Supreme Court dismisses appeal on technical grounds, ruling technical expert reports were properly considered by the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an industrial accident compensation claim. The appellant argued that technical expert reports submitted by the family were ignored by the lower court, but the court found no evidence of this in the judgment. The court ruled that the lower court had properly considered all admissible evidence, including the technical reports, and that the appellant failed to demonstrate a specific violation of the law regarding the evaluation of these documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 932 of the Civil Code; Articles 1, 16 of Law 551/1915: An appeal against a judgment on an industrial accident claim must specifically identify the evidence ignored by the lower court and demonstrate how its non-consideration affects the outcome; general allegations that all evidence was reviewed are insufficient to establish grounds for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2090 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2090/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Σ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζώτο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Τ. του Π., 2. Ζ. συζ. Σ. Τ., 3. Μ. θυγ. Σ. Τ., 4. Σ. θυγ. Σ. Τ., κατοίκων ..., όλοι οι ανωτέρω παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αγγελή Μαργαρίτη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5601/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3364/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 30-9-2014 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν.551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν.551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προοτηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προοτηθέντων απ' αυτούς(άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια, της, διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου, πράξεως ή παραλείψεως.
Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ.778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου. Εξάλλου, ο ν. 1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει:
α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο και γ)στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι: 1.
Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2.
Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4.
Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.
Περαιτέρω, με τα άρθρα 1,78,79 και 111 του π.δ. 1073/1981"περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού 'Όρίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ.778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων(αρ.1).Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον:
α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των. β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικώς ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως.
γ)Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα-μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κλπ, να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφην έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας. Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών.
δ)οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ)να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου... (αρ.78.Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ.
Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ.79).
Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ.778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικός και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων...Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ. 111).
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 778/1980, του ν. 1396/1983 και του π.δ. 1073/1981, συνάγεται ότι 1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι και 2) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού.
Εξάλλου, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης προς έκδοση οικοδομικής άδειας και η επίβλεψη του οικοδομικού έργου, στο οποίο αφορά αυτή, φέρει το χαρακτήρα συμβάσεως μισθώσεως έργου, η κατάρτιση της οποίας δεν υπόκειται σε συστατικό τύπο. Τέλος, με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε.
Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.
Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: "Ο εκκαλών- εναγόμενος Ι. Κ. και ο εναγόμενος Ε. Κ. (μη διάδικος στην έκκλητη δίκη), συγκύριοι οικοπέδου στις ..., επί της οδού ..., αποφάσισαν το έτος 2002 να ανεγείρουν επ' αυτού πολυώροφη οικοδομή.
Επίσης αποφάσισαν να μην αναθέσουν εξ ολοκλήρου το έργο σε συγκεκριμένο εργολάβο, αλλά να εκτελέσουν αυτό υπό την δική τους παρακολούθηση και επίβλεψη και με ανάθεση των επιμέρους εργασιών του σε τεχνίτες της επιλογής τους . Την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, τη σύνταξη και κατάθεση των απαραίτητοι για την πληρότητα του φακέλου της άδειας εγγράφων, δηλαδή τη μελέτη του σχεδίου ασφαλείας και υγείας, καθώς και τη γενική επίβλεψη του εν λόγω έργου ανέθεσαν στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα αρχιτέκτονα μηχανικό Π.
Σ. (αναιρεσείουσα). Η τελευταία, στα πλαίσια των καθηκόντων της, αφού συνέταξε τα απαραίτητα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα από 5-9-2002 Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας (Σ.Α.Υ) και Φάκελο Ασφαλείας και Υγείας (Φ.Α.Υ.), κατέθεσε αυτά στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, με βάση δε αυτά εξεδόθη η με αριθ. 1023/2002 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αττικής και ξεκίνησαν οι εργασίες ανοικοδόμησης του κτηρίου.
Στην εν λόγω οικοδομή και πλησίον του εξώστη του τρίτου ορόφου διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια χαμηλής και μέσης τάσης του δικτύου της εναγομένης Δ.Ε.Η. (επίσης μη διαδίκου στην παρούσα στο δεύτερο βαθμό δίκη). Τα εν λόγω δίκτυα κατασκευάσθηκαν στις 28-9-1992, σύμφωνα με τους κανονισμούς εγκατάστασης και συντήρησης υπαίθριων γραμμών ηλεκτρικής ενέργειας ( Κ.Ε.Σ.Υ.Γ.Η.Ε.) καθώς και το Ν. 1672/51 ( άρθρο 12 ), κατά τους οποίους τα όρια ασφαλείας για οριζόντια απόσταση από σταθερές εγκαταστάσεις για τη μέση τάση κυμαίνονται μεταξύ 2-2,5 μ.
και για τη χαμηλή τάση μεταξύ 1,2-1,5 μ. Στη συγκεκριμένη οικοδομή, όπως προκύπτει από τα με αριθ. 50915/27-5-2005 και 51924/20-10-2005 έγγραφα της Δ.Ε.Η, η απόσταση των καλωδίων χαμηλής τάσης από τους εξώστες αυτής ανέρχονταν σε 2,0 μ. και των καλωδίων μέσης τάσης σε 1,5 μ. ήτοι τα καλώδια χαμηλής τάσης βρίσκονταν εντός του ορίου ασφαλείας σε αντίθεση με τα καλώδια μέσης τάσης, τα οποία βρίσκονταν εκτός του ορίου αυτού.
Συνεπώς η ανέγερση της εν λόγω οικοδομής ελάμβανε χώρα χωρίς να είναι σύμφωνη με τους κανονισμούς ασφαλείας της Δ.Ε.Η. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι περί το τέλος Φεβρουαρίου 2005 ο ανωτέρω εναγόμενος - εκκαλών ανέθεσε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και αντεκκαλούντα Σ. Τ., ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του "γυψαδόρου", την κατασκευή και τοποθέτηση γύψινων οροφών στο εσωτερικό του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου.
Ο τελευταίος, με την βοήθεια του υιού του Π. Τ., τον οποίο, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα Ν. Τ., απασχολούσε στις εργασίες του ως ανειδίκευτο εργάτη, κατά τις πρωινές ώρες της 1-3-2005, και ενώ επικρατούσε αραιή βροχόπτωση, μετέβησαν στην οικοδομή και ξεκίνησαν τις εργασίες τους, μεταφέροντας σε πρώτο στάδιο λεπτές μεταλλικές ράβδους, μήκους πέντε ( 5 ) μέτρων εκάστη, από το δεύτερο όροφο όπου ήταν αποθηκευμένες, στον τρίτο όροφο όπου θα γινόταν η τοποθέτησή τους .
Η μεταφορά των εν λόγω μεταλλικών ράβδων γινόταν ως εξής: Ο ενάγων εφεσίβλητος-αντεκκαλών Σ. Τ. βρισκόταν στον εξώστη του δευτέρου ορόφου και κρατώντας τη μία άκρη κάθε ράβδου , έδινε την άλλη άκρη της στον υιό του, ο οποίος βρισκόταν στον εξώστη του τρίτου ορόφου και ο οποίος ακολούθως τις αποθήκευε στο διαμέρισμα του ορόφου αυτού.
Περί ώρα 10.30 και ενώ ο Π. Τ. κρατούσε στα χέρια του μία μεταλλική ράβδο, που μόλις του είχε δώσει ο εφεσίβλητος- αντεκκαλών πατέρας του, κεραυνοβολήθηκε από ηλεκτρικό ρεύμα , είτε διότι η μεταλλική ράβδος ήρθε σε επαφή με καλώδιο μέσης τάσης, είτε πλησίασε πολύ κοντά στα ηλεκτροφόρα καλώδια και δημιουργήθηκε ηλεκτρικό πεδίο λόγω της αραιής βροχόπτωσης, με συνέπεια το ηλεκτρικό ρεύμα να διοχετευθεί διαμέσου της ράβδου στον σώμα του και ακολούθως να επέλθει ο θάνατος του από ηλεκτροπληξία (βλ.
την από 11-1-2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή Σ. Μ.). Το ατύχημα αυτό οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια των εναγομένων κυρίου του έργου-εργολάβου Ι. Κ. και επιβλέπουσας μηχανικού Π. Σ." και συνεχίζει το Εφετείο "...η τελευταία, μηχανικός επιβλέπουσα το έργο παρέλειψε να ενημερώσει εγγράφως τον εναγόμενο κύριο του έργου , κατά την έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης του κτηρίου, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας ( όπως αναφέρονται ανωτέρω ) από κινδύνους που προέρχονταν από εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ και ακολούθως να επιβλέπει την τήρηση τους, υποχρέωση που προβλέπεται ρητά από τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 1396/1983.
Η αμελής συμπεριφορά της τελευταίας επιτείνεται από το γεγονός ότι στον από 5-9-2002 Φάκελο Ασφαλείας και Υγείας που υπέβαλε στην αρμόδια Πολεοδομία για την έκδοση της παραπάνω οικοδομικής άδειας δηλώνει ψευδώς ότι "Δεν υπάρχουν ζώνες ιδιαίτερου κινδύνου στο εργοτάξιο της οικοδομής", παραλείποντας να σημειώσει ότι πλησίον της οικοδομής διέρχονται εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια μέσης τάσης και μάλιστα εκτός των ορίων ασφαλείας.
Η τελευταία βέβαια ισχυρίζεται ότι οι ανωτέρω ενέργειες δεν ήταν απαραίτητες καθόσον η απόσταση από την επίδικη οικοδομή των διερχομένων ηλεκτροφόρων καλωδίων και κυρίως αυτών της μέσης τάσης, υπολογιζομένου και του μονωτήρα αυτών, υπερέβαινε τα δύο ( 2 ) μέτρα ήτοι βρίσκονταν εντός του προβλεπόμενου ορίου ασφαλείας αυτών ( 1,92μ.
μέχρι το μονωτήρα πλέον 10 εκατοστά το πάχος του μονωτήρα ). Τον ισχυρισμό της αυτό επιχειρεί να θεμελιώσει στην από 26-9-2008 τεχνική έκθεση του τοπογράφου-μηχανικού Σ. Α., σε συνδυασμό με το από 27-10-2010 έγγραφο του ιδίου προς το TEE, και την από Ιανουάριο 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ε.
Β.. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθόσον αφενός από τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα της ΔΕΗ (50915/27-5-2005 και 51924/20-10-2005) προκύπτει αναμφίβολα ότι το δίκτυο μέσης τάσης της τελευταίας απείχε από την οικοδομή μόλις 1,5 μέτρα, ενώ σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς τα όρια ασφαλείας για τη μέση τάση ορίζονται σε απόσταση από σταθερές εγκαταστάσεις μεταξύ 2-2,5 μέτρα, αφετέρου οι επικαλούμενες από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) τεχνικές εκθέσεις έχουν συνταχθεί κατόπιν μεταγενέστερης του θανατηφόρου ατυχήματος έρευνας αφού τα ηλεκτροφόρα καλώδια είχαν ήδη μετακινηθεί σε ασφαλέστερη απόσταση από την οικοδομή, στηρίζονται, σε συγκριτικές παρατηρήσεις και πιστοποιήσεις και ως εκ τούτου δεν δύνανται να αποτυπώσουν την πραγματική κατά το χρόνο του ατυχήματος κατάσταση.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ίδια δεν ευθύνεται για το θανατηφόρο ατύχημα καθόσον δεν είχε ενημερωθεί από τον εναγόμενο κύριο του έργου για την εκτέλεση εργασιών κατασκευής ψευδοροφών με την τοποθέτηση γυψοσανίδας, οι οποίες δεν προβλέπονταν στην αρχιτεκτονική μελέτη που είχε εκπονήσει, ούτε περιλαμβάνονταν στην σχετική οικοδομική άδεια, ούτε στο Σχέδιο Ασφαλείας και Υγείας που είχε συντάξει και συνεπώς δεν μπορούσε να επιβλέψει την εκτέλεση αυτών, προβάλλεται αλυσιτελώς διότι η εναγομένη είχε την υποχρέωση να προβεί σε λήψη μέτρων ασφαλείας για την αποφυγή προσεγγίσεως στα ηλεκτροφόρα καλώδια καθώς και να επισημάνει τούτο στο Φάκελο Ασφαλείας και Υγείας, που η ίδια είχε νομική υποχρέωση να συντάξει και να υποβάλει στην αρμόδια Πολεοδομία, πριν την έναρξη οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας, οι οποίες μάλιστα ( οικοδομικές εργασίες ) δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται αναλυτικά στα παραπάνω έγγραφα.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι και οι δύο παραπάνω εναγόμενοι (κύριος του έργου και επιβλέπουσα μηχανικός) για την πράξη τους αυτή κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν έκαστος σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, με την υπ' αριθ. 7385/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ( Πλημ/των ) Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη με την αριθ. 467/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου ( Ε' Ποινικό Τμήμα ), με την οποία απερρίφθησαν οι από 16-2-2011 και 18-2-2011 αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν οι εναγόμενοι κατ' αυτής αντίστοιχα .Συνυπαίτιοι όμως της πρόκλησης του εν λόγω ατυχήματος είναι και ίδιος ο θανών κατά ποσοστό 30% καθώς και ο ενάγων πατέρας του, κατά ποσοστό 20% . ...".
Περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο "ότι οι πρώτος και δεύτερη των ενάγοντων, γονείς του θανόντα, και η τρίτη και η τέταρτη των εναγόντων αδελφές του, διατηρούσαν άριστες σχέσεις και στενούς συναισθηματικούς δεσμούς αγάπης με τον θανόντα, ο οποίος ήταν υγιέστατος και στην πλέον παραγωγική ηλικία των 23 ετών και εξαιτίας του αδόκητου και αιφνίδιου θανάτου του υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την οποία το Δικαστήριο αυτό λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος, τον βαθμό του πταίσματος εκάστου των εναγομένων, το βαθμό συνυπαιτιότητας του θανόντος και του ενάγοντος πατέρα του, την ηλικία του θανόντος, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων τον βαθμό των οικογενειακών σχέσεων και της συγγένειας των εναγόντων με τον θανόντα, τις άριστες σχέσεις που είχαν με αυτόν, την έκταση της ταλαιπωρίας της θλίψης και του ψυχικού πόνου που δοκίμασε ο καθένας από τους ανωτέρω ενάγοντες και ιδίως οι γονείς του, κρίνει με βάση και τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας ότι δικαιούνται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ο ενάγων πατέρας του θανόντος Σ.
Τ. το ποσό των 30.000 ευρώ, η ενάγουσα μητέρα του θανόντος Ζ. Τ. το ποσό των 60.000 ευρώ και οι ενάγουσες αδελφές του θανόντος Μ. Τ. και Σ. Τ. το ποσό των 20.000 ευρώ εκάστη εξ αυτών". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, όσον αφορά τις εφεσίβλητες αδελφές του θανόντος στις οποίες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιδικάσει για την ως άνω αιτία ,σε καθεμιά το ποσό των 40.000 ευρώ και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση στο σύνολό της, για την ενότητα της εκτελέσεως επιδίκασε για την ως άνω αιτία στον πατέρα του θανόντος το ποσό των 30.000 ευρώ, στην μητέρα του το ποσό των 60.000 ευρώ και σε καθεμιά των αδελφών του 20.000 ευρώ.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας στην επέλευση του ένδικου εργατικού ατυχήματος και του αιτιώδους συνδέσμου της παράλειψής της (αμέλειας) προς το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ανεξάρτητα από τη συγκλίνουσα στο ίδιο ατύχημα υπαιτιότητα των ιδιοκτητών της οικοδομής και του οικείου πταίσματος του θανόντος, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της, η αναιρεσείουσα ήταν επιβλέπουσα μηχανικός του συγκεκριμένου έργου, αφού σ' αυτήν οι ιδιοκτήτες οικοδομής είχαν αναθέσει την επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου με σχετική σύμβαση (έργου), και συνακόλουθα είχε νομική υποχρέωση, καθόσον γνώριζε την απόσταση των ηλεκτροφόρων καλωδίων μέσης τάσης από την οικοδομή, στη τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων για την αποφυγή ατυχημάτων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τις συναφείς από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις που περιέχονται στους λόγους της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμα. Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως , ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατ' αυτήν (αναιρεσείουσα) σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 2.
Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, και δεν απαιτείται να γίνεται διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, δηλαδή να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται και στους δυο λόγους αναιρέσεως, κατά την αληθή νοηματικής τους απόδοση από αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, τις μετ' επίκληση απ' αυτήν προσκομισθείσες τεχνικές εκθέσεις (την από 26-9-2008 έκθεση του διορισθέντος από το ΤΕΕ τοπογράφου Σ.
Α., το από 27-10-2010 έγγραφο του τελευταίου προς το ΤΕΕ καθώς και την από Ιανουάριο 2009 έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Ε. Β.). Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και "....όλα γενικά τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.." σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις εν λόγω τεχνικές εκθέσεις, στις οποίες και γίνεται ειδική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 10ο φύλλο προσβαλλόμενης στην πρώτη όψη).
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικο, η δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-2-2014 αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ. 3364/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ