Legislator Case Law & Legislation
2091/2025 AI generated

2091/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2091/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2091/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης την 6-9-2019, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου την 20-2-2020 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοση της απόφασης αυτής (άρθρα 499, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
maternity insurance suspension of visitation rights prolonged absence paternity leave statutory deadline modification of parental custody
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2091 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2091/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ν. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΝΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΤΑΝΕΟ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Μπρόφα, η oποία ανακάλεσε την από 22-3-2024 δήλωσή της κατ' άρθρο 242 παρ. 2, παραστάθηκε αυτοπροσώπως, δήλωσε ότι έχει αλλάξει η επωνυμία της εταιρείας ως εξής "Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων Ανώνυμη Εταιρεία" και έχει διακριτικό τίτλο "Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων" και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 835/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5007/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 1-11-2023 με αριθμό κατάθεσης 125/9-11-2023 κλήση της αναιρεσείουσας-καλούσας, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτήν ασκηθείσα από 30-12-2019 με αριθμό κατάθεσης 1799/182/20-2-2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5007/6-9-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την ματαίωση της συζήτησής της αρχικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 4-2-2023 και μετέπειτα κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 31-10-2023.

Με την υπό κρίση ως άνω αίτηση αναίρεσης, κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ταμείο Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο ΤΑΝΕΟ Α.Ε. της οποίας η επωνυμία τροποποιήθηκε με βάση το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 4608/2019 (ΦΕΚ Α 66) σε "Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων", προσβάλλεται η με αριθμό 5007/6-9-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών τις:

α) από 10-6-2018 με αριθμό κατάθεσης 56785/3795/13-6-2018 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) από 12-6-2018 με αριθμό κατάθεσης 56387/3773/12-6-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κατά της με αριθμό 835/3-5-2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δικάσει αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών την από 25-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 560037/1777/19-7-2017 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, την οποία είχε απορρίψει κατά την κυρία βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη (αν και χωρίς ειδική διάταξη) και την είχε δεχτεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία κατά την επικουρική της βάση.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία αμφότερες τις ως άνω εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη κατά τα κύρια και επικουρικά της αιτήματα και το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και την δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία, ως προς το αίτημα καταβολής στην ενάγουσα υπολοίπου αποδοχών μη ληφθείσας άδειας 18 ημερών έτους 2016 προσαυξημένο κατά ποσοστό 100%, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα το ποσό των 1.752 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2017 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης την 6-9-2019, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου την 20-2-2020 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου επίδοση της απόφασης αυτής (άρθρα 499, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως, οπότε δεν χρειάζεται καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007).

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 13/2017, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1853/2022, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 104/2016).

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί (άρθρο 11 α.ν. 547/1937) "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον [...] Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονικήν διάρκειαν, αν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες από τότε επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας, αν ο καθαρισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρ. 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται, ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.(ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19/2007).

Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου που θεσπίσθηκαν εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο αυτοί που παρέχουν εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 1853/2022).

Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου, αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011).

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παρ.1, 2, 3 του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση των άρθρων 1-13, 14Α και 15-24 καθώς και των παραγράφων 1-5 και 9-11 του άρθρου 14 του ως άνω νόμου με το άρθρο 61 παρ.1α του ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6), ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).[ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 330/2022].

Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλουν την νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου (παρ.2). Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις, τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται (παρ.3)". Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19/2007, σχετ.

ΟλΑΠ 7/2011). Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς αυτών που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Και τούτο για να αποτρέψει τη συνέχιση αποδοκιμασθείσας πρακτικής του παρελθόντος, ο αναθεωρητής νομοθέτης πρόσθεσε την ως άνω διάταξη του εδαφ.

γ` της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει ακόμα και με διάταξη νόμου τη μονιμοποίηση προσωπικού, κατά παρέλκυση των ρηθεισών διατάξεων ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19/2007).

Ακόμα, από τις διατάξεις των άρθρων 189 παρ. 3 της συνθήκης της Ε.Ο.Κ, 249 παρ. 1 και 3 της Συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ήδη 288 παρ.1 και 3 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος της Κοινότητας στα οποία απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Γι` αυτό απευθύνονται, κατ` ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη-μέλη, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος- μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό εντός της τασσόμενης προθεσμίας, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.

Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους-μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους- μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.

Η οριζόντια ισχύς αυτή ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου. Στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα των ευρωπαϊκών κοινοτήτων η οδηγία 1999/70/ΕΚ του συμβουλίου της 28-6-1999, ύστερα από την συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν στις 18-3-1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις του γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη- μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.

Στο προοίμιο της Οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.

Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους-μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και ο κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν:

α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5).

Είναι φανερό ότι η πιο πάνω οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηριστούν ως αορίστου χρόνου.

Τα κράτη-μέλη δηλαδή, διαθέτουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσοτέρων λύσεων για να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό ("όταν χρειάζεται").

Συνεπώς, δεν αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων σε βάρος του εργοδότη για την αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου, όπως είναι η ακυρότητα των συναπτομένων συμβάσεων, με παράλληλη εξασφάλιση για τον εργαζόμενο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε και αποζημίωσης.

Η ευχέρεια του νομοθέτη να προβλέπει άλλες πρόσφορες κυρώσεις, πλην του χαρακτηρισμού των ανεπίτρεπτων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, συνάγεται από την παρ. 3 του προοιμίου της συμφωνίας - πλαισίου, στην οποία ορίζεται ότι: "η παρούσα συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές και τις ελάχιστες απαιτήσεις σχετικά με την εργασία ορισμένου χρόνου, αναγνωρίζοντας ότι για τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της πρέπει να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά στοιχεία των συγκεκριμένων εθνικών, ταμειακών και εποχιακών καταστάσεων", καθώς και από την υπ` αριθ. 10 γενική παρατήρηση αυτής, όπου ορίζεται ότι "η παρούσα συμφωνία παραπέμπει σε κράτη-μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των γενικών αρχών της, των ελάχιστων απαιτήσεων και διατάξεων, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση σε κάθε κράτος - μέλος και οι ιδιαίτερες συνθήκες ορισμένων τομέων και επαγγελμάτων συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων εποχικής φύσης" (ΟλΑΠ 6/2022).

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα), από τα οποία το πρώτο αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα, ενώ το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα, που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, ως και οι κάθε είδους θυγατρικές εταιρείες των εν λόγω νομικών προσώπων (άρθρο 2 παρ. 1 και 3 γ` του Π.Δ/τος. 164/2004 σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ.1 περ.

γ και ε` του ν. 1892/1990, όπως αυτό είχε συμπληρωθεί με την παρ. 9 του άρθρου 18 του ν. 2198/1994 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 3229/2004). Ειδικότερα, όσον αφορά τους απασχολούμενους με συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα, με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 - 4 του Π.Δ/τος 81/2003 (ΦΕΚ Α 222), όπως το άρθρο .αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 του Π.Δ/τος 180/2004 (ΦΕΚ Α 160) και στη συνέχεια με το άρθρο 41 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152), αφενός μεν ορίζονται οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την χωρίς περιορισμό ανανέωση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι πρέπει να διαλαμβάνονται στη σχετική συμφωνία που καταρτίζεται εγγράφως, αφετέρου δε προβλέπεται ότι αν δεν συντρέχει κάποιος εκ των αναφερομένων στην παρ. 1 αντικειμενικών λόγων και προκειμένου περί διαδοχικών συμβάσεων, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, εφόσον η χρονική διάρκεια αυτών υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή εφόσον ο αριθμός αυτών εντός της τριετίας υπερέβη τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη με συνέπεια τη μετατροπή τους σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου το φέρει ο εργοδότης. Αντιθέτως, όσον αφορά τους απασχολουμένους με συμβάσεις ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του δημοσίου τομέα, οι ρυθμίσεις του Π.Δ/τος 164/2004 (ΦΕΚ Α 134) είναι διαφορετικές. Ειδικότερα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Προεδρικού Διατάγματος απαγορεύονται κατ' αρχήν οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ αυτών μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών, εκτός αν συντρέχουν οι αναφερόμενοι στο νόμο αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι πρέπει να διαλαμβάνονται στην σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως.

Με τις ίδιες διατάξεις προβλέπεται ότι ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να είναι μεγαλύτερος των τριών (3), ούτε η συνολική τους διάρκεια να υπερβεί τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, ενώ προβλέπονται και εξαιρέσεις, εφόσον συντρέχουν οι αναγραφόμενοι στην παρ. 2 του άρθρου 6 λόγοι.

Ως κύρωση της παραβίασης των σχετικών ρυθμίσεων προβλέπεται με τη διάταξη του άρθρου 7 του ιδίου Διατάγματος, όχι η μετατροπή των συμβάσεων ή σχέσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά η αυτοδίκαιη ακυρότητα των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με παράλληλη δυνατότητα του ακύρως απασχοληθέντος και για όσο διάστημα διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως τις αποδοχές του βάσει αυτής, καθώς και ως αποζημίωση το ποσό που θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής, ενώ τέλος προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω Διατάγματος, καθώς και ο καταλογισμός των καταβαλλομένων στον ακύρως απασχοληθέντα ποσών στον υπαίτιο.

Δυνατότητα μετατροπής των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για τους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα σε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο προβλέφθηκε μόνο με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος, που κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή ως αποσκοπούσα στην τακτοποίηση εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017) για τους απασχολουμένους με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω Διατάγματος (19-7-2004) και ήταν ενεργείς κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ή είχαν λήξει εντός του πριν την έναρξη ισχύος του Δ/τος τριμήνου, εφόσον συνέτρεχαν οι αναγραφόμενες στη διάταξη αυτή ουσιαστικές προϋποθέσεις και υπό την εκεί προβλεπόμενη διαδικασία.

Σημειώνεται ότι η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου λειτουργίας από 10 Μαρτίου 2014 της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης. Η με το παραπάνω ΠΔ επιλογή από την Ελληνική Πολιτεία των προαναφερθέντων μέτρων για την επίτευξη των στόχων της ρήτρας 5 της ανωτέρω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι, πλην άλλων, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διάφορες ρυθμίσεις από τον ιδιωτικό τομέα, εφόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Σημειώνεται ότι τα μέτρα του Π.Δ/τος 164/2004 κρίθηκαν συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΚ C-212/2004, ΔΕΚ C-378 έως C-380/2007/ Αγγελιδάκη κτλ.). Ειδικότερα με την τελευταία ως άνω απόφαση κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι τροποποιήσεις που έφερε το ΠΔ 164/2004 με την προστασία που παρεχόταν υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μπορούν να αντισταθμίζονται με την έκδοση μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

σκέψεις 122 επ., ιδίας σκέψη 146 της C-378 έως C-380/2007) περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα. Η δε προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της 1999/70 Οδηγίας στην Ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημόσιου τομέα και ειδικότερα την ενίσχυση της διαφάνειας, της ισότητας και της αξιοκρατίας κατά την επιλογή προσωπικού στις προσλήψεις του Δημοσίου και γενικότερα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πολλώ δε μάλλον που αφενός μεν η οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε οι προπαρατεθείσες εφαρμοστικές διατάξεις του ΠΔ/τος 164/2004, [σε συμφωνία με την συνταγματική απαγόρευση, που αποκλείουν τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου] συνιστούν το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.

Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C-760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του έκρινε πρόσφατα επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει πράγματι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω C -760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης στους απασχολουμένους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται μετά την προαναφερθείσα Συνταγματική Αναθεώρηση, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μία contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων.

Στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω με αριθ. 1999/70 Κοινοτική Οδηγία εξασφαλίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), την δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων) τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές, και την δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος.

Από τα πιο πάνω συνάγεται, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από 18-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, ακόμα και αν αυτό προβλέπεται από ρητή διάταξη νόμου.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου.

Τυχόν αντίθετη ερμηνεία ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου και μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.

Συνεπώς, στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 6/2022). Αντίθετα, η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίστηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, οπότε θα μπορούσαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων να έχουν προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλΑΠ 7/2011). Έτσι, ενόψει αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 ούτε κατ` επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ/τος 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω προεδρικού διατάγματος (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 20/2007).

II. O όρος "δημόσιος τομέας" απαντάται στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, στο άρθρο 19 του ν. 1682/1987, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1735/1987 και στο άρθρο 51 του ν. 1892/1990. Ειδικότερα με την εν λόγω διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), στην οποία παραπέμπει κατά τα ήδη προεκτεθέντα η διάταξη του άρθρου 3 περ.

γ του Π.Δ/τος 164/2004 ως προς την έννοια του δημόσιου τομέα για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, όπως η περίπτωση β του ως άνω άρθρου 51 του νόμου αυτού αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 18 παρ. 9 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α 43) και στη συνέχεια με το άρθρο 3 παρ. 6 του ν. 3229/2004 (ΦΕΚ Α 38) και η περίπτωση γ συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991 (ΦΕΚ Α 50) ορίζεται ότι: " 1.

Ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: α) Τις κάθε είδους δημόσιες υπηρεσίες, που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου και εκπροσωπούνται από αυτό, β) Τα κάθε είδους Ν.Π.Δ.Δ., εξαιρουμένων των Χρηματιστηρίων Αξιών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Eποπτείας της Ιδιωτικής Ασφάλισης, είτε αυτά αποτελούν οργανισμούς κατά τόπο είτε καθ` ύλη αυτοδιοίκησης και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, γ) Τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, δ) Τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία και ε) Τις κάθε είδους θυγατρικές εταιρείες των νομικών προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β` και γ` αυτού του άρθρου, εκτός από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α.".

Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, δημόσιος τομέας είναι το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που προκύπτει από επί μέρους νομοθετήματα που αφορούν σε περιορισμούς προσήκοντες ή συναφείς προς την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας και αναγομένους είτε στην πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του είτε στην απόκτηση και χρήση πόρων προς επίτευξη του δημόσιου σκοπού τον οποίο επιδιώκουν. (ΑΠ 1063/2020, ΑΠ 483/2016).

Στη συνέχεια εκδόθηκε ο ν. 3429/2005 με τον τίτλο "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)" [ΦΕΚ Α 314], με τη διάταξη του άρθρου 1 του οποίου [υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής"] του κεφαλαίου Α υπό τον παράτιτλο ["Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών"], ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (Παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (Παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:

α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό" και (Παρ. 3) "Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει".

Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι το Κεφάλαιο Α του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το κεφάλαιο Β, ενώ με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του ν. 3891/2010 (ΦΕΚ Α 188) που προσέθεσε τέταρτη περίπτωση, ορίζεται ότι το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 εξακολουθούν να κατέχουν οποιοδήποτε ποσοστό του μετοχικού τους κεφαλαίου, σε συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, σε ανώνυμες εταιρείες για τις οποίες με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων έχουν αρχίσει οι διαδικασίες αποκρατικοποίησης με την εισαγωγή μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά και σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης διαχείρισης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους με απόφαση της Διϋπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, εφόσον το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο της παρ. 2 εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής.

Με τις λοιπές διατάξεις του κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005, ήτοι με τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 12 και 14 αυτού, ρυθμίζονται ζητήματα προσαρμογής του καταστατικού αυτών στις ρυθμίσεις του νόμου, οργάνωσης και λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου των ως άνω επιχειρήσεων, κατάρτισης εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας και εσωτερικού ελέγχου αυτών, κατάρτισης στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδίου που υποβάλλεται στην Διυπουργική Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, δια του εποπτεύοντος Υπουργείου, θεσπίζεται σειρά υποχρεώσεων αυτών σε διάφορα ζητήματα, προβλέπεται κρατικός έλεγχος και εποπτεία αυτών, προβλέπονται κυρώσεις για παραβάσεις του νόμου αυτού (δέσμευση εσόδων αυτών από τον τακτικό προϋπολογισμό, διακοπή παροχής εγγυήσεων του δημοσίου κατά τη λήψη δανείων, παύση διευθύνοντος συμβούλου και μελών του διοικητικού συμβουλίου), ως και ζητήματα σύνταξης ετησίων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και αλλαγής των ρυθμίσεων του κανονισμού προσωπικού των, για το ήδη υφιστάμενο προσωπικό τους, όταν αυτές εμφανίζουν αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα, προς καλύτερη αξιοποίηση αυτού.

Ειδικότερα δε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου [υπό τον παράτιτλο "Νεοπροσλαμβανόμενο προσωπικό"], [όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 4972/2022 (ΦΕΚ 181/23-9-2022)], και το τελευταίο εδάφιο αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ.1 του ν. 3691/2008 (ΦΕΚ Α 166/5-8-2008) του αυτού ως άνω Κεφαλαίου Α, προβλέφθηκε η κατά παρέκκλιση των διατάξεων εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών εχόντων ισχύ νόμου ή κανονιστική ή άλλη ισχύ ή οποιωνδήποτε διατάξεων ή συμφωνιών πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο διάρκειας επτά (7) μηνών ύστερα από προκήρυξη της επιχείρησης, καθορίζουσα τα κριτήρια πρόσληψης και η, μετά την πάροδο της δοκιμαστικής περιόδου και αξιολόγηση αυτής, δυνατότητα κατάρτισης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, η οποία διέπεται από τις ρυθμίσεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, κατά παρέκκλιση των ρυθμίσεων ισχύουσας στην επιχείρηση επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας ή Κανονισμού Εργασίας ή άλλης συλλογικής συμφωνίας ή επιχειρηματικής συνήθειας ως προς τις αποδοχές, επιδόματα και λοιπές παροχές ή προσαυξήσεις και ως προς τη διαδικασία πρόσληψης και απόλυσης του μισθωτού.

Αντιθέτως με τις διατάξεις του κεφαλαίου Β του ιδίου νόμου υπό τον τίτλο "Συμμετοχή του Δημοσίου σε εταιρείες εισηγμένες σε οργανωμένες αγορές" για τις υπαγόμενες στο κεφάλαιο αυτό εταιρείες της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, (άρθρα 16 και 17 αυτού) προβλέφθηκε η εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας για τις ανώνυμες εταιρείες [κ.ν. 2190/1920 - που ίσχυε τότε] και της κοινής εργατικής νομοθεσίας ως προς τις προσλήψεις και απολύσεις, με εξαίρεση την περίπτωση που το Δημόσιο εξακολουθεί να κατέχει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου αυτών, οπότε για το νεοπροσλαμβανόμενο και ήδη υφιστάμενο προσωπικό εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 13 και 14 του κεφαλαίου Α του εν λόγω νόμου αντίστοιχα (ΑΠ 1460/2018).

Οι ως άνω διατάξεις του ν. 3429/2005, οι οποίες κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου αποβλέπουν στην αποτελεσματική διαδικασία χάραξης και παρακολούθησης της εταιρικής στρατηγικής και του επιχειρησιακού σχεδιασμού, στην ευθυγράμμιση με την υφιστάμενη εταιρική νομοθεσία, διαφάνεια στη λειτουργία της διοίκησης τους και στην παρακολούθηση των οικονομικών στοιχείων και στην αποκατάσταση στρεβλώσεων σε θέματα προσωπικού, δεν διαφοροποιούν την έννοια του δημοσίου τομέα του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως επανοριοθετήθηκε με το άρθρο 51 παρ.1 του ν. 1892/1990, στον οποίο (δημόσιο τομέα) συνεπώς περιλαμβάνονται [και για θέματα προσωπικού] οι ανώνυμες εταιρείες των παρ.1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, εφόσον επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, ως και οι θυγατρικές αυτών εταιρείες, όχι όμως και εκείνες που διαλαμβάνονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 [βλ.

και άρθρο 3 παρ. 1 περ.γ του Π.Δ/τος 164/2004 που ρητώς εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τις ανώνυμες εταιρείες που έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, τις οποίες υπάγει στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 81/2003].

Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 26/2007),με συνέπεια η κατάρτιση ή η άρνηση κατάρτισης σύμβασης να ανήκει στη διακριτική ευχέρεια των συναλλασσομένων.

III. Με τη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ Α' 219/12-10-2000), όπως τροποποιηθείσα ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν την (εκ νέου) τροποποίησή της με το άρθρο 22 του ν. 4571/2018, συστάθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ταμείο Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας Α.Ε." ( εφεξής ΤΑΝΕΟ Α.Ε.),αναιρεσίβλητη που διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιρειών, αποτελεί δημόσια επιχείρηση, το μετοχικό κεφάλαιο αυτής ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, επιδιώκει δημόσιο σκοπό (την μειοψηφική συμμετοχή αυτής στα αναφερόμενα στο νόμο επενδυτικά σχήματα που θα επενδύουν αποκλειστικά σε μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις), ενώ για την εκπλήρωση των σκοπών της η εταιρεία μπορεί να επιχορηγείται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και για όσο διάστημα η πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου της εταιρείας ανήκει σε ιδιώτες, η εταιρεία δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2190/1994.

Ακολούθως, με την ...-2003 απόφαση της Διϋπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, αποφασίστηκε η αποκρατικοποίηση της εταιρείας ΤΑΝΕΟ Α.Ε. η οποία πραγματοποιήθηκε, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, με την σύναψη, α) Πράξης Σύστασης Εμπιστεύματος (Trust Declaration) μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Deutsche International Trustee Services L.t.d με την οποία συστάθηκε εμπίστευμα (Trust) επί των κοινών μετοχών της TANEO A.E., που κατέστησε την ως άνω εταιρεία ονομαστικό κύριο (legal owner) των μετοχών αυτών, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο παρέμεινε απώτερος δικαιούχος (beneficial owner).

Mε βάση τη Σύμβαση Εμπιστεύματος οι μετοχές της εταιρείας ΤΑΝΕΟ Α.Ε έπαυσαν να θεωρούνται ως περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. β) Πράξη Συνομολόγησης (Deed of Covenant), με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο και ο Εμπιστευματοδόχος Μετοχών συμφώνησαν επί της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου από το δεύτερο, κατ' ουσία για λογαριασμό του πρώτου.

γ) Σύμβαση Μεταβίβασης Μετοχών (Stock Transfer Agreement), με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο μεταβίβασε τις μετοχές του στον Εμπιστευματοδόχο Μετοχών, συνομολογώντας ταυτόχρονα και όρο επαναγοράς μετοχών χωρίς τίμημα. Στη συνέχεια όμως, με το άρθρο 110 του ν. 4316/2014 (ΦΕΚ Α' 270/24.12.2014), και υπό τον τίτλο "Θέματα Ταμείου Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας Α.Ε.", προβλέφθηκε α) η ρύθμιση της οφειλής της εταιρείας ΤΑΝΕΟ Α.Ε.

προς το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία είχε βεβαιωθεί ταμειακά με την με αριθμό ....2013 Ταμειακή Βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και υπό τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους και β) η περιέλευση των μετοχών της εταιρείας ΤΑΝΕΟ Α.Ε. στο ΕΤΕΑΝ. Ειδικότερα με την παρ. 1 του άρθρου 110 του ν. 4316/2014 ορίζεται ότι, " 1. Οι διατάξεις των επόμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται υπό την προϋπόθεση α) της εξαγοράς από την εταιρεία "Ταμείο Νέας Οικονομίας Α.Ε." (ΤΑΝΕΟ Α.Ε.) του συνόλου των Πιστοποιητικών Υπολειμματικής Αξίας (Residual Certificates) εκδόσεώς της την 3η Ιουνίου 2013 σε εύλογη αξία, β) της λύσης του εμπιστεύματος (trust) που συνεστήθη επί των κοινών μετοχών της, δυνάμει της υπ' αριθ. 24/30.5.2003 απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.), καθώς και όλων των σχετικών ή παρεπόμενων συμβάσεων και συμφώνων, γ) της αναμεταβίβασης στο Ελληνικό Δημόσιο των μετοχών της ΤΑΝΕΟ Α.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 3 της από 3 Ιουνίου 2003 Σύμβασης Μεταβίβασης Μετοχών που καταρτίσθηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της DEUTSCHE INTERNATIONAL TRUSTEE SERVICES (C.l.) LIMITED".

Με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ρυθμίσθηκαν τα της καταβολής ποσού 51.000.000 ευρώ προς το Ελληνικό Δημόσιο για την απομείωση της οφειλής της εταιρείας ΤΑΝΕΟ Α.Ε. προς το Ελληνικό Δημόσιο, η οποία είχε βεβαιωθεί ταμειακά με την με αριθμό ....2013 Ταμειακή Βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών και υπό τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους, ενώ με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου προβλέφθηκε η περιέλευση των κοινών μετοχών της εταιρείας ΤΑΝΕΟ Α.Ε.

στο "Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης Α.Ε.", υπό τους ορισθησόμενους με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας όρους και προϋποθέσεις. Εκπληρωθεισών των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 110 του ν. 4316/2014 με την επαναγορά την 20-3-2015 από την εταιρεία ΤΑΝΕΟ Α.Ε.

του συνόλου των πιστοποιητικών Υπολειμματικής Αξίας (Residual Certificates) που το ίδιο είχε εκδώσει και την περιέλευση των κοινών μετοχών της εταιρείας στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, με βάση την από 11-3-2016 σύμβαση μεταβίβασης μετοχών, λύθηκε το προαναφερόμενο εμπίστευμα (trust) που είχε κατά τα προαναφερόμενα συσταθεί υπέρ της Deutsche International Trustee Services L.t.d και έτσι το Ελληνικό Δημόσιο από την 11-3-2016 κατέστη εκ νέου κύριος των μετοχών.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3912/2011 (ΦΕΚ Α 17/17-2-2011) είχε συσταθεί η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε." και τον ειδικό τίτλο Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε., η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού της, όπως αυτό ορίζεται με το άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου, (και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο πριν την τροποποίησή του με το ν. 4608/2019), αποτελεί δημόσια επιχείρηση, το μετοχικό κεφάλαιο αυτής ανήκει στο Δημόσιο, επιδιώκει δημόσιο σκοπό για την στήριξη και προώθηση της επιχειρηματικότητας ιδίως των πολύ μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων με τα διαλαμβανόμενα στη σχετική ρύθμιση εργαλεία, επιχορηγείται (και) από το Κράτος και εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Στη συνέχεια κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 5 του ως άνω άρθρου 110 του ν. 4316/2014 εκδόθηκε η ΚΥΑ με αριθμό 127870 των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης-Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 3953/9.12.2016), δυνάμει του άρθρου 1 της οποίας, μεταβιβάστηκε στην εταιρεία ΕΤΕΑΝ Α.Ε. ένας (1) τίτλος είκοσι χιλιάδων (20.000) κοινών ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 50,00 ευρώ εκάστη, έκδοσης ΤΑΝΕΟ Α.Ε.

κυριότητας ελληνικού δημοσίου, άνευ ανταλλάγματος και έτσι η εταιρεία Ε.Τ.Ε.ΑΝ Α.Ε. κατέστη μέτοχος της εταιρείας ΤΑΝΕΟ Α.Ε. με πλήρη μετοχικά δικαιώματα και μοναδικό μέτοχο της ΕΤΕΑΝ το Ελληνικό Δημόσιο. Ενόψει αυτών, η ΤΑΝΕΟ Α.Ε, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ήτοι ανώνυμη εταιρία έχουσα την ιδιότητα θυγατρικής (συνδεδεμένης) εταιρείας της ανήκουσας στο Ελληνικό Δημόσιο ΕΤΕΑΝ, η οποία κατέχει το σύνολο των κοινών μετοχών της ΤΑΝΕΟ ΑΕ, και διώκουσα δημόσιο σκοπό, και εξ αιτίας των ως άνω κανόνων που τη διέπουν, ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά την έννοια της περ.

ε σε συνδυασμό με την περ. γ του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 και δεσμεύεται από την επιταγή του άρθρου 103 παρ. 8 Συντάγματος για τη μη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας του προσωπικού της από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Τ' ανωτέρω συνάγονται άλλωστε και από τη διάταξη της παρ. 11 του άρθρου 28 του ιδρυτικού της ΤΑΝΕΟ ΑΕ ν. 2843/2000, που προστέθηκε με το άρθρο 26 παρ.4 εδαφ.

γ του ν. 3091/2002 (ΦΕΚ Α 330), η οποία ορίζει ότι η ΤΑΝΕΟ ΑΕ δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ Α 28) [που αφορά τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα μέσω ΑΣΕΠ] για όσο διάστημα η πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου της εταιρείας ανήκει σε ιδιώτες, απ' όπου εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι μετά την κτήση με επαναγορά του συνόλου των μετοχών της ΤΑΝΕΟ από το Ελληνικό Δημόσιο στις 11-3-2016 κατ' εφαρμογή του άρθρου 110 του ν. 4316/2014 και συνακόλουθα των δικαιωμάτων ψήφου από το τελευταίο [και στη συνέχεια από την ΕΤΕΑΝ, της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο κατά τον επίδικο χρόνο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο] οι διατάξεις του ν. 2190/1994 εφαρμόζονται και για την ΤΑΝΕΟ ΑΕ.

Συνακόλουθα κατά το χρονικό διάστημα που η ΤΑΝΕΟ ΑΕ είχε εξέλθει του δημόσιου τομέα στο πλαίσιο της με αριθμό ...-2003 απόφασης της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων με τη σύσταση εμπιστεύματος (trust) και τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της ΤΑΝΕΟ ΑΕ που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο στην εμπιστευματοδόχο εταιρεία με την επωνυμία Deutsche International Trustee Services Ltd και μέχρι τις 11-3-2016 που λύθηκε το εν λόγω εμπίστευμα (trust) και οι μετοχές της ΤΑΝΕΟ ΑΕ περιήλθαν εκ νέου στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατ' εφαρμογή σχετικού όρου επαναγοράς αυτών, η ρύθμιση του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος δεν είχε πεδίο εφαρμογής για το απασχολούμενο από την ΤΑΝΕΟ ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προσωπικό, οι δε τυχόν διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που αυτή είχε συνάψει με το προσωπικό της διέπονταν από τις διατάξεις του Π.Δ/τος 81/2003.

Μετά όμως την ημερομηνία αυτή (11-3-2016), οπότε η ΤΑΝΕΟ ΑΕ επανήλθε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, οι τυχόν διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που αυτή είχε συνάψει με το προσωπικό της διέπονται πλέον από τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 και των σχετικών συνταγματικών ρυθμίσεων που προαναφέρθηκαν.

Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 19 του προαναφερθέντος νόμου 3429/2005 και υπό τον παράτιτλο "Κατάργηση εξαιρέσεων, επέκταση πεδίου εφαρμογής", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1α του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ 212/17-12-2010), ορίσθηκε στο εδάφιο α' αυτού ότι "Στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α` του νόμου αυτού, υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α) με εξαίρεση το Ταμείο του ν. 3864/2010 (ΦΕΚ 119 Α) και τις εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση τους".

Με το άρθρο 240 παρ.2 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86/11-4-2012) αντικαταστάθηκε το τρίτο εδάφιο της διάταξης αυτής (που προέβλεπε ήδη την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού μόνο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Μονάδα Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων "Μ.Ο.Δ. Α.Ε.") και ορίσθηκε ότι: "Επίσης, εξαιρείται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Μονάδα Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων "Μ.Ο.Δ.

Α.Ε." και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης Α.Ε. (ΕΤ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.), με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 3899/2010, οι οποίες εφαρμόζονται και για τους εργαζόμενους σε αυτήν", ενώ στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 24 του ν. 4441/2016 (ΦΕΚ Α 227/6-12-2016) αντικαταστάθηκε εκ νέου το ως άνω εδάφιο και ορίσθηκε ότι: "Επίσης, εξαιρείται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Μονάδα Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων (Μ.Ο.Δ.

Α.Ε.) και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης Α.Ε. (Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.), καθώς και οι θυγατρικές της, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν. 3899/2010, οι οποίες εφαρμόζονται και για τους εργαζόμενους σε αυτή".

Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 19 του Ν. 3429/2005 και ενόψει του επιδιωκομένου με τη σχετική ρύθμιση σκοπού ν' απαλλαγούν ορισμένες δημόσιες επιχειρήσεις από τις υποχρεώσεις που θέτουν οι προπαρατεθείσες ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005, ούτως ώστε αυτές να καταστούν περισσότερο ευέλικτες στη λειτουργία τους, σε συνδυασμό και προς το πλέγμα των ρυθμίσεων του κεφαλαίου Α του ως άνω νόμου, συνάγεται ότι η προβλεπομένη από τη διάταξη αυτή εξαίρεση αφορά τις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α που αναφέρονται, κατά τον παράτιτλο αυτού στην οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των επιχειρήσεων αυτών (άρθ. 2 - 14 αυτού), και δεν αναφέρεται στην ιδιότητα των εν λόγω επιχειρήσεων ως δημοσίων επιχειρήσεων, κατά τις παρ. 1 έως 3 του άρθρου 1 του ιδίου νόμου.

Συνεπώς την εν λόγω ιδιότητα των δημοσίων επιχειρήσεων εξακολουθούν να διατηρούν, εφόσον πληρούνται οι αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις των παρ. 1 - 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, παρά τη σχετική εξαίρεση, οι δημόσιες επιχειρήσεις που ο ίδιος ο νόμος ορίζει ως εξαιρούμενες από το κεφάλαιο Α αυτού (ΑΠ 1460/2018). Ενόψει αυτών, τόσο η εταιρεία Ε.Τ.Ε.ΑΝ Α.Ε.

ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ήτοι ανώνυμη εταιρεία με κύριο μέτοχο το Ελληνικό Δημόσιο, όσο και η ανώνυμη εταιρεία ΤΑΝΕΟ ΑΕ, ως θυγατρική της πρώτης, αφού το σύνολο των κοινών μετοχών αυτής έχει μεταβιβαστεί από το Ελληνικό Δημόσιο στην ΕΤΕΑΝ ΑΕ, κατ' εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 110 του ν. 4316/2014 σε συνδυασμό με την με αριθμό 127870/2-12-2016 Κ.Υ.Α., και εξ αιτίας των ως άνω κανόνων που τις διέπουν ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ως δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των περ.

γ και ε της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 1892/1990,ενώ, η ως άνω διάταξη περί εξαίρεσης αυτών από το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 δεν αναφέρεται στην εξαίρεση αυτών από την επιταγή του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος για τη μη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας του προσωπικού των από ορισμένου σε αορίστου χρόνου και την εφαρμογή των ρυθμίσεων του Π.Δ/τος 164/2004.

Σημειώνεται ότι οι ως άνω ανώνυμες εταιρείες δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά των δημοσίων επιχειρήσεων της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 και ως εκ τούτου δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του κεφαλαίου Β του νόμου αυτού.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.(ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 2/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 2/2024, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018). Για να είναι, όμως, ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 100/2024, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 763/2018) και στην περίπτωση που το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 100/2024, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 1262/2019).

Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και σύνταξη ελάσσονος πρότασης, με τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, από την προσβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1399/2024, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 589/2022, ΑΠ 109/2022, ΑΠ 598/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 25-6-2017 με αριθμό κατάθεσης 560037/1777/19-7-2017 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως κατά την συζήτηση στο ακροατήριο μετέτρεψε παραδεκτά τα αιτήματά της σε αναγνωριστικά, πλήν του αιτήματος επιδίκασης μισθών υπερημερίας, είχε εκθέσει ότι στις 10 Μαρτίου 2014 προσλήφθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, όπου απασχολήθηκε με τις αναφερόμενες αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΝΕΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΑΕ", στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες της ως βοηθός Οικονομικού Διευθυντή και τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της, δηλαδή σε εξάρτηση από αυτήν.

Ότι η ενάγουσα κατέστησε γνωστό στην εναγομένη ότι δεν δικαιολογείται εκ του νόμου να εργάζεται με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αλλά, συνεπεία των πάγιων και διαρκών αναγκών που κάλυπτε και καλύπτει για λογαριασμό της, οι συμβάσεις αυτές θα έπρεπε να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου.

Ότι επικουρικά ένεκα της εγκυμοσύνης της κατά τον Μάιο του έτους 2016 θα έπρεπε η τελευταία σύμβαση εργασίας της, που έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2016, να παραταθεί εκ του νόμου (άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984) για τουλάχιστον 18 μήνες από τον επικείμενο τοκετό της, καθώς η λήξη της εργασιακής σχέσης ορισμένης χρονικής διάρκειας της εγκύου αναστέλλεται εκ του νόμου βάσει της προαναφερόμενης διάταξης του ν.1483/1984 μέχρι και τη συμπλήρωση δεκαοκταμήνου από τον τοκετό.

Περαιτέρω, εξέθετε ότι την 15-12-2016 έλαβε την άδεια κυοφορίας της από την εναγομένη και έκτοτε απουσίαζε νομίμως από τη θέση εργασίας της. Ότι η εναγομένη με το με αριθμό ....2016 πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της αποφάσισε την παράταση της σύμβασης εργασίας της και για 18 μήνες μετά τον τοκετό της ήτοι έως και 3-8-2018.

Ότι την 3-2-2017 πραγματοποιήθηκε ο τοκετός της και την ίδια ημέρα ζήτησε και έλαβε την άδεια λοχείας της από την εναγομένη, η οποία σύμφωνα με το νόμο έπρεπε να διαρκέσει έως την 17-4-2017, οπότε και επέστρεψε στην εργασία της. Ότι η εναγομένη κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία και, παρά την προαναφερθείσα απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της την οποία είχε λάβει από την 19-12-2016, αρνήθηκε την αποδοχή των υπηρεσιών της με τη δικαιολογία ότι η σύμβαση εργασίας της είχε ήδη λήξει από την 31-12-2016, ήτοι κατά την περίοδο της άδειας κυοφορίας της.

Ότι η εναγομένη, πέραν της ως άνω παράνομης μη αποδοχής των υπηρεσιών της, δεν της έχει καταβάλει την αποζημίωση που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο 18 ημερών αδείας της για το έτος 2016, την οποία δεν την χορήγησε μέχρι τέλους του έτους 2016. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικότερα στην αγωγή , η ενάγουσα ζήτησε :

α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την πρόσληψή της, ήτοι από 10-3-2014 με την ειδικότητα της Βοηθού Οικονομικού Διευθυντή και ότι η σύμβασή της είναι ενεργής, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 1.216,49 ευρώ μηνιαίως από την ημεροχρονολογία της παράνομης μη αποδοχής των υπηρεσιών της (17-4-2017) μέχρι και την ημερομηνία συζήτησης της ένδικης αγωγής και ακολούθως μέχρι την άρση της υπερημερίας της, νομιμοτόκως για κάθε μηνιαίο μισθό από το τέλος κάθε μήνα μέχρι και την ολοσχερή εξόφληση, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ως υπαλλήλου, συνδεόμενη με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ανωτέρω ειδικότητα της Βοηθού Οικονομικού Διευθυντή, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές της, σε περίπτωση δε που αρνηθεί να πράξει τούτο να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 250 ευρώ για κάθε ημέρα που θα αρνείται να συμμορφωθεί με το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης.

Άλλως και όλως επικουρικά, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι συνδεόταν με την εναγομένη με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η εκ του νόμου παράταση της τελευταίας καταρτισθείσας μεταξύ αυτής και της εναγομένης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου από 1-1-2017 έως και 3-8-2018 ήτοι για 18 μήνες από τη γέννηση του τέκνου της την 3-2-2017 και δη με την ανωτέρω αναφερόμενη ειδικότητα της Βοηθού Οικονομικού Διευθυντή και ότι η σύμβασή της για το διάστημα αυτό είναι ενεργός, β) να καταδικαστεί η εναγόμενη να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας από την ημεροχρονολογία της παράνομης μη αποδοχής των υπηρεσιών της από την 17-4-2017 έως και την 3-8-2018 (λήξη της 18μήνου προστασίας της μητρότητας από τη γέννηση του τέκνου της την 3-2-2017) συνολικά το ποσό των 22.675,36 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας έτους 2017 και επιδόματος Πάσχα και αδείας έτους 2018) νομιμοτόκως από τότε που το κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ή θα καταστεί απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, γ) να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, ως υπαλλήλου της, συνδεόμενη με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μέχρι και τις 3-8-2018 και με την ανωτέρω ειδικότητα, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές της (έως και τις 3-8-2018), καταδικαζομένης σε περίπτωση που αρνηθεί να πράξει τούτο, να της καταβάλει για χρηματική ποινή το ποσό των 250 ευρώ για κάθε ημέρα που θα αρνείται να συμμορφώνεται με το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης.

Επίσης ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, την οποία αυτή υπέστη κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών της εκ μέρους της εναγομένης από 17-4-2017 και εντεύθεν και ενώ βρισκόταν στην προστασία της μητρότητας και μολονότι ήδη σε προγενέστερο χρόνο η εναγομένη είχε εγκρίνει την παράταση της σύμβασης εργασίας της και μάλιστα εγγράφως με το από 19-12-2016 έγγραφο-πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της.

Τέλος ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως υπόλοιπο αποδοχών μη ληφθείσας άδειας 18 ημερών για το έτος 2016 το ποσό των 876 ευρώ προσαυξημένο κατά 100% λόγω άρνησης της εναγομένης να της χορηγήσει την ανωτέρω άδεια και συνολικά το ποσό των 1.752 ευρώ (856+856), νομιμοτόκως από τότε που η απαίτησή της κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 835/3-5-2018 απόφασή του, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε χωρίς ειδική διάταξη την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνήψε η ενάγουσα-αναιρεσείουσα με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και με τις οποίες κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της τελευταίας, είναι άκυρες διότι η εναγομένη υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και ως εκ τούτου δεν είχε τη δυνατότητα μετά την ισχύ του αναθεωρημένου άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 να προβαίνει σε προσλήψεις χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του ν. 2190/1994 και κατά συνέπεια η ενάγουσα συνδεόταν με απλή σχέση εργασίας με την εναγομένη, την οποία η τελευταία είχε δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε, όχι όμως πριν παρέλθει έτος από τον τοκετό της.

Ακολούθως, αφού απέρριψε το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ως αβάσιμο κατ' ουσία, δέχτηκε την αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση, ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 22.675,36 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 17-4-2017 έως και 3-8-2018 με το νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να της καταβάλει για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας έτους 2016 προσαυξημένες κατά 100% το συνολικό ποσό των 2.628 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2017 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την αυτή ως άνω διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, επί των προαναφερθεισών εφέσεων των διαδίκων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε ότι η αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας κατά την κυρία αυτής βάση είναι μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, η με το άνω περιεχόμενο ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη ως προς τα κάτωθι αιτήματα:

α) να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα συνδέεται με την εναγομένη δια ενιαίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την πρόσληψή της, β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 1.216,49 ευρώ (ο μηνιαίος μεικτός μισθός της) για μισθούς υπερημερίας από την 17.04.2017 που έπαψε να δέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της μέχρι τη συζήτηση της αγωγής και από της συζητήσεως μέχρι την άρση της υπερημερίας της νομιμοτόκως και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ως υπαλλήλου συνδεόμενη μαζί της με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενόψει του ότι, και αν ακόμη υποτεθεί αληθές ότι οι επικαλούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή καταρτίστηκαν με την εναγομένη το πρώτον την 10.03.2014, ήτοι μετά την ισχύ του (αναθεωρημένου) άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (18.04.2001) και του άρθρου 21 του ν.2190/1994, υπέκρυπταν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη (ΙΙΙ Γ) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με δημόσιο χαρακτήρα και εμπίπτει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε με την παρ.6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982,όπως ισχύει σήμερα, ενόψει του ότι μοναδικός της μέτοχος από το έτος 2016 είναι το Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να μην είναι κατά νόμο δυνατή ·η μετατροπή αυτών σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ενόψει του ότι οι συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος (και δη των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου αυτού, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18.04.2001) και 21 του ν.2190/1994 με το Δημόσιο ή με ανώνυμες εταιρείες που ανήκουν ωστόσο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως η εναγομένη, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις, αορίστου χρόνου έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Ούτε επίσης, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών (που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνήφθησαν υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων ) κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου (στην περίπτωση που υπέκρυπταν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες ) αφού η εναγομένη, ως εργοδότρια, βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει πλέον ευχέρεια κατά τον κρίσιμο χρόνο, για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του ν.2190/1994 και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του Α.Σ.Ε.Π.

Επίσης, στις συμβάσεις αυτές υπό την . ισχύ των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 21 του ν. 2190/1994 και 103 του αναθεωρημένου Συντάγματος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2112/1920.

Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των ως άνω μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004 -το οποίο εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ημεδαπή έννομη τάξη της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, και η οποία σημειωτέον ότι δεν μπορούσε απευθείας να εφαρμοστεί, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, δεν περιέχει σαφείς και ορισμένους κανόνες κοινοτικού δικαίου, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη- ενόψει του ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν υφίσταντο συμβάσεις της ενάγουσας με την εναγομένη, οι οποίες να έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού, στις 19.07.2004 (ώστε να είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού ή να έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του - προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω μεταβατικών διατάξεων), αφού η πρώτη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης φέρεται καταρτισθείσα πολύ μεταγενέστερα της ενάρξεως ισχύος αυτού.

Όμως, και για το χρόνο μετά την ισχύ του ανωτέρω π.δ/τος, κατά τον οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η εκκαλούσα-ενάγουσα άρχισε να εργάζεται στην εκκαλούσα- εναγομένη με τις αναφερόμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (που υπέκρυπταν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας και καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης) η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, δηλαδή κατά παράβαση των αναφερόμενων( στα άρθρα 5 και 6 του π.δ/τος αυτού ως άνω κανόνων κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων (και ανεξαρτήτως του αν, εν προκειμένω, πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις των άρθρων αυτών),προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Επομένως δεν προβλέπεται ως κύρωση (και) η μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε μία αορίστου χρόνου. Οι προβλεπόμενες δε ως άνω κυρώσεις, διασφαλίζουν αποτελεσματικά τον σκοπό που εκφράζεται με την ως άνω ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ήτοι την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ώστε δεν είναι απαραίτητη η προσφυγή στο άρθρο 8 του ν. 21 12/1920, το οποίο, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, δεν έχει εφαρμογή, ούτε κατ' επιταγήν της οδηγίας αυτής (τόσο κατά το μεσοδιάστημα παράλειψης προσαρμογής στην οδηγία από 10-7-2002 μέχρι 19-7-2004, όσο και μετά την έναρξη ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος).

Κατόπιν των προεκτεθέντων, οι ως άνω αξιώσεις της ενάγουσας δεν είναι νόμιμες και πρέπει να απορριφθούν διότι θεμελιώνονται ακριβώς στην προϋπόθεση ότι οι συμβάσεις που τους συνέδεαν με το πρώτο εναγόμενο ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προϋπόθεση ωστόσο που κατά τα προαναφερόμενα δεν είναι νομικά βάσιμη.

Η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε όμοια με τα παραπάνω και δη ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι άκυρες διότι δεν συνέτρεχαν για την σύναψή τους οι νόμιμες προϋποθέσεις έστω και με συνοπτική αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογία της απόφασης αυτής (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) και απέρριψε σιωπηρά την αγωγή κατά τα ανωτέρω αιτήματα ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία τον πρώτο λόγο της έφεσης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και με ελλιπή, κατά ένα μέρος αιτιολογία (άρθρο 578 του ΚΠολΔ), δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 669 του Α.Κ.

και 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, του άρθρου 103 παρ. 7και 8 του Συντάγματος και των εφαρμοστικών της Οδηγίας Π.Δ/των 81/2003 και 164/2004, διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε η ενάγουσα με την αγωγή της, δεν στηρίζουν την αιτούμενη από αυτή έννομη συνέπεια. Ειδικότερα, με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι, εφόσον, τόσο η εταιρεία ΤΑΝΕΟ Α.Ε.(αναιρεσίβλητη), όσο και η εταιρεία Ε.Τ.Ε.ΑΝ Α.Ε.

από τη σύστασή τους ήταν δημόσιες επιχειρήσεις υπαγόμενες στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κατά την έννοια των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, σε συνδυασμό με τις περ. ε και γ της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (με εξαίρεση το χρονικό διάστημα μέχρι 11-3-2016, οπότε η πρώτη εξ αυτών ΤΑΝΕΟ ΑΕ είχε εξέλθει του δημόσιου τομέα), λόγω της ασκούμενης επ' αυτών εποπτείας, η οποία υπερβαίνει τη συνήθη εποπτεία των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, του ότι το μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης ανήκει στη δεύτερη, της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει στο Δημόσιο, του ότι επιδιώκουν δημόσιο σκοπό και επιχορηγούνται (και) από το Κράτος, [αδιαφόρως του εάν αυτές είχαν εξαιρεθεί των (λοιπών) ρυθμίσεων του κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη], και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες της η αναιρεσείουσα, στην πραγματικότητα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, οι επίμαχες συμβάσεις εργασίας, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον καταρτίστηκαν το πρώτον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, την 10-3-2014 η πρώτη, 10-3-2015 η δεύτερη, 1-7-2015 η τρίτη και 1-1-2016 η τέταρτη, ήτοι μετά την 17-04-2001, ημερομηνία ισχύος των παρ. 7 και 8 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.

Επομένως, η αναιρεσίβλητη δεν είχε τη διακριτική ευχέρεια να συνάψει με αυτή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω του υφισταμένου νομοθετικού πλαισίου, έστω και αν από το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, το οποίο όμως δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να θεωρηθεί αορίστου χρόνου, αν δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης, πράγμα που συμβαίνει όταν η σύμβαση αποσκοπεί στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των ως άνω συμβάσεων, που καταρτίστηκαν, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση της 17ης Απριλίου 2001 κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης έννομης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επισημαίνεται ότι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις δεν μπορούν να συστήσουν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, α) για το μεσοδιάστημα που η αναιρεσίβλητη ΤΑΝΕΟ Α.Ε. είχε εξέλθει του δημόσιου τομέα, σύμφωνα με το ΠΔ 81/2003, αφού από την ισχύ της πρώτης σύμβασης στις 10-3-2014 μέχρι τις 11-3-2016, οπότε η αναιρεσίβλητη εισήχθη εκ νέου στο δημόσιο τομέα, δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα τριών ετών (όπως άλλωστε και η ίδια η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται), ούτε επίσης η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων κατ' άρθρο 361 ΑΚ, μετά τη μεταβίβαση των μετοχών της, κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, στην εταιρεία Ε.Τ.Ε.ΑΝ.

Α.Ε., να ανανεώσει από την 1-1-2017 την σύμβασή της σε έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με αναγνώριση της προϋπηρεσίας της από 10-3-2014, καθόσον τούτο ανάγεται στη διακριτική της ευχέρεια ως εργοδότη, β) σύμφωνα με το π.δ/μα 164/2004, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, με ημερομηνία ισχύος 19-07-2004, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.06.1999, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του έχοντος μεταβατικό χαρακτήρα άρθρου 11 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, τις οποίες, άλλωστε, η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε, ως βάση της αγωγής της.

Εξάλλου, η αγωγή είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση αυτής ευθέως στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ, εφόσον αυτή δεν έχει άμεση εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη. Ειδικότερα, η ρήτρα 5 της Συμφωνίας - Πλαισίου δεν επιβάλλει στα κράτη-μέλη, ως μοναδική επιλογή, τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, αφού τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ επίσης η ως άνω ρήτρα, ως κανόνας παραγώγου δικαίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη. Επομένως, οι, ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτος, και τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αναφορικά με την αναγνώριση της συνδέουσας αυτή με την αναιρεσίβλητη σχέσης, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984 (ΦΕΚ Α 153), όπως ίσχυε μετά από την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 παρ. 1 ν. 3996/2011 (ΦΕΚ Α 170) και έχει εν προκειμένω εφαρμογή: "Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 π.δ. 176/1997 (ΦΕΚ Α 150) που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 92/85/ΕΟΚ "για την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων": "Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι: 1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η εξαρχής αναφορά του νομοθέτη σε "σχέση" εργασίας υπήρξε συνειδητή και εξέφραζε τη βούλησή του για προστασία της μητρότητας ανεξάρτητα από το κύρος της σύμβασης με την οποία η έγκυος ή η γαλουχούσα μητέρα παρέχει την εργασία της (ΑΠ 1217/2021, AΠ 107/2019, ΑΠ 433/2012, ΑΠ 1682/2010, ΑΠ 892/2003).

Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 του ν. 1483/1984 συνάγεται ότι η προστασία αυτή ισχύει για τη γυναίκα που εργάζεται τόσο με σύμβαση ή σχέση αορίστου όσο και ορισμένου χρόνου. Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, η προστασία δεν μπορεί να παραταθεί πέραν από τη συμβατική διάρκεια του προκαθορισμένου χρόνου παροχής της εργασίας.

Η εργαζόμενη δεν μπορεί να επικαλεσθεί την εν λόγω προστασία αν έχει σύμβαση ή σχέση ορισμένης διάρκειας, που λήγει μέσα στο χρονικό διάστημα της κύησης ή της νομοθετικά αναγνωριζόμενης γαλουχίας. Και τούτο, διότι η τυχόν διαφορετική ερμηνεία θα επέβαλε την αναγκαστική παράταση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, κάτι που δεν μπορεί να γίνει χωρίς ρητή πρόβλεψη του νόμου, αφού θα επέφερε σιωπηρή τροποποίηση της βούλησης των μερών ως προς τη διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης που τους συνδέει (ΑΠ 107/2019, ΑΠ 317/2011, ΑΠ 1341/2005).

Ακολούθως αυτών, η ως άνω προστασία παρέχεται έναντι της καταγγελίας και όχι έναντι άλλων τρόπων λύσης της σύμβασης εργασίας και επομένως δεν ισχύει στην σύμβαση ορισμένου χρόνου, όταν αυτή λήξει λόγω παρόδου της συμφωνημένης διάρκειάς της, οπότε ο εργοδότης δεν υποχρεούται να παρατείνει τη διάρκεια της σύμβασης τόσο λόγω της εγκυμοσύνης όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό.

Η ρύθμιση αυτή δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του Συντάγματος για την προστασία της μητρότητας, αφού ο χρόνος λήξης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εξ υπαρχής γνωστός στα συμβαλλόμενα μέρη, ανεξαρτήτως κύησης, τοκετού ή λοχείας της εργαζομένης.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά το εδώ ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, τα ακόλουθα:

"Περαιτέρω, απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη είναι η αγωγή και κατά τα κάτωθι επικουρικά αιτήματα και ειδικότερα: α) πως αν κριθεί ότι συνδεόταν με την εναγομένη με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου , να αναγνωρισθεί η εκ του νόμου παράταση της τελευταίας συμβάσεως εργασίας μεταξύ αυτής και της αντιδίκου της από 1.1.2017 έως και 3.8.2018 ήτοι και για 18 μήνες από τη γέννηση του τέκνου της, επικαλούμενη το άρθρο 15 παρ.1 του ν.1483/1984 και ότι η σύμβασή της είναι ενεργός, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 22.675,36 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων έτους 2017 καθώς και δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2018), γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, ως υπαλλήλου της, συνδεόμενη μ' αυτήν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου μέχρι και τις 03.08.2018 με την ειδικότητά της ως βοηθού οικονομικού διευθυντή καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές της, σε περίπτωση δε που αρνηθεί να πράξει τούτο, να της καταβάλει ως χρηματική ποινή το ποσό των 250 ευρώ για κάθε ημέρα που θα αρνείται να συμμορφωθεί με το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης.

Και τούτο διότι από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 του ν.1483/1984 η προστασία της μητρότητας που παρέχεται στη γυναίκα που εργάζεται και με απλή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να παραταθεί πέραν από τη διάρκεια του προκαθορισμένου χρόνου παροχής της εργασίας. Η εργαζόμενη δεν μπορεί να επικαλεσθεί την εν λόγω προστασία αν έχει σύμβαση ή απλή σχέση εργασίας ορισμένης διάρκειας, όπως εν προκειμένω η ενάγουσα της οποίας η απλή σχέση εργασίας έληξε την 31.12.2016.

Και τούτο διότι η τυχόν διαφορετική ερμηνεία θα επέβαλε την αναγκαστική παράταση είτε της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε της απλής σχέσης εργασίας, όπως εν προκειμένω, κάτι που δεν μπορεί να γίνει χωρίς ρητή πρόβλεψη του νόμου, αφού θα επέφερε σιωπηρή τροποποίηση της βούλησης των μερών ως προς τη διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης που τους συνδέει.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε νόμιμο το επικουρικό αίτημα της αγωγής, εν συνεχεία δε το έκανε δεκτό και ως κατ' ουσίαν βάσιμο και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας (συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών έτους 2017, επιδόματος αδείας έτους 2017, δώρου Πάσχα και επιδόματος αδείας έτους 2018) για το χρονικό διάστημα από 17-4-2017 έως και 3-8-2018 το συνολικό ποσό των 22.675,36 ευρώ νομιμοτόκως, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε ως βάσιμους κατ' ουσία τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της από 17-6-2018 έφεσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά το επικουρικό της αίτημα ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία και απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου και τετάρτου λόγων της αίτησης αναίρεσης και με τον πέμπτο λόγο αυτής, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 (και όχι και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 1483/2015, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή της κατά την επικουρική της βάση και τα με αυτή υποβληθέντα αιτήματά της, ως μη νόμιμη, δοθέντος ότι σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, η λήξη της εργασιακής της σχέσης ορισμένου χρόνου αναστέλλεται ex lege μέχρι την συμπλήρωση του 18μήνου από τον τοκετό, χάριν της εκπλήρωσης του προστατευτικού σκοπού του νόμου αυτού περί μητρότητας και η εταιρεία ΤΑΝΕΟ Α.Ε.

οφείλει στην προκειμένη περίπτωση και εφόσον δεν υπογραφεί νέα σύμβαση αορίστου διάρκειας, μεταξύ τους, να παρατείνει την τελευταία σύμβαση εργασίας της που την συνδέει με την αναιρεσίβλητη, με διάρκεια από 1-1-2017 έως και 18 μήνες μετά τον επελθόντα τοκετό της. Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο και με το σκεπτικό ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα παρείχε την εργασία της στην εναγομένη-αναιρεσίβλητη συνδεόμενη μετ' αυτής με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε την 31-12-2016, (ενώ ήδη από 15-12-2016 είχε λάβει νόμιμα την άδεια κυοφορίας και την 3-2-2017 πραγματοποιήθηκε ο τοκετός της), ότι η διάρκεια αυτής δεν μπορούσε να παραταθεί πέραν της προκαθορισθείσας διάρκειας παροχής της εργασίας της μέχρι τις 31-12-2016, και ότι συνεπώς δεν παρέχεται σ' αυτή η επικαλούμενη προστασία του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, καθόσον στην αντίθετη περίπτωση, η αναγκαστική παράταση της σχέσης εργασίας της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, χωρίς ρητή πρόβλεψη του νόμου, θα επέφερε σιωπηρή τροποποίηση της βούλησης των διαδίκων, ως προς τη διάρκεια της σχέσης που τους συνδέει, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή.

Επομένως οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ του KΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα [στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα], τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη την αγωγή (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 220/2020 ΑΠ 598/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπ` όψη της την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Ζ. και τα προσαχθέντα και επικληθέντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και αναφερόμενα στο αναιρετήριο στις σελίδες 6 έως 8 με αρίθμηση 1 έως 14 αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) από τα οποία αποδεικνυόταν ο θεμελιωτικός της αγωγής ισχυρισμός της ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Εφόσον όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης διατυπώνοντας σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη, δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπ` όψη της κατάθεσης του μάρτυρα και των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων [εγγράφων]. Επομένως, ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, με τον κατ' ορθή αρίθμηση έκτο (και όχι τέταρτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης νόμου, σχετικά με το αγωγικό της αίτημα περί καταβολής σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της που της προκάλεσε η αποπομπή της εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, εκθέτοντας ότι, η προσβαλλόμενη δεχθείσα εσφαλμένα νομικά ότι δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, άλλως περιείχε ανύπαρκτες άλλως ανεπαρκέστατες αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της κρίσης σχετικά με την παραδοχή της και για τούτο το λόγο πρέπει να αναιρεθεί.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης,α) κατά το μέρος που προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον για την πληρότητά του δεν αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής της, κατά το κεφάλαιο αυτό, που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, β) κατά το μέρος που προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, καθώς το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, ούτε συνέταξε ελάσσονα πρόταση, με τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, αλλά απέρριψε την αγωγή, κατά το εν λόγω κεφάλαιο, ως μη νόμιμη.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, το οποίο, κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ΚΠολΔ, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 950/2019). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που παραμορφώθηκε και όχι απλά να έχει συνεκτιμήσει αυτό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 333/2011).

Σύμφωνα δε με την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 1400/2021, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον κατ' ορθή αρίθμηση έβδομο (και όχι πέμπτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα αναφορικά με την μη εξόφληση των αποδοχών αδείας της και την αυτοδίκαιη παράταση της σύναψης εργασίας της με την αναιρεσίβλητη επί 18μηνο τουλάχιστον, με την αποδοχή πραγματικών γεγονότων προφανώς διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, όμως, δεν παρατίθεται το αληθινό περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων (κατά λέξη), ώστε να είναι εμφανές το διαγνωστικό λάθος από τη σύγκριση του περιεχομένου των εγγράφων και αυτού που προσέδωσε το δικαστήριο καθώς και ότι το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε, με συνέπεια ο έβδομος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το Δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΑΠ 1399/2024, ΑΠ 640/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον κατ' ορθή αρίθμηση όγδοο (και όχι έκτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε στις συμβάσεις εργασίας της με την αναιρεσίβλητη και δη στα αναφερόμενα σ' αυτές, όσον αφορά το χρόνο διάρκειάς τους, μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από αυτή που ορίζει ο νόμος και που προέκυψε από τη δίκη ενώπιόν του, αφού αρκέστηκε σ' αυτές, χωρίς να υπολογίσει τον πραγματικό χρόνο εργασίας της. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη και δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ως προς την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 KΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι` αυτά. (ΑΠ 800/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 138/2020). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 138/2020). Για να ιδρυθεί δε ο ως άνω λόγος αναίρεσης, προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς.

Συνεπώς, ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή (ή τον ισχυρισμό) ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη ή ως πρόωρη (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1399/2024, ΑΠ 1064/2021, ΑΠ 289/2017).

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 412/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους κατ' ορθή αρίθμηση ένατο και δέκατο (και όχι έβδομο και όγδοο) λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, ως προς το δέκατο αναιρετικό λόγο), με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, αντιστοίχως, Α) ότι το Εφετείο περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες για τα διεκδικούμενα υπ' αυτής κονδύλια της αγωγής της και έτσι δέχθηκε ως δήθεν αληθινή την ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας της με την αναιρεσίβλητη χωρίς απόδειξη και Β) το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς καμία απολύτως απόδειξη ότι:

α) δεν μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου οι συμβάσεις της, β) δεν αναστέλλεται εκ του νόμου η εργασιακή της σχέση επί 18μηνο από τον τοκετό, γ) δεν δικαιούται ηθικής βλάβης και δ) με ελλιπείς αιτιολογίες έκρινε ότι δεν δικαιούται το διεκδικούμενο απ' αυτήν ποσό αποδοχών αδείας αλλά λιγότερο. Υπό το ως άνω περιεχόμενο ο ένατος και ο δέκατος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που ο τελευταίος αφορά τις με αρίθμηση Β α, β, γ περιπτώσεις, είναι απαράδεκτοι, καθόσον όπως προαναφέρθηκε το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά τις κύρια και επικουρική της βάσεις, ως μη νόμιμη και δεν ερεύνησε το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προέβη στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής.

Κατά το μέρος δε που ο δέκατος λόγος αναίρεσης αφορά την με αρίθμηση Β δ περίπτωση είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα συνδέεται με την εναγομένη-αναιρεσίβλητη με απλή σχέση εργασίας και συνεπώς δικαιούται εκ του νόμου επίδομα αδείας, στη συνέχεια δε δέχθηκε την ένδικη αγωγή της ως βάσιμη κατ' ουσία κατά το σχετικό της αίτημα και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας 18 ημερών έτους 2016 το ποσό των 876 ευρώ προσαυξημένο κατά 100%, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.752 ευρώ, το οποίο ακριβώς διεκδικούσε και η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της και όχι λιγότερο από το υπ' αυτής διεκδικούμενο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1799/182/20-2-2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5007/6-9-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ