2091/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5331/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4341/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 4/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated2091/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στον κατάλογο αυτό συμπεριλαμβανόταν και το όνομα της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή, που γεννήθηκε στις 26.10.1941, συμπλήρωνε το 60ο έτος της ηλικίας της. Επί πλέον, με το ίδιο έγγραφο, οι περιφερειακές διευθύνσεις καλούνταν να ελέγξουν αν οι αναγραφόμενοι στον άνω κατάλογο υπάλληλοι είχαν συμπληρώσει στις 31.12.1997 τον προβλεπόμενο γι συνταξιοδότηση χρόνο (πλήρη 15ετή ασφαλισμένη υπηρεσία), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2084/1992.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2091 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2091/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό μορφή ανώνυμης εταιρείας που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μανωλά.
Της αναιρεσίβλητης: ........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νεκτάριο Ψύλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5331/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4341/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 4/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 3 και 6 του νόμου 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις", για τους άνδρες, που έχουν υπαχθεί στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης μέχρι 31.12.1982 και συμπληρώνουν τον προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων συντάξιμο χρόνο από 1.1.1998 και μετά, καθώς και για τους υπαγόμενους στην υποχρεωτική ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης από 1.1.1983 μέχρι 31.12.1992, ο συντάξιμος χρόνος δε μπορεί να είναι μικρότερος των 25 ετών (παρ. 3).
Για τους ασφαλισμένους, οι οποίοι συμπληρώνουν το 65ο έτος της ηλικίας ο ελάχιστος χρόνος για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος ορίζεται σε 15 έτη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 103 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, που έχει ισχύ νόμου (άρθρο 12 παρ. 2, 3 και 5 του ν.δ. 674/1970 όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.δ. 1116/1972) και που έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 3 του νέου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΣΕ, ο οποίος κυρώθηκε με το νόμο 2671/1998 (άρθρο 13), οι εργαζόμενοι στον ΟΣΕ αποχωρούν αυτοδικαίως από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση όριου ηλικίας, το οποίο για τους κλητήρες ήταν το 60ο έτος.
Τέλος, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 περ. Β΄ εδ. β΄ του Καταστατικού του ΤΑΠ - ΟΤΕ, που είναι το συνταξιοδοτικό ταμείο και των εργαζομένων στην αναιρεσείουσα ("ΟΣΕ Α.Ε."), το προσωπικό που καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας και δεν θεμελιώνει δικαίωμα συνταξιοδότησης από άλλον ασφαλιστικό οργανισμό ή από το Δημόσιο, δικαιούται να παραμείνει στην υπηρεσία τόσο όσο απαιτείται για να συμπληρωθεί 15ετή συντάξιμη υπηρεσία, είτε με αναγνώριση προϋπηρεσίας είτε με προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης μέχρι τρία έτη.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις ......., για να εργαστεί ως κλητήρας. Με το ...... έγγραφο της Διεύθυνσης προσωπικού της αναιρεσείουσας προς περιφερειακές διευθύνσεις της, γνωστοποιήθηκε κατάλογος με τα ονόματα των υπαλλήλων, οι οποίοι από 1.1.2002 θα έπαυαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην αναιρεσείουσα λόγω συμπλήρωσης του υποχρεωτικού ορίου ηλικίας.
Στον κατάλογο αυτό συμπεριλαμβανόταν και το όνομα της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή, που γεννήθηκε στις 26.10.1941, συμπλήρωνε το 60ο έτος της ηλικίας της. Επί πλέον, με το ίδιο έγγραφο, οι περιφερειακές διευθύνσεις καλούνταν να ελέγξουν αν οι αναγραφόμενοι στον άνω κατάλογο υπάλληλοι είχαν συμπληρώσει στις 31.12.1997 τον προβλεπόμενο γι συνταξιοδότηση χρόνο (πλήρη 15ετή ασφαλισμένη υπηρεσία), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2084/1992.
Στο μεταξύ, πριν από την κοινοποίηση του άνω εγγράφου η αναιρεσίβλητη, ενόψει της συμπλήρωσης του 60ου έτους της ηλικίας της, υπέβαλε στις ...... στην αρμόδια υπηρεσία της αναιρεσείουσας αίτηση, με την οποία ζήτησε να παραμείνει στην υπηρεσία της μέχρι τη συμπλήρωση 15ετίας, δηλαδή ζήτησε να παραμείνει έως τις 14.11.2003, προκειμένου να θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης.
Ο προϊστάμενος της ανωτέρω υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, με το ...... έγγραφό του προς την αρμόδια ΔΕΕ/ΥΜΕΞ/ΓΘ της αναιρεσείουσας, γνωστοποίησε ότι η αναιρεσίβλητη στις 31.12.1997 δεν είχε συμπληρώσει 15ετή συντάξιμη υπηρεσία και γιαυτό εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτησή της και να παραμείνει αυτή στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει τον απαιτούμενο συντάξιμο χρόνο.
Όμως ο διευθυντής προσωπικού της αναιρεσείουσας με το ....... έγγραφό του, απαντώντας στην αίτηση της αναιρεσίβλητης, την πληροφόρησε ότι από τα ασφαλιστικά της στοιχεία προέκυπτε ότι ο συνολικός χρόνος ασφάλισής της έως την ημερομηνία αποχώρησή της, στις 31.12.2001 ανερχόταν σε 17 1/2 περίπου έτη και επομένως είχε δικαίωμα σύνταξης.
Γιαυτό και της υπέδειξε να καταθέσει τ΄ απαιτούμενα δικαιολογητικά συνταξιοδότησης στο ΤΑΠ - ΟΤΕ. Έτσι με τον τρόπο αυτό απορρίφθηκε το αίτημα της αναιρεσίβλητης, για να παραμείνει αυτή στην υπηρεσία και μετά τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου όριου ηλικίας, με σκοπό να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη που αποχώρησε από την υπηρεσία της αναιρεσείουσας την 1.1.2002, στο τέλος του έτους 2001, που συμπλήρωσε το 60ο έτος της ηλικίας της, είχε συνολικό χρόνο ασφάλισης 17 έτη, 3 μήνες και 2 μέρες, από τα οποία α) 13 έτη, 1 μήνας και 17 μέρες από 14.11.1988 έως 31.12.2001, στο ΤΑΠ-ΟΤΕ και β) 124 ημερομίσθια ή 4 έτη, 1 μήνα και 15 μέρες από 15.6.1970 έως 24.10.1974 στο ΙΚΑ.
Ο χρόνος ασφάλισης στο ΙΚΑ αφορούσε αναγνώριση χρόνου ασφάλισης, λόγω παροχής εργασίας στην αλλοδαπή, που έγινε με ...... απόφαση του υποκαταστήματος ΙΚΑ Τούμπας Θεσσαλονίκης. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο χρόνος ασφάλισης για την εργασία στην αλλοδαπή αναφέρεται στα έτη 1970 έως 1974, αυτός κατέστη χρόνος ασφάλισης στο ΙΚΑ μετά την αναγνώρισή του το έτος 1983.
Κατά συνέπεια η αναιρεσείουσα, ως ασφαλισμένη μετά την 1.1.1983, θεμελίωνε συνταξιοδοτικό δικαίωμα μετά τη συμπλήρωση 25 ετών ασφάλισης, ανεξάρτητα από τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 3 του ν.2084/1992 και του άρθρου 10 παρ. 6γ του ν.1902/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν.1976.1991.
Εξάλλου, αυτή δεν είχε συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας της, ώστε να υπήρχε δυνατότητα να της χορηγηθεί σύνταξη με 15 έτη ασφάλισης, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 6 του ν.2084/1992. Επίσης αυτή δε μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί ούτε από το ΙΚΑ. Ενόψει αυτών το ΤΑΠ - ΟΤΕ με την ........
απόφαση του προϊσταμένου του τμήματος συντάξεων κύριας ασφάλισης, απέρριψε την αίτηση συνταξιοδότησης της αναιρεσείουσας, διότι κατά το χρόνο της αποχώρησής της από την υπηρεσία δεν είχε συμπληρώσει, όπως αναφέρθηκε ήδη, 25ετή χρόνο ασφάλισης ούτε το 65ο έτος της ηλικίας της, ώστε να λάβει σύνταξη με 15 χρόνια ασφάλισης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η διαπίστωση του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα διευθυντή προσωπικού της εταιρίας, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη στις 31.12.2001 είχε θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ήταν εσφαλμένη και ενείχε, όπως προαναφέρθηκε σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσίβλητης να παραμείνει στην υπηρεσία και μετά την κατάληψή της από το όριο ηλικίας μέχρι να συμπληρώσει τον απαιτούμενο συντάξιμο χρόνο.
Η εσφαλμένη αυτή δια πίστωση του ανωτέρω υπαλλήλου της αναιρεσείουσας οφείλεται σε αμέλεια αυτού και συγκεκριμένα σε πλημμελή έλεγχο των ασφαλιστικών στοιχείων της αναιρεσίβλητης, συνεπεία του οποίου ο εν λόγω υπάλληλος υπέλαβε ότι η τελευταία δικαιούται να λάβει σύνταξη με 15 έτη ασφάλισης. Επομένως η αναιρεσείουσα, παραβιάζοντας το νόμο, απέρριψε το αίτημα της αναιρεσίβλητης για παραμονή στην υπηρεσία και μετά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας της.
Τελικώς η αναιρεσίβλητη, με την προσμέτρηση της ασφάλισής της στο ΙΚΑ συνταξιοδοτήθηκε, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν.3029/2002, με την οποία ορίζεται ότι γυναίκες ασφαλισμένες στα ειδικά ταμεία, όπως και το ΤΑΠ - ΟΤΕ, που συμπληρώνουν το 60ο έτος της ηλικίας τους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με 15 έτη ασφάλισης τουλάχιστον.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1002 μέχρι 2-12-2002, που αυτή συνταξιοδοτήθηκε, απώλεσε τις αποδοχές τις οποίες κατά πάσα πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε εάν εξακολουθούσε να εργάζεται και οι οποίες ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 12.546,54 ευρώ καθώς επίσης υπέστη και ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση 1.000 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της 5331/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία δέχθηκε ως βάσιμη κατ΄ ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και καταλογίζοντας αμελή συμπεριφορά στα αρμόδια, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, όργανα της αναιρεσείουσας, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914, 922 και 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2084/1992 και του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, διότι η αναιρεσείουσα, ως ανήκουσα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 3 και 6 του ν. 2084/1992, στους μετά την 1-1-1983 ασφαλισμένους, στις 31-12-1997 δε συμπλήρωσε το ελάχιστο χρόνο θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος και έπρεπε προς τούτο, κατά τις άνω διατάξεις του ν. 2084/1992, να συμπληρώσει 25ετία.
Από το άλλο μέρος, κατά τον Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της αναιρεσείουσας, οι κλητήρες, κατηγορία στην οποία ανήκε η αναιρεσίβλητη, συνταξιοδοτούνται με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους, το οποίο η αναιρεσίβλητη συμπλήρωνε στις 31-12-2001, αφού γεννήθηκε το έτος 1941.
Συνεπώς η μη αποδοχή του αιτήματός της περί παραμονής επί μία ακόμη 3ετία κατ΄ ανώτατο όριο, στην υπηρεσία με σκοπό να θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, ήταν άνευ αντικειμένου, αφού και με την τριετία αυτή η αναιρεσίβλητη δεν θεμελίωνε τέτοιο δικαίωμα. Ως εκ τούτου ορθώς το αρμόδιο όργανο της αναιρεσείουσας απέρριψε το αίτημα της αναιρεσίβλητης και γιαυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μόνος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ν΄ αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4341/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ