2091/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2091/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 1/10-5-10 αίτηση αναίρεσης του Σ. Τ. του Μ. και της Ά., ετών 46, κατοίκου ..., κατά της κατ' αριθμ. 76/9-4-10 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης.
Full text
Απόφαση 2091 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2091/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - προσφεύγοντος Σ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, κατά της υπ' αριθμ. 76/2010 Διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης. Ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω διάταξή του αποφάσισε όσα αναφέρονται σ' αυτήν και ο αναιρεσείων - προσφεύγων ζητεί τώρα την αναίρεση της διατάξεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2010 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 699/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου με αριθμό 311/1-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρο 513 παρ.1α, 476 παρ.1α Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 1/10-5-10 αίτηση αναίρεσης του Σ. Τ. του Μ. και της Ά., ετών 46, κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 76/9-4-10 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής:
α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 παρ.1α και 476 παρ.1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν ο ασκών αυτή δεν έχει εκ του νόμου το δικαίωμα (δεν νομιμοποιείται) να την ασκήσει. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ. ΝΓ' 751). Επί πλέον δε μπορεί το ίδιο (σε συμβούλιο) Δικαστήριο, να καταδικάσει τον ασκήσαντα την αίτηση αναίρεσης σε χρηματική ποινή έως 100 ευρώ.
β) Περαιτέρω, από τις διατάξεις τω άρθρ. 462, 482, 484, 504 και 510 ΚΠΔ, που αναφέρονται στην άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, προκύπτει ότι, το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνον κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και κατά των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, όχι όμως και κατά των διατάξεων του Εισαγγελέα Εφετών (άρθρ. 48 ΚΠΔ), που εκδίδονται επί προσφυγών στρεφομένων κατά των διατάξεων του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (άρθρ.47 ΚΠΔ). Η απορριπτική εγκλήσεως διάταξη που εκδίδει ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών και η διάταξη που εκδίδει ο Εισαγγελέας Εφετών μετά από προσφυγή του εγκαλούντα κατά της απορριπτικής εγκλήσεως διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, δεν έχουν την μορφή, ούτε του βουλεύματος, ούτε της αποφάσεως. Οπότε ο εγκαλών - προσφεύγων δεν έχει εκ του νόμου το δικαίωμα ν' ασκήσει αναίρεση κατ' αυτών, επειδή αυτό δεν προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις, ούτε από κάποια άλλη γενική ή ειδική διάταξη του ΚΠΔ. (Α.Π. 1079/09, Α.Π. 948/09, Α.Π. 418/09, 140/09, Ποιν. Δ/νη τ. 13ος, 257 και 130 - τ. 12ος, 1167 και 1048).
γ) Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Με την από 6-10-08 έγκλησή του (ΑΕ 2008/2767) ο Σ. Τ. ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης και την τιμωρία του Μητροπολίτου Σιδηροκάστρου Μ., για κατ' εξακολούθηση συκοφαντική δυσφήμιση (98, 363-362 Π.Κ.), που διέπραξε αυτός (Μητροπολίτης) σε βάρος του. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Σερρών εκδίδοντας την ΕΓ 3-2009/447/7/1-2-10 Διάταξή του, απέρριψε την ανωτέρω έγκληση. Μετά ταύτα, κατά της διατάξεως αυτής ο ανωτέρω εγκαλών άσκησε την 1/25-2-10 προσφυγή του ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, αυτός δε με την 76/9-4-10 διάταξή του απέρριψε την εν λόγω προσφυγή. Κατά της διατάξεως αυτής του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης (76/10), ο ανωτέρω εγκαλών - προσφεύγων, στρέφεται με την 1/10-5-10 σχετική ενώπιόν μας προσφυγή του, η οποία εκτιμάται ως αίτηση αναίρεσης, ζητώντας την εξαφάνισή της.
δ) Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 76/10 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, (που δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης και συνεπώς δεν προβλέπεται από τον νόμο άσκησή της, καθόσον ο εγκαλών - προσφεύγων - αναιρεσείων δεν δικαιούται σε τούτο), πρέπει από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), αφού ακούσει τον διάδικο τούτον, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επίσης πρέπει, κατ' άρθρ. 476 παρ.1, 513 παρ.1, 583 παρ.1 Κ.Π.Δ., να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ως και σε χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 1/10-5-10 αίτηση αναίρεσης του Σ. Τ. του Μ. και της Ά., ετών 46, κατοίκου ..., κατά της κατ' αριθμ. 76/9-4-10 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης.
Β) Να καταδικασθεί ο ανωτέρω αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, ως και σε χρηματική ποινή 100 ευρώ.
Αθήνα 17-9-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 §1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462, 463, 482, 484, 504 και 510 του Κ.Ποιν.Δ., τα οποία αναφέρονται στην άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο συγχωρείται μόνο κατά των βουλευμάτων των δικαστικών συμβουλίων και κατά των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων στις περιπτώσεις που ρητώς παρέχεται τούτο από το νόμο.
Η διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 48 του ΚΠΔ, δεν έχει χαρακτήρα βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται κατ' αυτής το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επομένως, η κρινόμενη από 10-5-2010 αίτηση αναιρέσεως, η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 76/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, που απέρριψε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 447/7/1-2-2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 476 §1 και 583 §2 του Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-5-2010 αίτηση του Σ. Τ. του Μ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 76/2010 διατάξεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ