Appeal against non-convicting judgment dismissed as inadmissible due to incorrect procedural form under Greek Criminal Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal declaration against a non-convicting appellate decision as inadmissible. The appellant filed the appeal using the specific form required for appeals against convicting judgments, whereas the underlying decision merely rejected the lower court's appeal as untimely. The court ruled that because the appeal was not filed according to the statutory requirements for non-convicting decisions, it violated procedural rules and was therefore inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473 § 2 and 474 § 1 of the Criminal Procedure Code; Appeals against non-convicting decisions must follow Article 474 § 1, not Article 473 § 2, and failure to adhere to these specific forms renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2090 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο.
Περίληψη:
Αίτηση αναιρέσεως με τις διατυπώσεις του άρθρου 473 § 2 ΚΠΔ (με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) επιτρέπεται μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως. Τέτοια δεν είναι η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, ανυποστήρικτη ή απαράδεκτη. Απαράδεκτη δήλωση αναιρέσεως, με τις ως άνω διατυπώσεις, κατά αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε έφεση ως εκπρόθεσμη. Έπρεπε να ασκηθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 § 1 ΚΠΔ.
Αριθμός 2090/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 86254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αύξοντα αριθμό 694.2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου, με αριθμό 312/1.10.2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρ. 513 §1 εδ. α', σε συνδ. προς άρθρ. 476 §1 εδ.
α' Κ.Π.Δ., την από 22-3-10 δήλωση αίτησης αναίρεσης του Ν. Π. του Γ. και της Ε., γλύπτη, ετών 60, κατοίκου ... ..., κατά της κατ' αριθμ. 86254/15-12-09 Απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513 § 1α και 476 §1α ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
Είναι δε απαράδεκτη (μεταξύ άλλων) η αίτηση αναίρεσης, όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκηση της. Οπότε το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε (Α.Π. 2124/02, Π.Χρ.
ΝΓ' 751). Επί πλέον δε μπορεί το ίδιο (σε συμβούλιο) Δικαστήριο, να καταδικάσει τον ασκήσαντα την αίτηση αναίρεσης σε χρηματική ποινή έως 100 ευρώ. β) Από τον συνδυασμό εξ άλλου των διατάξεων των αρθρ. 340 §2, 465 §2. 473 §§§ 1,2,3, 474§1 και 501 §1 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι, ο συνήγορος εκείνου που καταδικάστηκε, μπορεί να ασκήσει για λογαριασμό του καταδικασθέντος, (ως εκ του νόμου αντιπρόσωπός του - Α.Π.1005/03, Ποιν.
Δ/νη τ. 6ος . 1281), το ένδικο μέσο που αρμόζει κατά της καταδικαστικής απόφασης, εφ' όσον είχε παραστεί κατά την συζήτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε αυτή. Προκειμένου δε ο νομοθέτης να διευκολύνει εκείνον που καταδικάσθηκε, να ασκήσει αίτηση αναίρεσης, καθορίζει υπαλλακτικό τρόπο άσκησης αυτής, με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιείται εντός 20 ημερών, από την καταχώρηση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, όταν ο κατ/νος ήταν στη δίκη παρών, ή εντός 20 ημερών από την επίδοση αυτής στον απόντα κατ/νο, πάντοτε όμως και υπό τον όρο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική. (Φ.
Ανδρέου: ΚΠΔ 2004.1266). Παρών στην κατ' έφεση δίκη θεωρείται ο εκκαλών - κατ/νος και όταν προς υποστήριξη της εφέσεως του, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωση του, για να τον εκπροσωπήσει. (Ολ. Α.Π. 8/06, Ποιν. Δ/νη τ. 9ος. 1116).
Συνεπώς, ο κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορος του κατ/νου, μπορεί ν' ασκήσει, δια της κατ' αρθρ. 473 §2 ΚΠΔ δήλωσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναίρεση (δεν απαιτείται πληρεξούσιο), μόνον κατ' αποφάσεως καταδικαστικής. Είναι δε καταδικαστική η απόφαση, όταν δι' αυτής ο κατ/νος κηρύσσεται ένοχος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή (αρθρ. 370 στοιχ.α' ΚΠΔ-Α.Π. 435/09, Ποιν.Δ/νη τ. 12ος. 1169).
Άρα, ένδικο μέσο κατά οιασδήποτε άλλης αποφάσεως, εκτός της καταδικαστικής, δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται) κατ' αρθρ. 473 §2 ΚΠΔ, ν' ασκήσει, ο κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορος του κατ/νου. (Κονταξής: ΚΠΔ τ. Β' 2006. 2653). Με βάση τα ανωτέρω, ο συνήγορος αυτός δεν δικαιούται ν' ασκήσει αναίρεση κατ' αποφάσεων, που απορρίπτουν την έφεση ως εκπρόθεσμη, ως ανυποστήρικτη, ή ως απαράδεκτη, (Α.Π. 2569/08, Α.Π. 2661/08, Α.Π. 2694/08, Ποιν.
Δ/νη τ. 12ος , 865, 874, 879), διότι οι αποφάσεις αυτές δεν είναι καταδικαστικές. Ακόμα και αν ο συνήγορος αυτός με πληρεξούσιο ενεργεί, ενεργεί κατ' αρθρ. 465 §1 ΚΠΔ ως αντιπρόσωπος του κατηγορουμένου και δεν ενεργεί κατ' αρθρ. 465 § 2 ΚΠΔ, καίτοι παρέστη στην δίκη. Οπότε δεν μπορεί ν' ασκήσει αναίρεση κατά των άνω αποφάσεων (μη καταδικαστικών), με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά με βάση το πληρεξούσιο (465 § 1 ΚΠΔ), θα ασκήσει αυτή κατά τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του άρθρ. 474 ΚΠΔ.
Αν παρά ταύτα, για τις μη καταδικαστικές αυτές αποφάσεις ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, από τον κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορο, αλλά ως αντιπρόσωπο του κατηγορουμένου με πληρεξούσιο ενεργούντα (465 § 1 ΚΠΔ), με δήλωση (473 §2 ΚΠΔ) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη, κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, αφού αυτή ασκήθηκε όχι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 474 §1 ΚΠΔ, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις (465 §1 474 §1 ΚΠΔ).
γ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκύπτουν τα εξής: Το Μονομελές Πλημ/κείο Αθηνών, κήρυξε ένοχο τον τώρα αναιρεσείοντα και τότε απόντα κατ/νο Ν. Π., για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ (άρθρ.1 ΑΝ 86/67 σε συνδ.
προς 375§1 ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης συνολική 3 ετών (μετατραπείσα προς 1500 δρχ. ημερησίως), ως και συνολική χρηματική ποινή 1.500.000 δρχ., εκδοθείσης της προς τούτο υπ' αριθμ. 58.210/1-6-00 αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου. Ο ανωτέρω κατ/νος άσκησε την υπ' αριθμ. 1802/11-2-09 έφεση κατά της προαναφερόμενης καταδικαστικής απόφασης, το δε Η' Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, κατά την συνεδρίαση της 15-12-09, απέρριψε την άνω έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, εκδίδοντας προς τούτο την υπ' αριθμ. 86.254/15-12-09 απόφαση του.
Στη συνεδρίαση της 15-12-09 ο κατ/νος παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θωμά Σταμούλη, με νόμιμο πληρεξούσιο .
Συνεπώς ο κατ/νος θεωρείται ως παρών και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ήταν ο κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ συνήγορός του. Η 86.254/09 εφετειακή απόφαση καθαρογράφτηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Πλημ/κείου Αθηνών, την 8-3-10. Για λογαριασμό του κατ/νου τούτου στη συνέχεια, ο παραστάς κατά την δίκη συνήγορός του Θωμάς Σταμούλης, άσκησε εμπρόθεσμα (501 §1 εδ.
β' ΚΠΔ) την από 22-3-10 (εντός εικοσαημέρου) κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δια της κατ' άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ δήλωσης προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητώντας την αναίρεση της 86.254/09 εφετειακής ανωτέρω απόφασης, εκθέτοντας και τους λόγους αυτής. δ) Όμως, η 86.254/09 εφετειακή ανωτέρω απόφαση δεν είναι καταδικαστική. Άρα κατ' αρχάς ο ανωτέρω συνήγορος (465 §2 ΚΠΔ) δεν δικαιούται (δεν νομιμοποιείται) ν' ασκήσει αναίρεση, κατ' άρθρ, 473 §2 ΚΠΔ, κατά της ανωτέρω 86.254/09 εφετειακής απόφασης του Πλημ/κείου Αθηνών.
Όμως, ο ανωτέρω συνήγορος του κατ/νου (465 §2 ΚΠΔ), στη δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για άσκηση αναίρεσης κατά της προαναφερομένης μη καταδικαστικής εφετειακής του Πλημ/κείου Αθηνών απόφασης, προσκόμισε και το 18.686/13-3-10 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Δραγκιώτου. Με βάση το πληρεξούσιο αυτό, ο συνήγορος του κατ/νου, δεν ενεργεί κατ' αρθρ. 465 §2 ΚΠΔ, αλλά κατ' αρθρ. 465§ 1 ΚΠΔ ως αντιπρόσωπος αυτού.
Οπότε για την άσκηση της ανωτέρω αναίρεσης έπρεπε να τηρηθούν οι οριζόμενες από τον νόμο διατυπώσεις του άρθρ. 474 § 1 ΚΠΔ και όχι οι διατυπώσεις του άρθρ. 473 §2 ΚΠΔ, αφού, ως προεκτέθηκε, η ανωτέρω απόφαση δεν είναι καταδικαστική. ε) Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει, κατ' άρθρ. 476 §1 ΚΠΔ, η υπό κρίση δια δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης του Ν.
Π., κατά της 86.254/09 μη καταδικαστικής απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ακουσθεί ο ανωτέρω διάδικος, διότι αυτή ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις για την άσκηση της. Τέλος πρέπει αφενός μεν να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, στον ανωτέρω αναιρεσείοντα, αφετέρου δε να επιβληθεί σ' αυτόν και χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 22-3-10 δήλωση αίτησης αναίρεσης του Ν. Π. του Γ. και της Ε., γλύπτη, ετών 60, κατοίκου ... ..., κατά της κατ' αριθμ. 86254/15-12-09 Απόφασης του Η' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Β) Να επιβληθούν, αφενός μεν τα δικαστικά έξοδα στον ανωτέρω αναιρεσείοντα, αφετέρου δε να επιβληθεί σ' αυτόν και χρηματική ποινή εξ 100 ευρώ. Αθήνα 17-9-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χατζίκος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513§1α και 476§1α ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, όταν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Είναι δε απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και όταν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την άσκησή της.
Οπότε, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη, καταδικάζοντας στα έξοδα εκείνον που την άσκησε. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340§2, 465§2, 473§§ 1,2,3, 474§1 και 501§1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο συνήγορος εκείνου που καταδικάστηκε μπορεί να ασκήσει, για λογαριασμό του καταδικασθέντος, το ένδικο μέσο που αρμόζει κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, εφ` όσον είχε παραστεί στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε αυτή.
Προκειμένου δε ο νομοθέτης να διευκολύνει εκείνον που καταδικάσθηκε να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως, καθορίζει υπαλλακτικό τρόπο ασκήσεως αυτής, με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιείται εντός 20 ημερών, από την καταχώρηση της καθαρογραμμένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, όταν ο κατηγορούμενος ήταν στη δίκη παρών, ή εντός 20 ημερών από την επίδοση αυτής στον απόντα κατηγορούμενο, πάντοτε όμως και υπό τον όρο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική.
Παρών στην κατ` έφεση δίκη θεωρείται ο εκκαλών - κατηγορούμενος και όταν, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωσή του, για να τον εκπροσωπήσει.
Συνεπώς, ο κατ' αρθρ. 465§2 ΚΠοινΔ συνήγορος του κατηγορουμένου μπορεί να ασκήσει, δια της κατ' άρθρο 473§2 ιδίου Κώδικα δηλώσεως προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναίρεση μόνο κατ' αποφάσεως καταδικαστικής, κατά αποφάσεως, δηλαδή, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή (άρθρο 370 στοιχ.
α' ΚΠοινΔ), όχι δε και κατά αποφάσεως, που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, ως ανυποστήρικτη, ή ως απαράδεκτη, γιατί η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική. Ακόμη και όταν ο συνήγορος ενεργεί με πληρεξούσιο, κατ' άρθρο 465§1 ΚΠοινΔ, ως αντιπρόσωπος του κατηγορουμένου και όχι κατ' άρθρο 465§2 ΚΠοινΔ, καίτοι τον εκπροσώπησε στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αλλά, με βάση το πληρεξούσιο (465§1 ΚΠοινΔ), θα ασκήσει αυτή κατά τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του αρθρ. 474 ΚΠοινΔ.
Αν, παρά ταύτα, για μη καταδικαστική απόφαση ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως με δήλωση (άρθρο 473§2 ΚΠοινΔ) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η αναίρεση αυτή είναι απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476§1 ΚΠοινΔ, αφού αυτή ασκήθηκε όχι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 474§1 ΚΠοινΔ, χωρίς, δηλαδή, να τηρηθούν οι υπό του νόμου οριζόμενες διατυπώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ` αριθ. 58910/2000 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον τώρα αναιρεσείοντα και τότε απόντα κατηγορούμενο Ν. Π. για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως 3 ετών, μετατραπείσα, και συνολική χρηματική ποινή 1.500.000 δρχ.
Ο ανωτέρω κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 1802/11-2-2009 έφεση κατά της προαναφερόμενης καταδικαστικής αποφάσεως, το δε Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ` αριθ. 86.254/15-12-09 απόφασή του, απέρριψε την άνω έφεση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Στη συνεδρίαση της 15-12-2009, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή, ο κατηγορούμενος παρέστη δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θωμά Σταμούλη, με νόμιμο πληρεξούσιο.
Η άνω εφετειακή απόφαση υπογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 8-3-2010. Για λογαριασμό του κατηγορουμένου αυτού, στη συνέχεια, ο παραστάς κατά την δίκη συνήγορός του Θωμάς Σταμούλης, ενεργώντας δυνάμει του υπ` αριθ. 18.686/13-3-10 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Δραγκιώτου, κατέθεσε εμπρόθεσμα (εντός εικοσαημέρου) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την από 22-3-2010 δήλωση αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτή ημέρα, σύμφωνα με την επ' αυτής επισημείωση της επιδοσάσης δικαστικής επιμελητρίας Σ.
Χ., έλαβε δε αριθμό πρωτ. .... Όμως, η ανωτέρω απόφαση, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν είναι καταδικαστική και, επομένως, ο συνήγορος δεν εδικαιούτο να ασκήσει αναίρεση, κατ' άρθρο 473§2 ΚΠοινΔ, κατ` αυτής, αλλά έπρεπε να τηρηθούν οι διατυπώσεις του άρθρου 474§1 ΚΠοινΔ. Κατά συνέπειαν, ενόψει όσων εκτίθενται στη νομική σκέψη της παρούσας, η δήλωση αυτή είναι απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά μη καταδικαστικής αποφάσεως, και πρέπει, εφόσον ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο αυτό, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση της αρμόδιας γραμματέως επί του φακέλου της δικογραφίας, η δήλωση περί αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§1, 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Μαρτίου 2010 (υπ' αριθ. πρωτ. 2228/2010) δήλωση του Ν. Π. του Γ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 86254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ