2092/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2092/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2092 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2092/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: X1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσιριμονάκη.
Του αναιρεσίβλητου: ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2241/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-1-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 27-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 13487/8-6-2006 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας ...... του Πρωτοδικείου Χανίων, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Με την έννοια αυτή, σε περίπτωση αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, στην οποία ο ενάγων θεμελιώνει την απόκτηση της κυριότητάς του στο ακίνητο σε παράγωγο τρόπο, ζητήματα αποτελούν τα περιστατικά τα αναγκαία προς θεμελίωση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, εφόσον αυτήν την αμφισβήτησε ο εναγόμενος.
Ενόψει των ανωτέρω, αν η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, την οποία αμφισβήτησε ο εναγόμενος, θεμελιώνεται στην έκτακτη χρησικτησία, για την ύπαρξη νόμιμης βάσης σε απόφαση που αναγνωρίζει συγκυριότητα του ενάγοντος, κτηθείσα με παράγωγο τρόπο, απαιτείται να αναφέρονται στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας, και οι συγκεκριμένες πράξεις του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ή του αντιπροσώπου του που συνιστούν την άσκηση νομής επάνω στο πράγμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έγινε συγκύριος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με τη μεταβίβαση του ποσοστού τούτου σε αυτόν, με αιτία την πώληση, από τον προηγούμενο συγκύριό του X1, με το υπ' αριθμ.3710/1992 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κατερίνης Σοφίας Φούντα-Κακκάλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Στον ως άνω δικαιοπάροχο του ενάγοντος είχε περιέλθει η συννομή του επιδίκου από κληρονομία του πατέρα του και αρχικού ιδιοκτήτη του ακινήτου ...... Ειδικότερα ο τελευταίος, που αποβίωσε το έτος 1947, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του .... και τα τέκνα του, X1, (δικαιοπάροχο του ενάγοντος), Ψ1 (δικαιοπάροχο του εναγομένου), ........, .......
και ...... Οι τρεις τελευταίοι από τους κληρονόμους αυτούς, με το υπ' αριθμ.8121/10-8-1963 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο δωρεάς του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κωνσταντίνου Συλλοπούλου, ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν, λόγω δωρεάς, τα κληρονομικά τους επί του επιδίκου μερίδια στους συγκληρονόμους αδελφούς τους X1 και Ψ1, στους οποίους και παρέδωσαν έκτοτε τη νομή του επιδίκου, κατά τα μερίδια αυτά.
Εν συνεχεία οι X1 και Ψ1 προήλθαν, παρουσία της συγκληρονόμου μητέρας τους ....., στην κατάρτιση του υπ' αριθμ.8122/10-8-1963 συμβολαιογραφικού προσύμφώνου διανομής του συμβολαιογράφου Κατερίνης Κωνσταντίνου Συλλοπούλου, με το οποίο συμφώνησαν τη διανομή της κληρονομίας του πατέρα τους, βάσει της οποίας το επίδικο ακίνητο θα περιερχόταν κατά συγκυριότητα σ' αυτούς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.
Έκτοτε, όπως και προηγουμένως, τη νομή επί του επιδίκου ασκούσαν από κοινού οι ανωτέρω δύο συγκληρονόμοι αδελφοί. Ειδικότερα ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος X1, όντας συννομέας του επιδίκου ακινήτου μαζί με τον αδελφό του Ψ1 και μετά το θάνατο του αδελφού του μαζί με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα γιο του τελευταίου, από τις 10-8-1963, που καταρτίσθηκε το πιο πάνω συμβολαιογραφικό προσύμφωνο διανομής, και επί είκοσι τουλάχιστον έτη μέχρι τις 31-7-1992, που μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον ενάγοντα το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του, κατέστη συγκύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, και ακολούθως, αφού δέχθηκε την έφεση αυτού και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε αυτόν συγκύριο του επιδίκου, κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των αναγκαίων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 του ΑΚ, περιστατικών, στα οποία θεμελιωνόταν η απόκτηση της συγκυριότητας του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, ενώ αναιρεσείων εναγόμενος με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και με τις προτάσεις του στο Εφετείο, αμφισβήτησε τη συγκυριότητα του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου X1, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος κατά το έτος 1963, με βάση άτυπη σύμβαση ανταλλαγής ακινήτων, παραχώρησε το επί του επιδίκου μερίδιό του στον αδελφό του και πατέρα αυτού (αναιρεσείοντος) Ψ1, ο οποίος έκτοτε είχε στην αποκλειστική νομή του το επίδικο ακίνητο συνεχώς μέχρι το έτος 1991, οπότε μεταβίβασε σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) τη νομή τούτου και ότι ο ίδιος συνέχισε να το νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του μέχρι την άσκηση της αγωγής και έτσι έγινε αποκλειστικός κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, το Εφετείο, έκρινε ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου -ενάγοντος απέκτησε τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου, (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου), με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να αναφέρει ποιές συγκεκριμένα πράξεις νομής άσκησε αυτός, αυτοπροσώπως ή μέσω του συγκληρονόμου αδελφού του, στο επίδικο ακίνητο κατά την απαιτούμενη από το άρθρο 1045 ΑΚ εικοσαετία.
Συνεπώς ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη θα επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2241/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ