Legislator Case Law & Legislation
2091/2022 AI generated

2091/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2091/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2091/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2091 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2091/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: …, κατοίκων ...,ως μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος Α. Π. του Δ., εκ των οποίων οι με α/α 2η, 3ος 4ος, 5ος και 9ος των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Ρουπακιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, όλοι οι λοιποί δεν παραστάθηκαν.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου την επωνυμία "Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ελευθερίας Χριστοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1013/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, όπως η τελευταία παράγραφος τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η, προς τον οποίο, πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η, από αυτόν, επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπόμενου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 7/2019, ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 794/2022, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 544/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ…., έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης των εναγόντων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο (20-9-2022), φέρεται να επιδόθηκε με επίσπευση όλων των αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως προς το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας "Ε.Ο.Π.Υ.Υ."", ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Αντώνη Ρουπακιώτη.

Σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι 1ος, 6ος, 7ος, 8η και 10ος αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τη δικάσιμο αυτή, ενώ παρέστησαν οι λοιποί πέντε (5) αναιρεσείοντες, (2η, 3ος, 4ος, 5ος και 9ος), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, Αντώνιο Ρουπακιώτη, διά δηλώσεως του άρθ. 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ.

εξουσιοδοτήσεις - ιδιωτικά έγγραφα αυτών με βεβαίωση αρμοδίως του γνησίου της υπογραφής τους). Κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου έρευνα του φακέλου της δικογραφίας, ουδόλως προκύπτει η παροχή πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Αντώνιο Ρουπακιώτη εκ μέρους των ως άνω απολειπομένων και φερομένων ως επισπευδόντων 1ου, 6ου, 7ου, 8ης και 10ου αναιρεσειόντων, προκειμένου αυτοί να επισπεύσουν εγκύρως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και για λογαριασμό τους έτσι ώστε ο ως άνω δικηγόρος να τους εκπροσωπήσει και αυτούς, εγκύρως, μαζί με τους λοιπούς (παριστάμενους) επισπεύδοντες - αναιρεσείοντες, κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την οποία οι τελευταίοι παραστάθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, διά του ως άνω δικηγόρου.

Επομένως, η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης από τους απολειπόμενους ως άνω αναιρεσείοντες, κατά την παρούσα δικάσιμο δεν είναι έγκυρη και εν όψει της μη προκύπτουσας τυχόν κλητεύσεως τους από τους λοιπούς διαδίκους (αναιρεσίβλητο και παριστάμενους αναιρεσείοντες) για να παρασταθούν στη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία και απουσιάζουν, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς και περαιτέρω να προχωρήσει η συζήτηση της, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, [πέντε (5) πλέον, συνολικά], που παρίστανται νομίμως.

Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος των 1ου, 6ου, 7ου, 8ης και 10ου απόντων αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης τους και υπέρ του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτούς δεν είναι οριστική (ΟλΑΠ 4/2013).

Με την, από 23-3-2021 και με αριθ. κατάθεσης 5125/681/2021, αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 1/4-1-2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η, με αριθμ. κατάθεσης 6210/5028/2019 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της, με αριθ. 1013/2018, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η, με αριθμό κατάθ. 3631/2014, αγωγή τους.

Με την αγωγή τους αυτή, επικαλούμενοι ότι είχαν προσληφθεί με βάση συμβάσεις που καταρτίστηκαν δυνάμει του ν.δ. 1204/1972 και παρείχαν υπηρεσίες στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ αρχικά και στη συνέχεια στον ΕΟΠΥΥ ως ιατροί και ότι στις 19.2.2014 τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και εν συνεχεία στις 20.3.2014 απολύθηκαν, ζητούσαν κυρίως με βάση τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ' του Ν. 3232/12.2.2004, αλλά και με βάση τις διατάξεις περί παροχής υπηρεσιών εν τοις πράγμασι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της θέσεώς τους σε διαθεσιμότητα και εν συνεχεία της απολύσεώς τους, και να καταβληθούν τα εντεύθεν οφειλόμενα σ' αυτούς και αναφερόμενα στην αγωγή τους, ποσά από 18-9-2014.

Η αίτηση αυτή αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 1-7-2021, πριν από κάθε κοινοποίηση και εντός της, υπό του νόμου, τασσόμενης προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε στις 4-1-2021 (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2019, 7/2006).

Κατά το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 § 1 του Συντάγματος). Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία συνάψεως και καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως κ.λπ.), όπως ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 § 3 και 106 § 2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ 4/1998).

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 § 2 και 93 § 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η, συνταγματικώς αμφισβητούμενη, νομοθετική παρέμβαση (ΟλΑΠ 7/2015, ΑΠ 410/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την προστασία του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος, απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού.

Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο, και γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται.

Με βάση τα εν λόγω κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας αξιολογείται η παρεχόμενη από το άρθρο 26 § 1 του Συντάγματος εξουσία του νομοθέτη να θέτει κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμπεριφορά των πολιτών, ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση, εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, ενόψει της συγκεκριμένης περιπτώσεως (ΟλΑΠ 5/2013, ΟλΑΠ 6/2011).

Ακόμη, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 25 § 1 εδ. α' του Συντάγματος και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων (ΟλΑΠ 6/2018).

Ωστόσο, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δε προστατεύει την απλή προσδοκία διατηρήσεως σε ισχύ μιας συγκεκριμένης ευνοϊκής ρυθμίσεως, ούτε κωλύει τον νομοθέτη να μεταβάλει τη ρύθμιση αυτή για το μέλλον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998).

Όμως, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στη λύση/κατάργηση ενοχικής συμβάσεως, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσεως αυτής.

Τούτο διότι, η λύση της ενοχικής συμβάσεως δια του νόμου και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων τινός των συμβαλλομένων δεν προσκρούει στη διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι δεν θίγεται το δικαίωμα του κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 410/2017).

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 1504/2018).

Στους λόγους δημοσίου συμφέροντος περιλαμβάνονται, καταρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο, ενώ η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου, από τον νομοθέτη, σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλΣτΕ 3177/2014).

Περαιτέρω, με τον ν. 4238/2014 (ΦΕΚ A' 38/17.02.2014) "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" συνεστήθη Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), εντασσόμενο στο ΕΣΥ και στο Ελληνικό Δημόσιο, όπου με το άρθρο 7 του εν λόγω νόμου μεταφέρθηκαν όλες οι μονάδες υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

σε αυτό, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 8 άλλαξε ο σκοπός του ΕΟΠΥΥ και από πάροχος υπηρεσιών υγείας, που ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, μετατράπηκε σε αγοραστή υπηρεσιών υγείας. Επίσης, στο άρθρο 16 (Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) του ίδιου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται/μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α' 288).

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από τον φορέα οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη.

Οι εισφορές αυτές από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού. 3. Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του Φορέα προέλευσης, ενώ με το άρθρο 17 (Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

προς Δ.Υ.Πε.) του ίδιου νόμου προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "1. Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται/μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.

Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014" [όπως ισχύουν τα ανωτέρω εδάφια μετά την αντικατάστασή τους από το άρθρο πρώτο υποπαρ. 1.5.

ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7.4.2014)]. "Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α' 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των, κατά τόπους, περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.Πε.

υποδοχής, εντός τριών ημερών. Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.Πε., οφείλει, κατά τον χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.Πε.

υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύεται αυτοδικαίως. 2.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος. 3. Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. 4.

Οι πράξεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής". Στο άρθρο 18 δε του ίδιου νόμου ορίζεται ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ.

που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26. Εξάλλου, με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 ορίστηκε ότι: "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης.

Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ." (ΑΠ 1642/2022, ΑΠ 1464/2021).

Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του ν.δ. 1204/1972, (όσο αυτό ίσχυε μέχρι την 1-6-2011 οπότε κατά το άρθ. 38 παρ. 1 του ν. 3818/2011 "1. Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντάσσονται από την 1-6-20011 στο Εθνικό Σύστημα Υγείας", όπως ανωτέρω ειδικότερα αναφέρθηκε), προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του Ι.Κ.Α.

οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.

Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεράποντες ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του ίδιου ν.δ/τος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το Ι.Κ.Α., μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ, του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.

Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ, 3 του ίδιου ν.δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ' άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του ιδίου ν.δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισμό από τις περί αμοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.δ/τος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού.

Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ." ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ (ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξη τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις -αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, (ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου, β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.

Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν.δ/τος 1204/1972. Τέλος στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

Κατ' εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.

δ/τος 1204/1972. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η, με το ΙΚΑ, (ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972 είναι, ότι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν. δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ (ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ και ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ (ΑΕΔ 5/2000), οπότε δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε αυτών του Ν. 2112/1920, ούτε του ΠΔ 410/1988, που ρυθμίζουν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας και θεμελιώνουν την υποχρέωση του εργοδότη, σε περίπτωση καταγγελίας, καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, ή σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, θεμελιώνουν υπέρ του εργαζόμενου, αξίωση αποδοχών υπερημερίας.

Επομένως έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε, και μετά την ισχύ του ν. 2150/1993, του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός. Μετά την παραπάνω απόφαση του ΑΕΔ 5/2000, ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο ν. 3232 της 12-2-2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ' όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου".

Όμως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει εδώ αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στη μεν παράγραφο 1 αυτού ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφό του 2 ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του (βλ.

ΟλΑΠ 21-22/2007). Τέλος, στο άρθρο 21 του ν. 2190/1994 ορίζονται, τα ακόλουθα: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και, τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2).

Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ.

Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 14 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείτε με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως είναι και το αναιρεσίβλητο ("Ε.Ο.Π.Υ.Υ.").

Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: "κανένας· δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η, από τον νόμο, μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα αλλά νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέπει, τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Για να αποτρέψει λοιπόν τη συνέχιση της πιο πάνω πρακτικής, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδαφ.

γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει και την, από τον νόμο ακόμα, μονιμοποίηση του, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, προσλαμβανομένου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεών του εργασίας σε συμβάσεις αόριστου χρόνου (βλ. ΟλΑΠ 20/2007). Έτσι η ως άνω διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ.

γ' του ν. 3232/2004 δεν επάγεται έννομες συνέπειες ούτε για το, από την έναρξη της ισχύος της (12-2-2004) και εντεύθεν χρονικό διάστημα, αναφορικά με τις, μέχρι τότε, με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, έχουσες καταρτιστεί ειδικές συμβάσεις εργασίας ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (αναιρεσίβλητου), εφόσον η εν λόγω διάταξη, ως εισάγουσα ρύθμιση μη επιτρεπόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις των παρ. 2, 3, 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, κατά το σχετικό μέρος της αντίκειται προς τις συνταγματικές αυτές διατάξεις και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη.

Ενόψει τούτων για τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) με ειδική σύμβαση που έχει καταρτιστεί με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972 εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού τούτου διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προαναφερόμενα {(βλ.

σχετ. και τα πρακτικά της 3ης Γενικής Συνεδριάσεως της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου της 6-2-2008) (ΑΠ 675/2009)}.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών την, κατά τα ανωτέρω απορριπτική της εφέσεως των εναγόντων - αναιρεσειόντων κρίση του στήριξε στα εξής: "Οι ενάγοντες είναι ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, πλήρους απασχόλησης οι οποίοι από το 1993 εργάζονται στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας του ΙΚΑ συνδεόμενοι με βάση τα προαναφερθέντα με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Με βάση το Ν. 3198/ 2011 συνεστήθη ο ΕΟΠΥΥ (Εθνικός Οργανισμός Υπηρεσιών Υγείας) και μεταφέρθηκαν με τα ίδια δικαιώματα σε αυτόν έχοντες το δικαίωμα να ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, δεδομένου ότι αμείβονται ως απλοί υπάλληλοι ΠΕ και όχι όπως οι συνάδελφοι τους ιατροί του ΕΣΥ βάσει ειδικού μισθολογίου. Η έννομη σχέση που συνέδεε καθέναν από τους ενάγοντες - εκκαλούντες με το ΙΚΑ πριν την αυτοδίκαιη μεταφορά και ένταξή τους στο προαναφερόμενο νομικό πρόσωπο (πρώτο των εναγόμενων - εφεσίβλητων), κατ' επιταγή του ν. 3918/2011, αλλά και μετά την, κατά τα ως άνω ένταξή τους, αφού, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο, το σύνολο των ιατρών και του προσωπικού των φορέων που συγχωνεύθηκαν υπό τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

συνεχίζουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με την ίδια εργασιακή σχέση, στην ίδια οργανική θέση, με τον ίδιο βαθμό, στον ίδιο κλάδο και με την ίδια ειδικότητα (άρθρο 26 παρ. 1), οι δε διατάξεις που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση και εξέλιξη, τις αποδοχές, το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς του προσωπικού που μεταφέρεται εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (άρθρο 26 παρ. 5), αποτελούσε ειδική σύμβαση, που καταρτίστηκε στα πλαίσια του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως οι συγκεκριμένοι διάδικοι (ενάγοντες - εκκαλούντες) αβάσιμα υποστηρίζουν, με συνέπεια να μην έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε αυτές του ν. 2112/1920, αλλά ούτε και αυτές του π.δ/τος 410/1988.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται, οι ιατροί που συνδέονταν με το ΙΚΑ βάσει σύμβασης διεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, όπως εν προκειμένω οι ενάγοντες - εκκαλούντες, συνδέονταν με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω νομοθετικού διατάγματος.

Η γενόμενη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση των ιατρών που συνδέονται με το ΙΚΑ με συμβάσεις του άρθρου 10 με τους ιατρούς του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ, ούτε μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, ως ψευδοερμηνευτική διάταξη, η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ' του ν. 3232/12.2.2004.

Συνεπώς, στις επίδικες ειδικές συμβάσεις που διέπονται από το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972 δεν έχουν εφαρμογή οι προαναφερθείσες διατάξεις. Βάσει, επομένως, των προπαρατεθέντων, η αγωγή αυτή είναι μη νόμιμη, όπως προαναφέρεται, και για τον λόγο αυτό απορριπτέα κατά την κύρια βάση της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εφάρμοσε το νόμο και τα όσα αντιθέτως οι ενάγοντες - εκκαλούντες υποστηρίζουν με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Για τους αυτούς, ως άνω, λόγους, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, κατά το σκέλος του που με αυτόν οι ενάγοντες - εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι η αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεών τους, λόγω της άρνησής τους να μεταφερθούν στις οικείες Δ.Υ.Πε., συντελέστηκε, όχι με δική τους υπαιτιότητα, αλλά, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 17 του ν. 4238/2014, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, στερούνταν συνταγματικής θεμελίωσης, εφόσον δεν προβλέφθηκε μεταβατική διάταξη γι' αυτούς (ενάγοντες - εκκαλούντες), ως προς την θέσπιση ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης ελευθερίου επαγγέλματος (όπως μέχρι τότε είχαν δικαίωμα), ενόψει της επικείμενης απασχόλησής τους στο δημόσιο σύστημα, παρά την προσφορά των υπηρεσιών τους επί σειρά ετών και παρ' ότι, επιπλέον, η άμεση εφαρμογή του ασυμβίβαστου αυτού, θα προκαλούσε σ' αυτούς δυσμενείς συνέπειες, χωρίς, όμως, να υπάρχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος, οι οποίοι να καθιστούν απαγορευτική τη θέσπιση σχετικής μεταβατικής ρύθμισης, κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 22 παρ. 3, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθώς δεν μεταβάλλει την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου και κατά συνέπεια δεν ασκεί επιρροή στις ασκούμενες από πλευράς των εναγόντων - εκκαλούντων ένδικες αξιώσεις.

Για την ταυτότητα του λόγου, τα παραπάνω δεν παραλλάσσουν ούτε ενόψει του ισχυρισμού των εναγόντων - εκκαλούντων περί παράβασης στην επίδικη περίπτωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας, καθώς, εκτός του ότι ο ισχυρισμός τους αυτός ειδικά δεν συνδέθηκε με το αγωγικό αίτημα, να τους καταβληθεί, δηλαδή, αποζημίωση απόλυσης, το οποίο οι εν λόγω διάδικοι επιχείρησαν να στηρίξουν στις προπαρατεθείσες διατάξεις, οι διατάξεις του ν. 4238/2014 και ειδικότερα αυτές των άρθρων 16 και 17, δεν παραβιάζουν την συνταγματική αρχή της ισότητας".

Με τις παραδοχές του αυτές και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972., τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 Ν. 4238/2014 καθώς και τις Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο 24 παρ. 1 εδ.

γ του Ν. 3232/12.2.2004 και το άρθρο 77 παρ. 2 του Συντάγματος. Τούτο, διότι, οι διατάξεις του ν. 4238/2014 θεσπίσθηκαν προς τον σκοπό διαμόρφωσης, κατ' επιλογή του νομοθέτη, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και στα πλαίσια υποχρέωσης του Κράτους να μεριμνά για τη δημόσια υγεία (άρθρο 21 § 3 του Συντάγματος), ενιαίου συστήματος ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαρκούς παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ), με τη σύσταση εντός του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ενός καθολικού, ενιαίου και αποκεντρωμένου Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε) της Χώρας, οπότε, κατά λογική ακολουθία, θα έπρεπε πλέον όλοι οι απασχολούμενοι ιατροί να τελούν υπό ακριβώς όμοιο, νομικό και πραγματικό καθεστώς των ιατρικών τους υπηρεσιών, αφού όλοι θα απασχολούνται σε οργανικές θέσεις, οι οποίες, μάλιστα, αν δεν υπήρχαν θα συστήνονταν προς τον σκοπό αυτό.

Ο ανωτέρω σκοπός, αποβλέποντας στην καλύτερη και αποδοτικότερη διαμόρφωση και οργάνωση ενός ενιαίου συστήματος παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και στον εξορθολογισμό του δικτύου πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της αντίστοιχης δημοσιονομικής δαπάνης, αποτελεί άνευ ετέρου σκοπό δημοσίου συμφέροντος.

Για την επίτευξή του, συνεπώς, είναι αναγκαία αφενός η στελέχωση των δημόσιων δομών παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Π.Ε.Δ.Υ. με ιατρικό προσωπικό, ενιαία αντιμετωπιζόμενο και απασχολούμενο υπό το ίδιο νομικό και πραγματικό καθεστώς, αφετέρου δε η εξάλειψη οποιασδήποτε ανισότητας μεταξύ των μελών του ιατρικού προσωπικού.

Έτσι, για τον λόγο αυτό και ενόψει του ότι όλοι πλέον οι ιατροί θα απασχολούνταν σε οργανικές θέσεις εργασίας, οι αυτοδικαίως και άμεσα μεταφερόμενοι από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., προερχόμενοι από τους καταργηθέντες Κλάδους Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα έπρεπε κατά τον ν. 4238/2014, λόγω και της πρόβλεψης περί κατάληψης οργανικών θέσεων εργασίας, κατόπιν αίτησής τους, να επιλέξουν είτε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στο δημόσιο τομέα υγείας, υπό καθεστώς όμοιο με αυτό των άλλων υπηρετούντων ιατρών, είτε την άσκηση της ιατρικής ως ελευθέριου επαγγέλματος, που νομίμως ασκούσαν πριν από τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, με τη θέσπιση, δηλαδή, ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος και αποκλειστικής απασχόλησης στις δημόσιες δομές υγείας.

Περαιτέρω, οι υπόψη ρυθμίσεις για τη μεταφορά/μετάταξη σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήνονται για τον σκοπό αυτό στις δημόσιες δομές Π.Φ.Υ. του Π.Ε.Δ.Υ και των απασχολούμενων αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ακολούθως στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ιατρών με συμβάσεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, μετά την υποβολή αίτησης εντός της σύντομης προθεσμίας των επτά (7) εργάσιμων ημερών από την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας και η ανάληψη υπηρεσίας με απαιτούμενη πλέον διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος που νομίμως μπορούσαν πριν να ασκούν, ναι μεν επέφεραν ανατροπή της προηγηθείσας κατάστασης, πλην όμως, παρίστανται πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη δημοσίου συμφέροντος σκοπού που προαναφέρθηκε και υπαγορεύθηκαν από τη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, αφού με τα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων στον χώρο της δημόσιας υγείας.

Συνεπώς, στα πλαίσια του επιτρεπόμενου δικαστικού ελέγχου της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, δεν είναι προδήλως απρόσφορες και δεν υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο, για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, μέτρο. Ούτε προσβάλλουν την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των ιατρών που απασχολούνταν υπό διττό καθεστώς, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματός τους και μάλιστα με αύξηση των ωρών απασχόλησής τους και συνακόλουθα αύξηση και των εισοδημάτων τους, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών στον τομέα της δημόσιας υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε οργανικές θέσεις εργασίας, μόνον δε η τυχόν μείωση των συνολικών μηνιαίων εισοδημάτων που μέχρι τις επίμαχες ρυθμίσεις αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς, δεν συνιστά παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ενώ, είναι και σύμφωνη, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, που προβλέπεται από τον νόμο και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει τη διατήρηση για πάντα του ειδικού καθεστώτος υπό το οποίο πρόσφεραν οι ιατροί τις υπηρεσίες τους στο ΙΚΑ και ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ., βάσει συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ενόψει και της, κατά το Σύνταγμα, ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας που επίσης προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως δε η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, αφού διαφορετικά η δράση του νομοθέτη θα οδηγείτο σε παράλυση.

Επιπλέον, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 3232/12.2.2004, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ και ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, η ως άνω διάταξη του άρθ. 24 παρ. 1 εδ.

γ' του ν. 3232/2004, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται όπως προαναφέρθηκε για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε αλλά ισχύει μόνον από τη δημοσίευσή της. Επομένως, ενόψει τούτων το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως παραπάνω ειδικότερα αναφέρεται, ότι οι ειδικές συμβάσεις με τις οποίες συνδέονται οι αναιρεσείοντες ιατροί με το αναιρεσίβλητο (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ και ήδη Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θα μπορούσαν να λυθούν μόνο με καταγγελία τους, μετά από μηνιαία προειδοποίηση, σύμφωνα με το όρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, όπως μάλιστα ρητώς αναφέρεται, στις συμβάσεις τους, δεν έσφαλε και έτσι δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη μη εφαρμογή τους) τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 εδ.

γ' του ν. 3232/2004 και 49 του Κώδικα που καταρτίστηκε με το π.δ. 410/1988. Και αυτό γιατί ως προς τις ειδικές αυτές συμβάσεις, οι οποίες είχαν καταρτιστεί, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, εξακολούθησαν, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη μείζονα σκέψη εκτίθενται, να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού αυτού διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, χωρίς να μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ούτε αναδρομικά, αλλά ούτε και για το μέλλον για το, μετά τη δημοσίευση του ν. 3232/2004, χρονικό διάστημα, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες επικαλούνται με ειδική αιτίαση, του πρώτου λόγου της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, αφού η ως άνω διάταξη του άρθ. 24 του ν. 3232/2004, ως εισάγουσα ρύθμιση μη επιτρεπόμενη από τις αναφερθείσες στην ως άνω μείζονα σκέψη, διατάξεις των παρ. 2, 3, 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, κατά το σχετικό μέρος της αντίκειται προς τις συνταγματικές αυτές διατάξεις και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη..

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση, ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1446/2019).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 984/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και ειδικότερα τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, αναφορικά:

α) με την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο μέτρο" που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και β) των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, οι οποίοι (ισχυρισμοί) είναι ουσιώδεις για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεών τους.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο για τη θεμελίωση αυτού, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια που αναφέρθηκε στην παραπάνω μείζονα σκέψη, αλλά συνιστούν απλά νομικά και πραγματικά επιχειρήματα, που διατυπώνονται από τους αναιρεσείοντες για να στηρίξουν τη βασιμότητα της αγωγής τους σε αντίθεση με τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου.

Συνακόλουθα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, σε βάρος των αναιρεσειόντων, μειωμένων, όπως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν.3693/1957, 52 αριθμ. 18 Εισ.ΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), αφού η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 3086/2002).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης όσον αφορά τους 1ο, 6ο, 7ο, 8η και 10ο αναιρεσείοντες.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς αυτού της, από 23-3-2021 και με ειδικό αριθ. κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών 681/1-7-2021, αίτησης για αναίρεση της, με αριθ. 1/2021, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την κρινόμενη, ως άνω, από 23-3-2021 και με ειδικό αριθμ. κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών 681/1-7-2021, αίτηση για αναίρεση της, με αριθμ. 1/2021, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς 2η, 3ο, 4ο, 5ο και 9ο αναιρεσείοντες. Και Επιβάλλει σε βάρος των ως άνω παρασταθέντων αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ