Legislator Case Law & Legislation
2091/2013 AI generated

2091/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2091/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η διοίκηση αλλότριων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 730-739 ΑΚ ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.

Legislator headnote

AI generated

2091/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση κυρίου πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλότριων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρ. 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Keywords

AI generated
health insurance voucher fee hospital stay co-payment cure expense allowance childcare costs deduction rules on cover child benefit eligibility
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2091 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2091/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Λ. του Σ. συζ. Ν. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αργυριάδη.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. χας Σ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωτσαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Μαρτίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11545/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου όπως αυτή αυτεπάγγελτα διορθώθηκε με την 17021/2009 απόφαση και 1465/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Αυγούστου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου και τέταρτου, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγους της κρινόμενης αίτησης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η διοίκηση αλλότριων ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 730-739 ΑΚ ως ενοχή εξωδικαιοπρακτική, που παράγεται αμέσως από το νόμο μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υπόθεσης και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.

Οι διατάξεις αυτές διακρίνουν μεταξύ γνήσιας και μη γνήσιας διοίκησης αλλότριων, ενώ και η γνήσια διοίκηση αλλότριων διακρίνεται σε θεμιτή και αθέμιτη (ΑΠ 784/2005). Η έννοια της γνήσιας διοίκησης αλλότριων δίνεται από τις διατάξεις του άρθρ. 730 ΑΚ, κατά τις οποίες όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέλησή του, δεν λαμβάνεται δε υπόψη αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υπόθεσής του, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.

Εφόσον ο διοικητής ανέλαβε τη διοίκηση της ξένης υπόθεσης προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση κυρίου πρόκειται για γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλότριων και ο διοικητής έχει κατά το άρθρ. 736 ΑΚ το δικαίωμα να ζητήσει από τον κύριο τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Πραγματική μεν βούληση υπάρχει, όταν ο κύριος της υπόθεσης έχει εκφρασθεί περί της ανάγκης διενέργειας των πράξεων. Εικαζόμενη δε, βούληση είναι όχι εκείνη την οποία μπορεί να εικάσει ο διοικητής, αλλά η βούληση που μπορεί να θεωρηθεί σε παρόμοιες περιστάσεις, αντικειμενικά ερευνώμενες, ως τέτοια του κυρίου της υπόθεσης διαφορετικά πρόκειται για γνήσια μεν, αθέμιτη όμως διοίκηση αλλότριων και ο διοικητής δικαιούται κατά το άρθρ. 737 ΑΚ να ζητήσει μόνο την απόδοση των δαπανών του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Αντίθετα πρόκειται για μη γνήσια διοίκηση αλλότριων όταν ο διοικητής διοικεί την ξένη υπόθεση σαν δική του, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη, οπότε κατά το άρθρ. 739 ΑΚ και με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία έχει και πάλι τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλότριων, ενώ δαπάνες έχει δικαίωμα να απαιτήσει μόνο κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η διοικούμενη υπόθεση μπορεί να είναι εν μέρει ίδια του διοικητή και εν μέρει αλλότρια. Αντικειμενικώς δε λογίζεται αλλότρια η υπόθεση όταν ανήκει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, στον κύκλο των συμφερόντων τρίτου προσώπου. Ενόψει αυτών, στοιχεία της αγωγής, στην πρώτη περίπτωση (της γνήσιας διοίκησης) είναι: 1) η αυθόρμητη ανάληψη της διοικήσεως αλλότριας υπόθεσης, χωρίς τη ρητή εντολή του κυρίου αυτής, 2) η, κατά το συμφέρον του κυρίου και κατά την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση αυτού, διεξαγωγή της υπόθεσης και 3) οι δαπάνες που υποβλήθηκε κατά την κανονική διεξαγωγή της υπόθεσης.

Αντίθετα ο εναγόμενος (κύριος της υπόθεσης), μπορεί να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, είτε ότι δεν υπήρξε διοίκηση αλλά εντολή ή νόμιμος λόγος διαχείρισης, είτε ότι η διοίκηση δεν έγινε προς το συμφέρον του, αλλά ότι ο διοικητής ενήργησε ιδιοτελώς προς ίδιο συμφέρον, είτε ότι υπήρχε αντίθετη (πραγματική ή εικαζόμενη) βούλησή του την οποία ο διοικητής είχε διαγνώσει ή μπορούσε να διαγνώσει.

Την τελευταία ένσταση μπορεί να αντικρούσει ο διοικητής, αντενιστάμενος ότι η αντίθετη θέληση του κυρίου ήταν ενάντια στο νόμο ή τα χρηστά ήθη. Εξάλλου ναι μεν κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια, όμως νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή ούτε η υπαγωγή μ' αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 25/2001, 488/2010).

Τέλος η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωση τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης (Ολ.

ΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 1573/1981, 1452/2007). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Στην κρινόμενη υπόθεση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι σ' αυτήν ιστορούσε η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη τα ακόλουθα: .ότι στο παθητικό κληρονομιάς που κατέλειπε ο αποβιώσας αδιάθετος την 30 - 3 - 2004 σύζυγος της, από τον δεύτερο γάμο του, Σ.

Λ., που ασκούσε όσο ζούσε το επάγγελμα του ιατρού, του οποίου η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, τυγχάνει γνήσιο τέκνο από τον πρώτο του γάμο, υφίστατο και ληξιπρόθεσμο χρέος του προς τον ασφαλιστικό του φορέα, Ταμείο Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (ΤΣΑΥ), από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές, ύψους 33.060 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου ο τελευταίος (Ασφ.

Φορέας) έταξε προς τους μόνους αναγκαίους κληρονόμους του αποβιώσαντος οφειλέτη, δηλονότι στην ιδία και την εναγομένη, προθεσμία καταβολής μέχρι της 16- 12 - 2004. Εξέθετε, εν συνεχεία ότι, μετά την επικληθείσα πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία της εναγομένης να συμμετάσχει κατά το λόγo της κληρονομικής της μερίδος στην αποπληρωμή του άνω κληρονομιαίου χρέους, προήλθε η ιδία στην άμεση και προς αποφυγή προσαυξήσεων και προστίμων ολοκληρωτική εξόφλησή του.

Ακολούθως, ότι η εναγομένη αρνήθηκε και αρνείται, παρά τις προφορικές οχλήσεις της και την έγγραφη, από 17-6-2005, εξώδικη τοιαύτη, την προς αυτή καταβολή της, κατά το λόγο της κληρονομικής της μερίδας, αναλογίας της επί του ολοκληρωτικώς από μέρους της αποπληρωθέντος και κοινού των διαδίκων χρέους, ανερχομένης σε ποσοστό 75% , ήτοι στο ποσό των 24.785 ευρώ.

Με βάση αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ως άνω ποσό νομιμοτόκως. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, ήταν ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 736 και 722 ΑΚ, για την πληρότητα δε αυτής αναφέρονταν οι δαπάνες στις οποίες προέβη η ενάγουσα και δεν ήταν αναγκαίο στοιχείο, να αναφέρονται οι επί μέρους κατ' έτος οφειλόμενες εισφορές από τον καθολικό δικαιοπάροχό τους, ούτε ότι αυτός, με ενέργειες του (αίτηση εγγραφής) είχε καταστεί μέτοχος, του ασφαλιστικού του φορέα.

Τούτο διότι, εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ότι το χρέος προέρχεται από βεβαιωμένες καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές του κληρονομηθέντος από τις διαδίκους, σαφώς συνάγεται ότι αυτός είχε εγγραφεί στον ως άνω ασφαλιστικό φορέα, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 5945/1934, αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να προβεί ο δικαιούχος (ασφαλιστικός φορέας) στη βεβαίωση αυτών.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδονται οι από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

2. Οι διατάξεις των άρθρων 730, 736 ΑΚ, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εφαρμόζονται και όταν η διοικηθείσα υπόθεση συνίσταται στην εξόφληση χρέους του κυρίου, διότι στην καταβολή ενυπάρχει το συμφέρον του υποχρέου, όπως απαλλαγεί αυτού, σε συνδυασμό και της άλλης προϋπόθεσης της διοίκησης αλλότριας υπόθεσης, δηλαδή της διεξαγωγής αυτής, κατά την εκπεφρασμένη ή την εικαζομένη θέληση του κυρίου.

Όπως αναφέρθηκε, ως αλλότρια λογίζεται η υπόθεση όταν ανήκει εν όλω ή εν μέρει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, στον κύκλο των συμφερόντων τρίτου προσώπου. Περαιτέρω, το άρθρο 1885 του ΑΚ, που ορίζει ότι "οι απαιτήσεις και τα χρέη της κληρονομίας διαιρούνται αυτοδικαίως μεταξύ των συγκληρονόμων ανάλογα με τη μερίδα του καθενός".

Η αυτοδίκαιη διαίρεση των απαιτήσεων και των χρεών της κληρονομίας γίνεται σε κάθε περίπτωση διαδοχής, δηλαδή της διαδοχής εκ διαθήκης, ή της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Ως "χρέη" της κληρονομίας, νοούνται οπωσδήποτε οι ενοχικές υποχρεώσεις της κληρονομίας, δηλαδή οι υπάρχουσες, κατά το χρόνο του θανάτου του προσώπου, απαιτήσεις κατ' αυτού των τρίτων .

Εξάλλου, από το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α'του ν. 5945/1934 ( όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 23/1934), ορίζεται ότι "Πάντες οι ασκούντες νομίμως εν Ελλάδι το επάγγελμα του ιατρού, του οδοντιάτρου, του φαρμακοποιού και του κτηνιάτρου είναι υποχρεωτικώς και άνευ άλλης τινός διατυπώσεως μέτοχοι του Ταμείου". Από το εδ. β' της ίδιας πιο πάνω διατάξεως ορίζεται ότι "Η αληθής έννοια της παρ. 1 του άρθρ.4 είναι ότι δια την απόκτησιν της ιδιότητος του μετόχου απαιτείται και η καταβολή του δικαιώματος εγγραφής του άρθρου 40 του Νόμ.5945 (κωδικοποιήσεως). (αρθρ.15 Νόμ.6441/1934)".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι δεν αρκεί, για να καταστεί κάποιος μέτοχος και συνακόλουθα υπόχρεως στην καταβολή εισφορών και δικαιούχος αντιστοίχως των παροχών του εν λόγω ασφαλιστικού φορέα, η άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος αλλά απαιτείται κατ' αρχήν και τυπική εγγραφή αυτού στο Ταμείο, η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο του ασφαλιστικού δεσμού και της ιδιότητας του μετόχου (πρβ.

ΣτΕ 2713/2009, 2004/1974). Χρόνος δε έναρξης της ασφάλισης θεωρείται ο χρόνος εγγραφής, κατόπιν αιτήσεώς του έχοντος μια από τις προαναφερόμενες ιδιότητες, στο Ταμείο. Η άποψη αυτή (ότι προαπαιτούμενο της απόκτησης δικαιωμάτων είναι η εγγραφή του δικαιούχου) ενισχύεται και από τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 80, 81 και 82 του ίδιου νομοθετήματος, που προβλέπουν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση σύνταξης στα μέλη του ως άνω Ταμείου.

Ειδικότερα στα άρθρα 80-81 προβλέπεται ότι για να δικαιούται συντάξεως μέλος του Ταμείου, απαιτείται, τουλάχιστον 15ετής χρόνος πραγματικής ασφάλισης, υπολογιζόμενος από της ημερομηνίας καταβολής ή συμπληρώσεως του δικαιώματος εγγραφής. Στην ίδια διάταξη προβλέπεται, 5ετής πραγματική ασφάλιση, υπό την προεκτεθείσα έννοια, λόγω ανικανότητος ή θανάτου.

Στο άρθρο δε 82 του ίδιου νόμου προβλέπονται τα εξής: " Εις τας περιπτώσεις θανάτου η ανικανότητος, ίνα απονεμηθή σύνταξις, δέον ο μέτοχος να έχη συμπληρώσει 36 μήνας συμμετοχής εις το ταμείον αμέσως προηγουμένως της επελεύσεως της ανικανότητος ή του θανάτου και να έχη καταβάλει 6 τουλάχιστον μήνας πρό των γεγονότων τούτων εις ιατρόσημα και εισφοράς ποσόν ανερχόμενον εις ....δραχμάς.

Ελλειπουσών των προϋποθέσεων τούτων, χορηγείται μόνον εφ' άπαξ βοήθημα, ίσον πρός 6 μηνιαίας συντάξεις. "Προκειμένου περί συντάξεως θανάτου η κατά τ' ανωτέρω τριετής συμμετοχή λογίζεται υπάρχουσα έστω και αν ο πρός συμπλήρωσιν ταύτης χρόνος υπολείπεται κατά μήνα".". Εξαναγκαστικά μέτρα , στην περίπτωση παράλειψης υποβολής αιτήσεως για εγγραφή ο νόμος δεν προβλέπει σε βάρος του ασκούντος το ιατρικό επάγγελμα, παρά μόνο ότι ο τελευταίος διώκεται ποινικά, "περί παρανόμου ασκήσεως της ιατρικής" (άρθρο 43 και 96 του άνω ΠΔ).

Υποβολή από τρίτο, αιτήσεως εγγραφής, του ασκούντος ιατρικό επάγγελμα, χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση του τελευταίου δεν προβλέπεται. Μόνο, μετά το θάνατο αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στους κληρονόμους του, οι οποίοι προδήλως αποκτούν δικαίωμα απονομής σύνταξης, να καταβάλουν τις οφειλόμενες μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές του, μη επικαλούμενοι την σε βάρος του Ταμείου παραγραφή από τη μη είσπραξη αυτών (άρθρο 5 ΠΔ), ενέργεια που όμως προϋποθέτει την εγγραφή του δικαιούχου εν ζωή.

Ενόψει αυτών, η μετά το θάνατο του ασκούντος εν ζωή ιατρικό επάγγελμα, εγγραφή, μετά από αίτηση τρίτου έχοντος έννομο συμφέρον, στο εν λόγω Ταμείο, δεν έχει καμιά έννομη συνέπεια, όσον αφορά την επιβάρυνση της κληρονομιαίας περιουσίας, αφού όπως πιο πάνω αναφέρθηκε χρέος αυτής αποτελούν οι ενοχικές υποχρεώσεις κατά το χρόνο του θανάτου του προσώπου προς τρίτους, που είχαν δημιουργηθεί από τις συναλλαγές του τελευταίου ενόσω ζούσε και όχι αυτές που δημιουργήθηκαν, από ενέργειες τρίτων, μετά το θάνατό του, έτσι ώστε το χρέος αυτό να μην επιμερίζεται και να μη βαρύνει τους κληρονόμους του, κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας.

Υπό την εκδοχή αυτή, συγκληρονόμος, που έχει συμφέρον να του απονεμηθεί σύνταξη, από το άνω Ταμείο, λόγω θανάτου ασκούντος ιατρικό επάγγελμα, ο οποίος δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του μετόχου, διότι δεν είχε εγγραφεί στο Ταμείο αυτό, υποβάλλει αίτηση για εγγραφή μετά θάνατο αυτού και καταβάλει το δικαίωμα εγγραφής και τις αναλογούσες τον αποβιώσαντα μηνιαίες εισφορές, όπως καταλογίσθηκαν από τα όργανα του φορέα, δεν ενεργεί, χωρίς εντολή ως διοικητής και ξένης (αλλότριας) υπόθεσης, δηλαδή του συγκληρονόμου του αποβιώσαντος, αλλά προς ίδιο και αποκλειστικό συμφέρον του.

Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να στραφεί κατά του τελευταίου και να αναζητήσει τα όσα κατέβαλε στον ασφαλιστικό φορέα του αποβιώσαντος, ως δαπάνες κατά τις διατάξεις του άρθρου 736 αλλ' ούτε και με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό κατ' άρθρο 737 ΑΚ, αφού και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν συντρέχει η αναγκαία για τη θεμελίωση των διατάξεων αυτών προϋπόθεση της διαχείρισης εξ ολοκλήρου ή εν μέρει αλλότριας υπόθεσης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Η παραβίαση δηλ. του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "Η ενάγουσα τέλεσε νόμιμο, το έτος 1993, γάμο με τον Σ. Λ., ο οποίος ήταν ο δεύτερος γι' αμφοτέρους, εκ του προηγηθέντος δε πρώτου γάμου του Σ.

Λ., ο τελευταίος απέκτησε θήλυ τέκνο, την εναγομένη. Ο προαναφερόμενος ήταν κάτοχος διπλώματος ιατρικής σχολής και, έχοντας αποκτήσει την ειδικότητα του γυναικολόγου, άσκησε, έχοντας ήδη εγγραφεί την 13 - 3 - 1973 στα μητρώα του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, αποκλειστικά και προς βιοπορισμό του το ιατρικό επάγγελμα, ως ελεύθερος επαγγελματίας, από της 24 - 6 - 1974 και ανελλιπώς έκτοτε μέχρι του επισυμβάντος την 20-3 - 2004 θανάτου του.

Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα, τούτος, από της προαναφερθείσης ημερομηνίας, από της οποίας άρχισε ασκών, ως αποκλειστικό προς βιοπορισμό του, το ιατρικό επάγγελμα, απέκτησε αυτοδικαίως και την ιδιότητα του μετόχου και ασφαλισμένου του προαναφερθέντος Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών, οφειλών έκτοτε τις εκ του προαναφερθέντος νόμου προβλεπόμενες εισφορές.

Πλην όμως ο ίδιος δεν προήλθε στην τυπική εγγραφή του στο άνω Ταμείο, με συνέπεια η αρμοδία υπηρεσία του, η εντεταλμένη με την είσπραξη των εισφορών των ασφαλισμένων του, να μη είναι σε θέση να επιδιώξει την είσπραξη τους. Όπως προαναφέρθηκε, ο προαναφερόμενος, ενώ ήταν εν ενεργεία ιατρός, απεβίωσε την 30 - 3 - 2004 χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και κατέλειπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την ενάγουσα σύζυγο του και την εναγομένη θυγατέρα του, οι οποίες κληρονομούν αυτόν κατά ποσοστό 25% η πρώτη και κατά ποσοστό 75% εξ αδιαιρέτου η δευτέρα και οι οποίες αμφότερες αποδέχθηκαν νομίμως την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομία.

Μετά ταύτα η ενάγουσα απευθύνθηκε στο άνω Ταμείο προκειμένου να λάβει σύνταξη ως χήρα ασφαλισμένου του, οπότε και διαπιστώθηκε η μη εκεί εγγραφή του θανόντος συζύγου της, η οποία και, κατόπιν αιτήσεώς της, εχώρησε αναδρομικά για το χρονικό διάστημα από 24-6 -1974 έως 30-3-2004. Εδώ να σημειωθεί ότι η μετά θάνατον εγγραφή του προαναφερομένου στο άνω Ταμείο δεν συνεπάγεται ποσώς ότι αποδόθηκε σ' αυτόν αναδρομικά και η ιδιότητα του μετόχου και ασφαλισμένου του, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η ιδιότητα αυτή αποκτήθηκε από μέρους του υποχρεωτικά από το νόμο αυτοδικαίως και χωρίς καμία πρόσθετη διατύπωση, αφότου άρχισε ν' ασκεί νομίμως το ιατρικό επάγγελμα, η εγγραφή δε στα μητρώα του ταμείου είναι τυπική και όχι συστατική και γίνεται απλώς και μόνο προς δήλωση και καταχώρηση των στοιχείων του ασφαλιζομένου, ώστε να είναι ευχερής η επικοινωνία των οργάνων του ταμείου με τους ασφαλισμένους του.

Ακολούθως, το άνω Ταμείο προήλθε σε καταλογισμό των οφειλομένων και εκ του νόμου προσδιορισμένων εισφορών του θανόντος ασφαλισμένου του για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, οι οποίες, συμπεριλαμβανομένων και των προσθέτων τελών λόγω του εκπροθέσμου, ανήλθαν, μετά μείωση τους κατά ποσοστό 80% σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3250/2004, στο ύψος των 33.060,92 ευρώ.

Η οφειλή αυτή αποτελεί, κατά τα ανωτέρω σημειούμενα, χρέος της κληρονομιάς του προαναφερομένου, η αποπληρωμή του οποίου βαρύνει τους κληρονόμους του, δηλονότι τις εδώ διαδίκους κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδος και, ειδικότερα, την ενάγουσα κατά το ποσόν των (33.060 Χ 25 %=) 8.265 ευρώ και την εναγόμενη κατά το ποσόν των (33.060 Χ 75 %=) 24.795 ευρώ.

Μετά τον γενόμενο καταλογισμό το άνω Ταμείο, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 73950/25-11-2004 έγγραφο του προς την ενάγουσα έταξε δεκαήμερη, από της παραλαβής του, προθεσμία καταβολής της άνω οφειλής, μετά την πάροδο της οποίας αυτή θα επίβαρύνετο με αναπροσαρμογές και πρόσθετα τέλη. Επικείμενης της καταληκτικής ημερομηνίας αποπληρωμής της άνω οφειλής, η ενάγουσα επέδωσε, την 14 -12-2004, στην εναγομένη την από 12-12-2004 εξώδικη πρόσκληση της, με την οποία, αναφερομένη σε προηγηθείσα και μη τηρηθείσα από αυτή συμφωνία τους, περί την από κοινού τακτοποίηση του ζητήματος, την κάλεσε να εμφανισθεί την τελευταία ημέρα της ταχθείσης προθεσμίας, ήτοι την πρωία της 16-12 -2004, στα γραφεία του ενταύθα υποκαταστήματος-παραρτήματος του ΤΣΑΥ, προκειμένου να εξοφλήσουν από κοινού και κατά την προαναφερθείσα αναλογία το προαναφερθέν χρέος.

Η εναγομένη όμως δεν ανταποκρίθηκε και, μετά ταύτα, η ενάγουσα, και προς αποφυγή της προς τα άνω αναπροσαρμογής του καταλογισθέντος ποσού και επιβαρύνσεως του με τέλη εκπροθέσμου, προήλθε εξ ιδίων στην εξόφληση του συνόλου της άνω οφειλής. Ακολούθως, με νέα, την από 17-6-2005 εξώδικη πρόσκλησή της προς την εναγομένη η ενάγουσα κάλεσε την αντίδικο της όπως, μεταξύ άλλων, της αποδώσει την αναλογία της από το καταβληθέν ολικό ποσόν, χωρίς όμως και πάλι να υπάρξει ανταπόκριση από την εναγομένη.

Εν όψει πάντων τούτων και όσων στην προηγηθείσα νομική σκέψη εκτίθενται, η ενάγουσα, εξοφλήσασα εξ ιδίων ληξιπρόθεσμο και κοινό των διαδίκων χρέος, δικαιούται κατά νόμο (άρθρα 736 και 722 Α.Κ.) ν' αναζητήσει από την συνοφειλέτιδα - εναγομένη το αναλογούν σε αυτή, κατά τα άνω, μέρος του". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Με τις κρίσεις του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, υπό την έννοια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής αυτών, αφού, με τα ως άνω αποδειχθέντα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Τούτο διότι: 1) αν και όπως αναφέρθηκε, στη μείζονα σκέψη, για να καταστεί κάποιος μέτοχος του ΤΣΑΥ και συνακόλουθα υπόχρεους καταβολής εισφορών, από την έναρξη άσκησης του επαγγέλματος του ιατρού, δεν αρκεί μόνη η ιδιότητα αυτή, αλλά απαιτείται και η εγγραφή του στο Ταμείο αυτό, η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο του ασφαλιστικού δεσμού, εν τούτοις, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των οικείων διατάξεων, δέχεται ότι τούτο αποτελούσε τυπικό και όχι ουσιαστικό στοιχείο, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι ο κληρονομηθείς, είχε καταστεί, όσο ζούσε, μέτοχος του εν λόγω ταμείου, από μόνη την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματός του, αν και δεν είχε εγγραφεί στο εν λόγω Ταμείο, και 2) εξαιτίας της εσφαλμένης αυτής ερμηνευτικής εκδοχής, κατέληξε ότι, οι απαιτήσεις του Ταμείου είχαν καταστεί απαιτητές εν ζωή του κληρονομηθέντος και συνακόλουθα ότι ήταν χρέη της κληρονομίας, που βάρυναν τους κληρονόμους, αν και με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εγγραφή αυτού έγινε μετά το θάνατό του, με την υποβολή αίτησης από την αναιρεσίβλητη η οποία απέβλεπε στην ικανοποίηση αποκλειστικά ιδίου συμφέροντος και συνακόλουθα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι δαπάνες αυτές δεν αποτελούσαν χρέη της κληρονομίας, με αποτέλεσμα η διαχειριζομένη υπόθεση να μην είναι ούτε εν μέρει αλλότρια, για να δικαιολογείται το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να απαιτήσει μέρος αυτών (δαπανών), από την αναιρεσείουσα, ως συγκληρονόμο του θανόντος Σ.

Λ. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι της κρινόμενης αίτησης, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκαν με την έκθεση του Εισηγητή ( άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 § 4 του ν. 4055/2012, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, ενόψει των ανέλεγκτων παραδοχών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν βρίσκει έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 1885, 730, 736 και 904 επ. ΑΚ είναι ουσιαστικά αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα. Η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, για να παραπεμφθεί για εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Πρέπει λοιπόν, η έφεση της αναιρεσείουσας, να κρατηθεί και να δικασθεί από το δικαστήριο τούτο. Στη συνέχεια αφού γίνει δεκτή η έφεση, πρέπει να εξαφανισθεί η υπ' αρ.11545/2009 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και να απορριφθεί η αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, ως ηττώμενη διάδικος (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Αναιρεί την υπ' αρ. 1465/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί και δικάζει την από 15-9-2009 έφεση κατά της υπ' αρ. 11545/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 17531/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την, ως άνω, προσβαλλόμενη απόφαση.

Απορρίπτει την 27-3-2008 και αρ. κατάθεσης 12777/27-3-2008, αγωγή της αναιρεσίβλητης. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ