Legislator Case Law & Legislation
2091/2017 AI generated

2091/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2091/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2091/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθή νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς τους λόγους αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
construction materials construction defect readiness for construction registration of construction lien unauthorized construction standing against building permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2091 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2091/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Γ. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μασούρα, που ανακάλεσε την από 1-9-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Χ. Κ. του Κ. Γ. Κ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στη ..., εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκενεράλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 652/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-3-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κυριάκος Οικονόμου ανέγνωσε την από 16-4-2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς κρίση η από 21-3-2008 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθ. 652/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, με την οποία εκρίθη υπόθεση περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω ελαττωμάτων κατασκευασθέντος έργου και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω αδικοπραξίας. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 10-10-2005 έφεση του αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθ. 113/2003 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, εξηφανίσθη η πρωτόδικος, και κατόπιν παραδοχής αντενστάσεως του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου μετ' απόρριψη αντενστάσεως του εναγομένου- αναιρεσείοντος, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υπεχρεώθη ο εναγόμενος να καταβάλλει ποσό 9.466 ευρώ ως αποκατάσταση της ζημίας ,την οποία υπέστη λόγω πλημμελούς εκτελέσεως του υπό του εναγομένου εκτελεσθέντος και εμφανίσαντος ελαττώματα έργου της κατασκευής κεραμοσκεπής επί οικίας κειμένης στην ....

Με την πρωτοβάθμια απόφαση είχε απορριφθή η από 4-12-2002 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατόπιν παραδοχής ενστάσεως του εναγομένου- αναιρεσείοντος περί εγκρίσεως του έργου και μετ' απόρριψη αντενστάσεως του ενάγοντος περί αδυναμίας διαπιστώσεως των ελαττωμάτων του έργου με κανονική εξέταση κατά την παραλαβή του.

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθή νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς τους λόγους αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 εδ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γεννήσεως ή ασκήσεως ή την κατάλυση του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτοχρόνως δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής για το συγκεκριμένο λόγο, το οποίο όμως δύναται να καλύπτεται από το γενικό αίτημα του ενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής (ΟλΑΠ 472/1983, Α.Π. 1070/2017 ΑΠ 1357/2010, 355/2015). Τα αυτά ισχύουν και επί αντενστάσεως με αίτημα αυτής την απόρριψη όλων των ενστάσεων του εναγομένου.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη του την εκ του άρθρου 692 ΑΚ αντένσταση του ενάγοντος ότι δεν ηδύνατο κατά την παραλαβή του έργου να διαπιστώσει με κανονική εξέταση τις ελλείψεις τούτου, καίτοι η αντένσταση αυτή δεν περιελάμβανε και αίτημα απορρίψεως της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί εγκρίσεως του έργου και της συνεπεία αυτής απαλλαγής του από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής και των προτάσεων του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η καθ' υποφοράν με την αγωγή και με την προσθήκη των προτάσεων υποβληθείσα ανωτέρω αντένσταση περιελάμβανε σαφώς και το αναγκαίο από το άρθρο 262 ΚΠολΔ αίτημα απορρίψεως της ενστάσεως του αναιρεσείοντος, το οποίο δεν ήταν ανάγκη να διατυπώνεται πανηγυρικώς, αλλά συνάγεται από το αίτημα περί " απόρριψης όλων των ενστάσεων του εναγομένου" και παραδοχής της αγωγής.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθή αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής : " Δυνάμει συμβάσεως έργου που καταρτίστηκε προφορικώς μεταξύ των διαδίκων, τον Ιούνιο του 1995 ο εναγόμενος ο οποίος είναι κατασκευαστής κεραμιδοσκεπών, ανέλαβε την αρχιτεκτονική σχεδίαση και την κατασκευή κεραμιδοσκεπής στην οικία του ενάγοντος επί της οδού …αρ…., στη…, αντί εργολαβικής αμοιβής, κατ' αποκοπή 2.500.000 δρχ.

στην οποία περιλαμβανόταν η αξία των υλικών και η αμοιβή της εργασίας του. Πράγματι ο εναγόμενος αποπεράτωσε το έργο :περί το τέλος του Ιουνίου 1995 και ο ενάγων το παρέλαβε, χωρίς επιφύλαξη, αφού του κατέβαλε την ως άνω συμφωνηθείσα αμοιβή του. Εντός χρονικού διαστήματος δώδεκα μηνών από την ως άνω παράδοση του έργου, και συγκεκριμένα το επόμενο καλοκαίρι του έτους 1996 όταν ο ενάγων, επέστρεψε από τη Γερμανία όπου κατοικεί μονίμως, κατά τους χειμερινούς μήνες, διαπίστωσε ότι αυτό παρουσίαζε ουσιώδη ελαττώματα κατά το μεγαλύτερο μέρος του.

Ειδικότερα διαπιστώθηκε εισροή νερών της βροχής εντός της οικίας του ενάγοντος, από τα κεραμίδια, τα οποία νερά είχαν διαποτίσει και τον ξύλινο σκελετό της σκεπής. Τότε κάλεσε τον εναγόμενο να διαπιστώσει τα ελαττώματα και να προβεί στη διόρθωση τους. Τον Ιούλιο του 1998, και μετά από αλλεπάλληλες προσκλήσεις του ενάγοντος προ τον εναγόμενο, κατά τα καλοκαίρια που μεσολάβησαν δεδομένου ότι τότε μόνον αυτός βρισκόταν στην Ελλάδα, προσήλθε πράγματι ο εναγόμενος και επιχείρησε να προβεί στις αναγκαίες επιδιορθώσεις της σκεπής με δικές του δαπάνες, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την επισκευή.

Έτσι ο ενάγων προσέλαβε κατ' αρχάς τον ειδικό Γερμανό αρχιτέκτονα E. V. για τη διενέργεια ελέγχου της σκεπής προκειμένου να διαγνωστεί ακριβώς το είδος και η. έκταση των ελαττωμάτων αυτής. Πράγματι στην από 1-8- 1998 έκθεση του, που προσκομίζεται σε νόμιμη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, ο ως άνω τεχνικός βεβαιώνει ότι η εισροή των υδάτων οφείλεται στην ελαττωματική κατασκευή της σκεπής και ειδικότερα στην κακή τοποθέτηση των κεραμιδιών και επιπλέον στην επιλογή μη ενδεδειγμένων υλικών για την κατασκευή του ξύλινου σκελετού, σε σχέση με τις διαστάσεις αλλά και περαιτέρω στην άτεχνη κατασκευή του σκελετού.

Στη συνέχεια καθ' υπόδειξη του ίδιου ως άνω Γερμανού αρχιτέκτονα ο ενάγων προσέλαβε τον Πολιτικό Μηχανικό Π. Κ., προκειμένου να προβεί σε σύνταξη αναλυτικότερης τεχνικής έκθεσης. Πράγματι και αυτός στην από 26-7-1999 έκθεση του βεβαιώνει τα εξής: Τα ελαττώματα σε σχέση με τη διάταξη των ξύλινων στοιχείων της στέγης, συνίστανται στην ασύμμετρη γενικώς διάταξη των ξύλινων στοιχείων της, σε σχέση με το ορθογωνικό σχήμα της κάτοψης του δώματος της οικοδομής, με σημαντικές αποκλίσεις αξονικά.

Σε σχέση με την επικεραμωση της στέγης διαπιστώθηκε ότι τα γαλλικού τύπου κεραμίδια δεν απομακρύνουν τα όμβρια ύδατα με αποτέλεσμα αυτά να εισρέουν διαμέσου των εμφανών κενών στο δώμα της οικοδομής. Όσον αφορά τη στατική επάρκεια του ξύλινου σκελετού της στέγης διαπιστώθηκε ότι αυτή δεν υφίσταται σε σχέση με τους ισχύοντες κανονισμούς μόνιμων και κινητών φορτίων.

Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κατασκευή της στέγης δεν ανταποκρίνεται ποιοτικά στις ισχύουσες Πρότυπες Τεχνικές Προδιαγραφές (Π.Τ.Π.) και επιβάλλεται η καθαίρεση και επανακατασκευή της, έντεχνα και με επαρκείς διατομές των επιμέρους στοιχείων. Τα ελαττώματα αυτά δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν κατά την παραλαβή του έργου με κανονική εξέταση, διότι, λόγω της φύσεως τους, δεν μπορούσαν παρά να διαγνωσθούν βραδύτερα, δηλαδή μετά την παραλαβή, δεδομένου ότι άρχισαν να εμφανίζονται κατά τους χειμερινούς μήνες και με την έλευση των βροχών.

Επομένως, υφίσταται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν και στην αρχή της παραγράφου αυτής, ευθύνη του εναγομένου εργολάβου για τις ελλείψεις του έργου. Ακολούθως ο ενάγων, με την από 15.6.2000 εξώδικη διαμαρτυρία του, προς τον εναγόμενο, που του κοινοποίησε την 22.6.2000, του γνωστοποίησε ότι πρόκειται ο ίδιος να προβεί στην αποκατάσταση της στέγης με δικές του δαπάνες, ενόψει του ότι του είχε ζητήσει να μεταβεί προς διαπίστωση των ελαττωμάτων και να αρχίσει τις εργασίες αποκαταστάσεως τους πλην όμως ο εναγόμενος δεν προέβη τελικά σε καμία σχετική ενέργεια και του δήλωσε ότι θα επιδιώξει την αποζημίωση του για την υπαίτια και αντισυμβατική συμπεριφορά του, Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση εγκρίσεως του έργου που παραλήφθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία, περί αδυναμίας διαπιστώσεως των ως άνω ελαττωμάτων κατά την παραλαβή.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του, δέχτηκε τα αντίθετα έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός περί αυτού λόγος της κρινόμενης έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη αναγκαστικά στην ανακατασκευή της σκεπής της οικίας του, για την οποία δαπάνησε τα παρακάτω ποσά: 1)...Επομένως, ο ενάγων για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την πλημμελή και ελαττωματική εκτέλεση του ανατεθέντος στον εναγόμενο έργου της κατασκευής της ένδικης σκεπής, δαπάνησε το συνολικό ποσό των 9.466 Ευρώ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του κανόνος ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 690 του ΑΚ. Ειδικότερα και όσον αφορά το στοιχείο της υπαιτιότητας το Εφετείο παραθέτει αιτιολογία και δέχεται ότι η εισροή των υδάτων οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή της σκεπής και συγκεκριμένως στην κακή τοποθέτηση των κεραμιδιών και επί πλέον στην επιλογή μη ενδεδειγμένων υλικών για την κατασκευή του ξύλινου σκελετού, σε σχέση με τις διαστάσεις, αλλά και περαιτέρω στην άτεχνη κατασκευή του σκελετού.

Περαιτέρω, το Εφετείο εδέχθη ότι λόγω της φύσεως των ελαττωμάτων του έργου ( εισροή από τη σκεπή υδάτων στην οικία ) δεν ηδύναντο αυτά να διαγνωσθούν από τον ενάγοντα κατά την παραλαβή του έργου περί τα τέλη του μηνός Ιουνίου 1995 και διαπιστώθηκαν με τις πρώτες βροχές κατά τους χειμερινούς μήνες και ότι συνεπώς, παρά την έγκριση του έργου, ο εναγόμενος εργολάβος δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του για τα ελαττώματα αυτά.

Σε συνέπεια των παραδοχών του αυτών απέρριψε κατά παραδοχή της αντενστάσεως του ενάγοντος την ένσταση του εναγομένου περί απαλλαγής από την ευθύνη του, λόγω ανεπιφύλακτης εγκρίσεως του έργου. Η παραδοχή ότι " κατόπιν των ανωτέρω η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση εγκρίσεως του έργου που παραλήφθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία περί αδυναμίας διαπιστώσεως των ως άνω ελαττωμάτων κατά την παραλαβή ", έχει προδήλως διατυπωθεί ελλιπώς δια παραλείψεως μετά τη λέξη " ουσία " των φράσεων " κατά παραδοχή της αντένστασης του ενάγοντος " και δεν δημιουργεί καμία αντίφαση στην αιτιολογία της αποφάσεως.

Επομένως, ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, συμφώνως προς τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογία για την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και περιέχει αντιφατική αιτιολογία αναφορικώς προς την ένσταση του αναιρεσείοντος περί απαλλαγής του από κάθε ευθύνη για ελαττώματα του έργου λόγω εγκρίσεως αυτού από τον αναιρεσίβλητο είναι αβάσιμος.

Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται ως παράβαση εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθη σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, ( η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής) ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σε κάθε όμως περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπ' όψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθή. ( Α.Π. 571/2004).

Στην αντίθετη περίπτωση, ο λόγος εφέσεως είναι αόριστος, η δε απόρριψή του δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.8 λόγο αναιρέσεως. Εξ άλλου, από τις διατάξεις 681, 682 και 694 του ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεσθή στην αγωγή ή την ανταγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μισθώσεως έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συνεφωνήθη με αυτή να εκτελεσθεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την συμφωνηθείσα αμοιβή και αν αυτή έχει συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέσθηκαν (ΑΠ 382/2006).

Εν, προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ένστασή του περί της αοριστίας της αγωγής για το λόγο ότι δεν εξειδικεύονται σ' αυτήν τα επί μέρους στοιχεία του έργου και το αναλυτικό κόστος καθενός και παρά το νόμο δεν την κήρυξε για την αιτία αυτή απαράδεκτη.

Όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προεβλήθη αορίστως, εφ' όσον δεν προσδιορίζει τα στοιχεία του έργου που έπρεπε να εξειδικεύονται στην αγωγή, ενώ το κόστος του έργου δεν είχε ανάγκη περαιτέρω εξειδικεύσεως, αφού κατά την αγωγή συνεφωνήθη ως αμοιβή το ποσό των 2.500.000 δρχ.

κατ' αποκοπή. Επομένως, ο περί αοριστίας ισχυρισμός, ως διετυπώθη, δεν αποτελούσε "πράγμα" και το Εφετείο που δεν τον έλαβε υπόψη του και δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον ανωτέρω λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2008 αίτηση του Γ. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 652/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ