτέα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πελέκη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 21 Απριλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6022/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3505/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από20 Ιουλίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 2 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1060/20.7.2006 αιτήσεως για αναίρεση της 3505/18.5.2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1060/20-7-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3505/18-5-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 62012/3885/21-4-2003 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης χρηματικής ικανοποιήσεώς της προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα άδικη και υπαίτια πράξη με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 6022/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμόύστερα από την 10518/29-11-2005 έφεση του εναγομένου, η3505/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτικήεπ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στιςακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχέςτης, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους: "Η ενάγουσα, οσύζυγος της Ζ και τα δύο τέκνα τωνΘ και Ξ, δραστηριοποιούνται επαγγελματικώς εις την εισαγωγήν και εμπορίαν αλιευμάτων βαθείας καταψύξεως.
Ο άνω σύζυγος της εναγούσης συνειργάσθη επί μακρόν εις συναφείς επιχειρήσεις μετά του εκκαλούντος, μετά του οποίου και διετήρουν οικογενειακώς στενωτάτας κοινωνικός σχέσεις. Κατά το έτος 1995 ο Ζ και ο εκκαλών, απεφάσισαν να συστήσουν νέαν εταιρείαν, εις την οποίαν θα συμμετείχαν και τα τέκνα των δύο φιλικών οικογενειών, με την προοπτικήν να περιέλθουν εις αυτά οι επιχειρήσεις των γονέων των.
Προς τούτο δια του υπ' αριθμ. 2647/6.2.1995 συμβολαιογραφικού εγγράφου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Σίμου Ταμπούρη συνέστησαν την εταιρείαν περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" με έδραν τας Αθήνας, της οποίας σκοποί ωρίσθησαν οι εισαγωγές και εξαγωγές νωπών και κατεψυγμένων αλιευμάτων ως και η τυποποίησις ειδών διατροφής.
Μέτοχοι της ως άνω εταιρείας ήσαν ο άνω Ζ με 126 εταιρικά μερίδια, τα τέκνα αυτού και της εφεσιβλήτου, Θ με 62 εταιρικά μερίδια και Ξ με 62 εταιρικά μερίδια, ο εκκαλών με 200 εταιρικά μερίδια και η θυγάτηρ του Ψ με 50 εταιρικά μερίδια, ούτως ώστε εκάστη οικογένεια συμμετείχεν εις την εταιρείαν με 250 εταιρικά μερίδια.
Διαχειριστές της εταιρείας ωρίσθησαν δια του καταστατικού εις εξ εκάστης οικογενείας και δη οι εκ των εταίρων Ξ και Ψ. Η εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" ελειτούργησεν έως ότου δια του υπ' αριθμ. 1108/20.4.2000 συμβολαιογραφικού εγγράφου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Κέστη ελύθη και ετέθη εν εκκαθαρίσει.
Δι' αποφάσεως των εταίρων, εκκαθαριστές ωρίσθησαν οι ... και ... λογιστής. Δια του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ιωάννας Ζαγκάνα η εφεσίβλητος, ο άνω σύζυγος της και ο άνω υιός των Ξ είχον συστήσει την εταιρείαν περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμίαν "... ΕΠΕ", η οποία είχεν το αυτό αντικείμενον εμπορίας με την ως άνω εταιρείαν υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ".
Κατά μήνα Ιούνιον του έτους 1999 η άνω εταιρεία υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" επώλησεν εις την ετέραν ως άνω εταιρείαν υπό την επωνυμίαν "... ΕΠΕ" εμπορεύματα (αλιεύματα) συνολικής ποσότητος 59.950 κιλών, αξίας 59.951.664 δραχμών και εξέδωσεν και τα σχετικά φορολογικά παραστατικά (τιμολόγια), πλην η αγοράστρια εταιρεία υπό την επωνυμίαν "...
ΕΠΕ" δεν εξώφλησεν το οφειλόμενον τίμημα. Προς είσπραξιν τούτου η εφεσίβλητος ως συνδιαχειρίστρια της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" υπέβαλεν αίτησιν προς τον Δικαστήν του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια της οποίας ητήσατο την δια την άνω οφειλήν έκδοσιν διαταγής πληρωμής εις βάρος της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "...
ΕΠΕ". Η αίτησις εγένετο δεκτή και κατ' αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 53/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας αυτή διετάχθη να καταβάλη εις την "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ", το ποσόν των 58.576.824 δραχμών, ενώ δια το υπόλοιπον ποσόν του τιμήματος ηγέρθη αγωγή κατ' αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά της άνω διαταγής πληρωμής η εταιρεία περιωρισμένης ευθύνης υπό την επωνυμίαν "... ΕΠΕ" ήσκησεν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30.1.2000 (υπ' αριθ. 879/2000) ανακοπήν, δια της οποίας προέβαλεν ως λόγον ανακοπής την ένστασιν συμψηφισμού της άνω απαιτήσεως προς ιδικήν της ανταπαίτησιν εις βάρος της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" ποσού 59.948.700 δραχμών, την οποίαν οι εταίροι αυτής Ζ και Ξ δια της από 12.10.1999 συμβάσεως είχον εκχωρήσει εις αυτήν και ηοποία προήρχετο από αξιώσεις από προσωρινές των καταθέσεις εις το ταμείον της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" της οποίας, ήσαν εταίροι.
Κατά την συζήτησιν της ανακοπής αυτής κατά την δικάσιμον της 22.11.2000 η εταιρεία υπό την επωνυμίαν "... ΕΠΕ" προς επίρρωσιν της άνω ενστάσεως της, επεκαλέσθη και προσεκόμισεν δια του πληρεξουσίου αυτής δικηγόρου, μεταξύ των άλλων εγγράφων, φωτοαντίγραφον της από 11.8.1997 χειρογράφου αποδείξεως ποσού 10.000.000 δραχμών, η οποία είχεν εκδοθή από την εταιρείαν υπό τηνεπωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" και εις την οποία ανεγράφοντοτα εξής: "Απόδειξη δρχ. 10.000.000 Ο υπογεγραμμένος Χ έλαβον δέκα εκατομμύρια από εταιρία ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ λογ/σμό μου προσωρινών καταθέσεων.
Ο Λαβών". Ηκολούθει δε υπογραφή, Η ανακοπή απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 670/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ανακόπτουσα ήσκησεν την από 22.3.2001 έφεσιν και αίτησιν αναστολής εκτελέσεως αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά την συζήτησιν της τελευταίας την 7.5.2001, η εταιρεία υπό τηνεπωνυμίαν "...
ΕΠΕ" προσεκόμισεν και αύθις το άνωέγγραφον. Ο εκκαλών, επί σκοπώ του να αποδυνάμωση τηναποδεικτικήν αξίαν του άνω εγγράφου, την 9.5.2001 υπέβαλεν ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών και εις βάρος της εφεσιβλήτου, του συζύγου της Ζ και του υιού των Ξ, την από 9.5.2001 μήνυσιν, δια της οποίας ισχυρίσθη ότι οι ανωτέρω επλαστογράφησαν την άνω απόδειξιν τόσον ως προς το περιεχόμενον αυτής, όσον και ως προς την εν τέλει υπογραφήν του, επιδιώκοντες ούτως να παραπλανήσουν τους Δικαστάς των άνω Δικαστηρίων κατά την συζήτησιν της ανακοπής και της αιτήσεως αναστολής, προκειμένου να επιτύχουν την έκδοσιν ευνοϊκής δια τα περιουσιακά των συμφέροντα αποφάσεως.
Επί τη βάσει αυτής ησκήθη ποινική δίωξις εις βάρος της εφεσιβλήτου, και των άνω Ζ και Ξ επί πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού και απόπειρα απάτης επί Δικαστηρίου από κοινού και κατ' εξακολούθησιν. Μετά την περάτωσιν της διαταχθείσης προανακρίσεως η εφεσίβλητος, ο σύζυγος της και ο άνω υιός της παρεπέμφθησαν να δικασθούν ως κατηγορούμενοι δια τις άνω πράξεις ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείον Αθηνών κατά την δικάσιμον της 11ης Μαρτίου 2002, δια της υπ' αριθμ. 24.386/2002 αποφάσεως του, διέταξεν την διενέργειαν γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προς διακρίβωσιν του βάσιμου ή μη της περί πλαστότητος κατηγορίας και διώρισεν πραγματογνώμονα την ειδικήν δικαστικήν γραφολόγον ..., προκειμένου να αποφανθή αν το κείμενον της άνω αποδείξεως και η υπογραφή η οποία υπάρχει εν τέλει τούτου εις την ως άνω απόδειξιν έχη γραφεί και υπογραφεί εξ ολοκλήρου από τον εναγόμενον ή αν είναι πλαστή.
Η άνω ειδική δικαστική γραφολόγος δια της από 27.9.2002 εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, απεφάνθη κατηγορηματικώς ότι η άνω χειρόγραφος απόδειξις έχει γραφεί και υπογραφεί εξ ολοκλήρου από τον εναγόμενον. Αντιθέτως ο ... (εις επιμέλεια του εκκαλούντος γενομένην ιδιωτικήν γνωμοδότησιν ισχυρίσθη ότι διεπίστωσεν ότι είναι πλαστή).
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείον Αθηνών δια της υπ' αριθ. 13.228/2003, κατάστασης ήδη αμετακλήτου αποφάσεως του, εκήρυξεν την εφεσίβλητον, αθώα των άνω αξιοποίνων πράξεων (τουταυτό δε έπραξεν και δια τους λοιπούς ως άνω συγκατηγορουμένους μετ' αυτής). Ο εκκαλών και η θυγάτηρ του Ψ υπέβαλαν την 20.5.2001 ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών και εις βάρος της εφεσίβλητου, του άνω συζύγου της Ζ και του άνω υιού της Ξ και ετέραν μήνυσιν, ήτοι την από 26.4.2001 τοιαύτην, εις την οποία ισχυρίσθησαν ότι οι άνω παρεκράτησαν το ποσόν των 95.695.496 δραχμών ιδιοποιούμενοι αυτό παρανόμως, με την αιτιολογίαν ότι το ποσόν τούτο ήτο το πραγματικόν τίμημα της πωλήσεως αλιεύματος ανταποκρινόμενον εις την τιμήν αγοράς των άνω εμπορευμάτων πλέον ποσοστού 15% μικτού κέρδους αντί του προκύπτοντος από τα εκδοθέντα τιμολόγια τιμήματος των 59.951.664 δραχμών, το οποίον ήτο κατώτερον της τιμής κόστους, η άνω δε πώλησις είχεν γίνει από την εταιρείαν υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" εις την οποίαν συνδιαχειριστής ήτο ο Ξ και εταίρος ο Ζ, προς την εταιρείαν ...
ΕΠΕ εις την οποία εταίροι ήσαν οι τελευταίοι και η εφεσίβλητος. Βάσει της άνω μηνύσεως ησκήθη μεν εις βάρος της εφεσίβλητου, του συζύγου της Ζ και του υιού της Ξ ποινική δίωξις, πλην επί υπεξαιρέσει ποσού άνω των 25.000.000 δραχμών από διαχειριστάς ξένης περιουσίας από κοινού και παρηγγέλθη η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, μετά το πέρας της οποίας εισήχθη η υπόθεσις εις το Συμβούλιον Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίον δια του υπ' αριθμ. 4331/2003 βουλεύματος αυτού, το οποίον κατέστη ήδη αμετάκλητον, απεφάνθη να μην γίνη κατηγορία κατά των άνω κατηγορουμένων, με την αιτιολογίαν ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εναντίον αυτών.
Από τα άνω αποδεικτικά μέσα και ιδία από 27.9.2002 την άνω έκθεσιν γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της άνω ειδικής δικαστικής γραφολόγου ... απεδείχθη ότι η άνω χειρόγραφος απόδειξις έχει γραφεί και υπογραφεί εξ ολοκλήρου από τον εναγόμενον, και, περαιτέρω, ότι είναι και κατά περιεχόμενον αληθής, ήτοι ότι ο εκκαλών έχει όντως εισπράξει και το άνω ποσόν.
Η κρίσις ότι ο εκκαλών έχει εισπράξει το άνω ποσόν ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών, έμπειρος επιχειρηματίας εις διεθνές περιβάλλον κινούμενος και επιχειρών, ουδένα λόγον είχεν να χορηγήση την απόδειξιν αυτήν εάν κατά περιεχόμενον δεν ήτο αληθής και δεν ανταπεκρίνετο εις την αληθή των πραγμάτων κατάστασιν. Απεδείχθη περαιτέρω ότι ο εκκαλών εγνώριζεν το ψευδές των άνω δυσφημηστικών δια την εφεσίβλητον ισχυρισμών του κατά τον χρόνον υποβολής των αντιστοίχων μηνύσεων. Ειδικώτερον δια την πρώτην τούτων εγνώριζεν ότι ο περί πλαστότητος ισχυρισμός του ήτο ψευδής, διότι εγνώριζεν ότι ο ίδιος είχεν ιδιοχείρως γράψει και υπογράψει την εν θέματι έγγραφον απόδειξιν και συνεπώς είχεν άμεσον γνώσιν της γνησιότητας του ως πλαστού προσβληθέντος εγγράφου, το οποίον ο ίδιος είχεν απ' αρχής μέχρι τέλους συντάξει. Η υποβολή δε της άνω μηνύσεως εγένετο ουχί βεβιασμένως αλλά μετά δευτέραν εμφάνισιν του άνω εγγράφου ενώπιον Δικαστηρίου, κατά τα προδιαληφθέντα, εις τα πλαίσια δικονομικού σχεδιασμού, ούτως ώστε δια της εν γνώσει υποβολής της ψευδούς κατά περιεχόμενον αυτής μηνύσεως να αποδυναμωθή η αποδεικτική αξία τούτου.
Δια του πρώτου λόγου εφέσεως πλήττεται ειδικώτερον η εκκαλουμένη ως προς τις παραδοχές της ότι ο εκκαλών ετέλει εν δόλω ως προς το ψευδές του άνω ισχυρισμού, εν όψει των εις την ποινικήν δίκην αντιθέτων καταθέσεων των μαρτύρων ως προς το εάν υπεγράφη ενώπιον των ή μη η ένδικος από 11.8.1997 έγγραφος απόδειξις του ποσού των 10.000.000 δρχ. και δη περί του εάν είναι αληθής ή μη ο προβληθείς εις την ποινικήν δίκην ισχυρισμός των τότε κατηγορουμένων ότι υπήρχεν δεύτερον ταμείον εις την εταιρείαν υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ", από το οποίον εγένετο η εκταμίευσις, εν όψει του ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προεβλήθη υπό της εφεσιβλήτου εις την προκειμένην δίκην. Το σημείον τούτο δεν είναι κρίσιμον, δηλαδή το κατά πόσον τα χρήματα αυτά κατεβλήθησαν από το επίσημον ταμείον της άνω εταιρείας ή εάν ετηρείτο και ανεπίσημον ταμείον από το οποίον ανελήφθησαν, διότι, εις την προκειμένην δίκην, το κρίσιμον είναι όχι το εάν ετηρείτο ανεπίσημον ταμείον και δεύτερα ανεπίσημα βιβλία εις την άνω εταιρείαν, αλλά το εάν ο ίδιος ο εκκαλών έγραψεν και υπέγραψεν ή μη το άνω έγγραφον και δεν επιτρέπεται κατά νόμον η εν γνώσει της αναληθείας ως άνω δυσφήμησις της εφεσιβλήτου εκ του ότι το γνήσιον έγγραφον αυτό δεν έχει καταχωρηθή εις τα επίσημα βιβλία της εταιρείας, έτι και εάν επρόκειτο περί συναλλαγής μέσω ανεπισήμου ταμείου.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω αποδειχθέντα ο εκκαλών διέπραξεν εις βάρος της εφεσιβλήτου το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, καθ' όσον με το περιεχόμενον των ως άνω δύο μηνύσεων του ισχυρίσθη εν γνώσει της αναληθείας των, γεγονότα ψευδή, ενώπιον τρίτων και δη ενώπιον των προσώπων τα οποία λόγω των καθηκόντων των έλαβον γνώσιν των μηνύσεών του, ήτοι των δικαστικών υπαλλήλων οι οποίοι παρέλαβαν τις μηνύσεις αυτές, του Εισαγγελέως, των προανακριτικών υπαλλήλων, του ανακριτού και των εισαγγελέων και των Δικαστών μελών του άνω ποινικού Δικαστηρίου και Συμβουλίου, τα οποία ηδύναντο να βλάψουν την τιμή και την υπόληψίν της και την οποίαν εν προκειμένω πράγματι έβλαψαν.
Κατά συνέπειαν ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η υποβολή των άνω μηνύσεων εις βάρος της εφεσιβλήτου έγινε δια την προστασίαν δικαιώματος του και προς υττεράσπισιν των συμφερόντων του πρέπει να απορριφθή, διότι απεδείχθη η άνω αντένστασις ότι οι άνω δυσφημήσεις είναι συκοφαντικές, ήτοι ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ήσαν ψευδείς κατά περιεχόμενον και ο εκκαλών εγνώριζεν τούτο.
Δια του δευτέρου λόγου εφέσεως πλήττεται η εκκαλουμένη πέραν των ανωτέρω, διότι δεν κατεδικάσθη ο εκκαλών αμετακλήτως δια συκοφαντικήν δυσφήμησιν της εφεσιβλήτου, εισάγεται δε (ως επιχείρημα) ο ισχυρισμός ότι ο σύζυγος της εφεσιβλήτου ανεκάλεσεν μήνυσιν κατά της μάρτυρος του εκκαλούντος ..., η οποία εξετέλει χρέη ταμίου της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ", εν σχέσει προς τον ισχυρισμόν εάν είχεν παραδώσει εις τον εκκαλούντα 35.000.000 δρχ. εξ ων 10.000.000 δρχ. είναι τα περί ων η απόδειξις. Όμως η μη τοιαύτη καταδίκη του εκκαλούντος δεν αποτελεί προϋπόθεσιν της προκειμένης δίκης, η δε ισχυριζόμενη ανάκλησις της άνω μηνύσεως παρά του συζύγου της εφεσίβλητου, εις την άνω όλως διάφορον της παρούσης υπόθεσιν, δεν ασκεί έννομον επιρροήν εις την παρούσαν δίκην.
Δια του τρίτου λόγου εφέσεως πλήττεται η εκκαλουμένη δι εσφαλμένην εκτίμησιν των αποδείξεων εν σχέσει προς τας παραδοχάς της ότι ο εκκαλών ισχυρίσθη ιδία τους περί της πλαστότητος ψευδείς ισχυρισμούς εν γνώσει της αναληθείας των, ήτοι δι εσφαλμένην εκτίμησιν των αποδείξεων περί την παραδοχήν της αντενστάσεως εκ του άρθρου 363 ΠΚ, κατά τα ττροδιαληφθέντα, εν όψει του ότι εζήτησεν δι εξωδίκου να ττληροφορηθή εάν η εταιρεία υπό την εττωνυμίαν "... ΕΠΕ" είχεν εις χείρας της το πρωτότυπον της άνω αποδείξεως, απηυθύνθη εις τον γραφολόγον ..., ο οποίος τον διεβεβαίωσεν ότι η υπογραφή δεν είναι ιδική του και ετέλει εν πλάνη περί το εάν το πρωτότυπον της αποδείξεως ευρίσκετο εις χείρας της άνω εταιρείας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθή διότι, ως εσημειώθη, κρίσιμον εν προκειμένω είναι το αποδειχθέν γεγονός ότι ο ίδιος εγνώριζεν ότι η άνω απόδειξις, η δια της άνω μηνύσεως προσβληθείσα υπ' αυτού ως πλαστή, ήτο γνήσια, διότι ο ίδιος την συνέταξεν και την υπέγραψεν.
Συνεπώς εγνώριζεν την μη πλαστότητα αυτής ήτοι, κατά την τυπικήν λογικήν την γνησιότητα αυτής, Η δε εκ της ιδίας αυτού ενεργείας γνώσις του ψευδούς του δια της μηνύσεως προβληθέντος περί πλαστότητος ισχυρισμού του, δεν ηδύνατο να επηρεασθή και δη να αρθή, ως ο εκκαλών δια του λόγου τούτου υποστηρίζει, δια της γνωματεύσεως του άνω γραφολόγου ..., (η οποία θα είχεν εν προκειμένω σημασίαν δια την γνώσιν του εκκαλούντος εάν είχεν συντάξει το έγγραφον έτερος και όχι ο ίδιος ο παραγγείλας αυτήν), διότι ούτος εκλήθη να αποφανθή περί της αληθείας ή μη γεγονότος το οποίον ο εκκαλών εξ ιδίας ενεργείας εγνώριζεν και η απόφανσις του γραφολόγου δεν αίρει την άνω γνώσιν του εκκαλούντος.
Εξ άλλου κατόπιν της άνω γνώσεως του εκκαλούντος περί της γνησιότητας του εγγράφου και, συνεπώς, περί του ψευδούς της αποδόσεως εις την εφεσίβλητον της δια της μηνύσεως καταγγελθείσης πλαστογραφίας στερείται επιρροής η γνώσις του εκκαλούντος εάν εις χείρας της άνω εταιρείας ευρίσκετο ή όχι το πρωτότυπον αυτής, ως δια του αυτού λόγου ισχυρίζεται.
Δια του τετάρτου λόγου εφέσεως πλήττεται, ειδικώτερον, η εκκαλουμένη διότι δεν έλαβεν υπ' όψιν και δεν εξετίμησεν την ένορκον κατάθεσιν της μάρτυρος ..., η οποία έχει εγγυτάτην γνώσιν του ότι δεν υφίστατο οικονομική δυνατότης να λαβή ο εκκαλών το ποσόν των 10.000.000 δρχ. παρά της άνω εταιρείας, τοσούτο μάλλον όσον ουδείς μάρτυς κατέθεσεν ότι τον είδεν να εισπράττη τα χρήματα αυτά και, εάν τα είχεν εισπράξει, το μεν θα υπήρχεν καταχώρησις εις τα βιβλία της άνω εταιρείας, το δε.
δεν θα ελαμβάνετο μεταγενεστέρως απόφασις των εταίρων της ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ να αναλάβη μείζον ποσόν 30.000.000 δρχ. από "προσωρινές του καταθέσεις". Ως ανωτέρω επεσημάνθη κρίσιμον, εν προκειμένω, είναι το εάν έγραψεν και υπέγραψεν ο ίδιος και όχι η εφεσίβλητος την απόδειξιν, ως και, δευτερευόντως, αν αυτή είναι και κατά περιεχόμενον αληθής, κατά τα εν σχέσει προς τον πέμπτον λόγον εφέσεως εκτεθησόμενα και, περαιτέρω, ότι είναι και κατά περιεχόμενον αληθής, ήτοι ότι ο εκκαλών έχει όντως εισπράξει και το άνω ποσόν.
Ο λόγος αυτός εφέσεως πρέπει να απορριφθή. Ειδικώτερον η εκκαλουμένη συνεξετίμησεν άλλωστε και την κατάθεσιν της άνω μάρτυρος, η οποία και, προσηκόντως, συνεκτιμάται και υπό του Δικαστηρίου τούτου. Εξ άλλου, ως εσημειώθη, η άνω εξενεχθείσα κρίσις του Δικαστηρίου τούτου ότι ο εκκαλών έχει εισπράξει το άνω ποσόν ενισχύεται και από το αποδειχθέν γεγονός ότι ο εκκαλών ήτο έμπειρος επιχειρηματίας εις διεθνές περιβάλλον κινούμενος και επιχειρών και ουδένα λόγον είχεν να χορηγήση την αποδειχθείσαν γνησίαν αυτήν απόδειξιν εάν κατά περιεχόμενον δεν ήτο και αληθής και δεν ανταπεκρίνετο εις την αληθή των πραγμάτων κατάστασιν.
Άλλωστε, ως ανωτέρω συναφώς προς τον πρώτον λόγον εφέσεως εσημειώθη, δεν είναι κρίσιμον το κατά πόσον τα άνω χρήματα κατεβλήθησαν από το επίσημον ταμείον της άνω εταιρείας ή εάν ετηρείτο και ανεπίσημον ταμείον από το οποίον ανελήφθησαν, διότι, εις την προκειμένην δίκην, το κρίσιμον είναι όχι το εάν ετηρείτο ανεπίσημον ταμείον και δεύτερα ανεπίσημα βιβλία εις την άνω εταιρείαν, αλλά το εάν ο ίδιος ο εκκαλών έγραψεν και υπέγραψεν ή μη το άνω έγγραφον και δεν επιτρέπεται κατά νόμον η εν γνώσει της αναληθείας ως άνω δυσφήμησις της εφεσιβλήτου εκ του ότι το γνήσιον έγγραφον αυτό δεν έχει καταχωρηθή εις τα επίσημα βιβλία της εταιρείας, έτι και εάν επρόκειτο περί συναλλαγής μέσω ανεπισήμου ταμείου. Επομένως ο λόγος αυτός εφέσεως είναι αβάσιμος.
Δια του πέμπτου λόγου εφέσεως πλήττεται, ειδικώτερον, η εκκαλουμένη διότι δεν εξετίμησεν προσηκόντως το ότι κατά καιρούς η εκκαλούσα και τα μέλη της οικογενείας της άλλοτε έχουν ισχυρισθή ότι το άνω ποσόν των 10.000.000 δρχ. ο εκκαλών το έλαβεν παρουσία των και άλλοτε το αντίθετον, καθ' όσον ο μάρτυς ... εις την ποινικήν δίκην κατέθεσεν ότι ο εκκαλών είχεν λάβει τα χρήματα και υπέγραψεν την απόδειξιν ενώπιον του ενώ η μάρτυς Θ κατέθεσεν ότι ναι μεν ο εκκαλών υπέγραψεν ενώπιον της, αλλά δεν έλαβεν τα άνω χρήματα παρουσία της.
Ως ανωτέρω επεσημάνθη κρίσιμον, εν προκειμένω, είναι το εάν έγραψεν και υπέγραψεν ο ίδιος και όχι η εφεσίβλητος την απόδειξιν, ως και, δευτερευόντως, αν αύτη είναι και κατά περιεχόμενον αληθής, εξ άλλου δε, από τα πρακτικά της υπ' αριθ. 13228/2003 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ο ...
κατέθεσεν ότι ενώπιον του υπέγραψεν και παρέλαβεν τα χρήματα. Τουναντίον αποδεικνύεται από τα άνω πρακτικά ότι αυτός, ενόρκως ως μάρτυς εξεταζόμενος, κατέθεσεν ότι η ως πλαστή προσβληθείσα απόδειξις είναι γνήσια και ότι ο εκκαλών εισέπραξεν τα εν αυτή χρήματα, χωρίς να κατάθεση ότι αυτά (κατάρτισις και είσπραξις) εγένοντο ενώπιον του ως ο εκκαλών εις την έφεσίν του ισχυρίζεται, είναι δε αδιάφορος ο χρόνος, καθ" ον ο εκκαλών έλαβεν το ποσόν αυτό.
Επομένως ο λόγος αυτός εφέσεως είναι αβάσιμος. Δια του έκτου λόγου εφέσεως πλήττεται η εκκαλουμένη ειδικώτερον διότι δεν εξετίμησεν προσηκόντως τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος ότι η εφεσίβλητος είχεν πλήρη γνώσιν των εταιρικών υποθέσεων, ότι δεν εθίγη η τιμή και η υττόληψίς της διότι αυτή διαδίδει τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος δια της χρησιμοποιήσεως ως μαρτύρων πελατών της εταιρείας υπό την επωνυμίαν "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" ενώ αυτός χρησιμοποιεί ως μάρτυρα μόνον την κουνιάδα του και ότι από της ενάρξεως της αντιδικίας του μετά της οικογενείας της εφεσίβλητου έχει καταμηνυθή περισσότερος φοράς απ' ότι αυτός και η οικογένεια του έχει καταμηνύσει και ότι δις απηλλάγη των εκ τούτων κατηγοριών, Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθή διότι η γνώσις των εταιρικών υποθέσεων παρά της εφεσιβλήτου δεν ασκεί έννομον επιρροήν, η κλήσις μαρτύρων προς υπεράσπισιν του κατηγορουμένου εις ποινικήν δίκην αποτελεί δημοσίου δικαίου δικαίωμα μη υποκείμενον εις έτερον περιορισμόν πέραν των τοιούτων του ΚΠΔ και ως κριτήριον έχει την γνώσιν του μάρτυρος περί του αντικειμένου της κατηγορίας, η δε ως άνω αριθμητική σύγκρισις των εκατέρωθεν μηνύσεων δεν ασκεί έννομον επιρροήν.
Από τα άνω αποδεικτικά μέσα απεδείχθη ότι από την ως άνω παράνομον και υπαίτιον συμπεριφοράν του εκκαλούντος η εφεσίβλητος προσεβλήθη εις την προσωπικότητα της και εθίγη η τιμή και η υπόληψίς της εις τον κοινωνικόν της χώρον και υπέστη ηθικήν βλάβην προς αποκατάστασιν της οποίας δικαιούται χρηματικήν ικανοποίησιν λόγω της ηθικής αυτής βλάβης της.
Το ύψος της μετά στάθμισιν των άνω κατά νόμον στοιχείων βάσει του είδους, τη βαρύτητας των προσβολών, του κύκλου των προσώπων τα οποία έλαβον γνώσιν και των συνθηκών τελέσεως των αδικοπραξιών, του βαθμού του πταίσματος (δόλου) του εκκαλούντος και της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών πρέπει να καθορισθή εις 15.000 Ευρώ, το οποίο υπό τις εκτιθέμενες συνθήκες κρίνεται εύλογον".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δε έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Πράγμα αποτελούν οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Με τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο κατά σειρά λόγους προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αντίστοιχα τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος (α) περί των αντιθέτων καταθέσεων των μαρτύρων κατά την ποινική δίκη αναφορικά με το θέμα της υπογραφής της από 11-8-1997 έγγραφης αποδείξεως ενώπιον τους και αν είναι αληθής ο ισχυρισμός των κατ' αυτήν κατηγορουμένων ότι η εταιρεία υπό την επωνυμία "ΙΠΠΟΜΑΡ ΕΠΕ" διατηρούσε και δεύτερο ταμείο, από το οποίο φέρεται ότι έγινε η εκταμίευση, (β) ότι εζήτησε με εξώδικη δήλωση του να πληροφορηθεί αν η εταιρεία "...
ΕΠΕ" είχε εις χείρας της το πρωτότυπο της εν λόγω αποδείξεως και προηγουμένως απευθύνθηκε στον γραφολόγο ..., ο οποίος με σχετική γνωμοδότηση του αποφάνθηκε ότι η υπογραφή δεν είναι δική του και (γ) ότι η αναιρεσίβλητη και τα μέλη της οικογένειας της κατά καιρούς προέβαλαν αντιφατικούς ισχυρισμούς αν ο αναιρεσείων έλαβε παρουσία τους το ποσό των 10.000.000 δρχ, ισχυρισμούς τους οποίους διατύπωσε με την δικονομική ιδιότητα του εκκαλούντος με τους αντίστοιχους λόγους του δικογράφου της εφέσεως υποστηρίζοντας βάσιμα την πλαστότητά της από 11-8-1997 έγγραφης αποδείξεως, την έλλειψη δόλου αυτού και την υποβολή της εγκλήσεως κατά της αναιρεσίβλητης από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Προφανές είναι ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, αλλά πραγματική επιχειρηματολογία, με παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίοι με την έννοια αυτή λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση και αρνητικά αξιολογήθηκαν ως αβάσιμοι με τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ.1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.
Για προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 § 3 ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικαιοπραξιών (ΑΚ 9 1 4). Προσβολή της προσωπικότητας με αδικοπραξία πραγματώνεται και με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, το οποίο κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου (ΑΠ 1672/2003). Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις - (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον η (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις.
Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικό στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367 § 1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτός χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνεται με πλήρεις κα σαφείς αιτιολογίες α) ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών τις από i) 9-5-2001 και ii) 20-5-2001, 26-4-2001 εγκλήσεις, με τις οποίες απέδωσε, πλην άλλων, και στην αναιρεσίβλητη i) ότι πλαστογράφησε ως προς το περιεχόμενο και την υπογραφή του την από 11-8-1997 χειρόγραφη απόδειξη και ii) ότι παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 95.695.496 δρχ., β) ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγκλήσεων ήταν ψευδές και ο αναιρεσείων, ως εγκαλών τελούσε σε γνώση της αναληθείας του και γ) ότι με την υποβολή των εν λόγω εγκλήσεων ισχυρίσθηκε, εν γνώσει της αναληθείας του, τα ψευδή αυτά πραγματικά περιστατικό ενώπιον των κατονομαζομένων τρίτων προσώπων, τα οποίο μπορούσαν να βλάψουν, και έβλαψαν, την τιμή και υπόληψη της αναιρεσίβλητης, δικαιούμενη εντεύθεν χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία από τις αιτίες αυτές υπέστη με την προσβολή της προσωπικότητας της μη εφαρμοζόμενης, κατά το Εφετείο, της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 περ.
γ' του ΠΚ, διότι η εφεσίβλητη απέδειξε την αντένστασή της από το άρθρο 367 παρ. 2 περ. α' Π.Κ. οι διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δικαιολογούσαν την κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 299, 914, 932 ΑΚ, 362, 363, 367 ΠΚ παραδοχή της απευθυνόμενης κατά του αναιρεσείοντος αγωγή της αναιρεσίβλητης και επομένως οι απομένοντες προς έρευνα πρώτος και τέταρτος κατά σειρά λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της εκ πλαγίου παραβάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχονται ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι κατά το μέρος τους που πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης (Κ.Πολ.Δ. 561 παρ. 1). Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1060/20-7-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3505/18-5-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ