Supreme Court dismisses appeal claiming defendant lacked capacity, ruling mere illness does not strip litigation standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision to reject the respondent's counterclaim. The appellant argued the respondent lacked litigation capacity due to mental illness, but the court found no evidence of a judicial declaration of incapacity. Consequently, the court ruled that mere illness does not automatically deprive a party of the right to appear in court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 63, 73 of the Code of Civil Procedure; The mere existence of mental illness does not deprive a party of litigation capacity or the right to appear in court unless a judicial decision of deprivation of judicial representation has been issued.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 208 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπαδόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Θεοφανόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 172/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από ...2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 172/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο, συνεκδικάζοντας την έφεση και την αντέφεση του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, απέρριψε αυτές ως ουσία αβάσιμες και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, ορίζεται ότι "1.
Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Ποιν.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ` αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου, αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιονδήποτε τρόπο και εξαιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επιπλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ` αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.
Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ` αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας.
Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ` επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθόσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης.
Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διάθεσης και συζήτησης της πολιτικής δίκης και του βάρους επίκλησης και προσκόμισης των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής απόφασης του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκόμισης και επίκλησης των αποδεικτικών μέσων, κατ` άρθρο 237 του ΚΠολΔ, θα καθίστατο κενό γράμμα.
Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη, το άρθρο 178 παρ. 2 ΚΠοινΔ ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.
Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.ΠοινΔ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ` άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, και να την δεχθεί κατ` ουσίαν.
Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Επίσης, απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποίθησης για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα.
Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, ενώ στην πολιτική δίκη, για την κατάφαση αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα, ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Πρέπει, επιπλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής απόφασης δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθώωσης, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθώωσης, οφειλομένης σε αμφιβολίες.
Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών. `Ετσι, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις.
Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται.
Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι:
α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο, διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 807/2024, ΑΠ 450/2024, ΑΠ 1797/2023, ΑΠ 1639/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές της με τις παραδοχές της υπ' αριθ. 390/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των πράξεων της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, ενδοοικογενειακής απειλής και παράνομης οπλοφορίας, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, δεχόμενη την αστική του ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παραβιάζοντας έτσι το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο στις ...1991 στο ... και λίγο μετά την τέλεσή του εγκαταστάθηκαν και διέμεναν μόνιμα στη ... όπου και απέκτησαν τέσσερα τέκνα, τον Ν., τη Μ., τη Σ.
και τον Φ., που γεννήθηκαν στις ...1993, ...1995, ...1996 και ...2001, αντίστοιχα. Οι διάδικοι παρέμειναν για πολλά έτη στις ...., όπου ο εκκαλών - εναγόμενος - αντεφεσίβλητος, δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά με ανακαινίσεις και ενοικιάσεις ακινήτων, ενώ η ενάγουσα, δεν εργαζόταν, απασχολούμενη αποκλειστικά για τη φροντίδα των τεσσάρων τέκνων της και την περιποίηση της οικίας τους, είχε δε συγγενικά της πρόσωπα- μόνιμα εγκατεστημένα εκεί, ενώ το έτος 2003 επέστρεψαν οικογενειακώς μόνιμα στην Ελλάδα.
Από την περίοδο της διαμονής τους στις .... η ενάγουσα - εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα είχε ήδη παρουσιάσει ψυχολογικά προβλήματα, ήτοι καταθλιπτική διαταραχή και νοσηλεύτηκε για την αιτία αυτή δύο φορές για μικρά διαστήματα μερικών μηνών σε ψυχιατρική κλινική των ...., μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες αυτοχειρίας.
Ο εναγόμενος - εκκαλών σύζυγος της από την πλευρά του δεν έδειχνε τη δέουσα συμπαράσταση στην ασθένεια της συζύγου του, αλλά αντίθετα της φερόταν με βιαιότητα και σκληρότητα, κατά τρόπο ώστε επιδεινωνόταν η ψυχική της κατάσταση, αυτή δε, για κάποια διαστήματα είχε σταματήσει να λαμβάνει εκουσίως την φαρμακευτική της αγωγή, γεγονός που δημιουργούσε στο ζευγάρι συνεχείς διαπληκτισμούς και έριδες.
Παρά ταύτα η εφεσίβλητη - ενάγουσα - αντεκκαλούσα ήταν αυτή που φρόντιζε τα τέκνα και την οικία τους, καθόσον ο εναγόμενος - εκκαλών - αντεφεσίβλητος ήταν απασχολημένος με τις διάφορες επαγγελματικές υποχρεώσεις και δραστηριότητες, μη δυνάμενος εν τοις πράγμασι να συμμετέχει ο ίδιος στην καθημερινή φροντίδα των τέκνων και του οίκου του.
Μετά τη μόνιμη μετεγκατάσταση των διαδίκων με τα ανήλικα τέκνα τους στην Ελλάδα, αυτοί διέμειναν σε ιδιόκτητη πολυτελή τριώροφη κατοικία του εκκαλούντος - εναγομένου - αντεφεσίβλητου στο .... Κατά τη διαμονή τους εκεί εντάθηκαν τα σοβαρά προβλήματα που υπήρχαν στις σχέσεις των διαδίκων, καθώς και τα επεισόδια που δημιουργούνταν μεταξύ τους, τα οποία οφείλονταν κυρίως στον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα του εκκαλούντος - εναγόμενου, με συνέπεια να διακοπεί οριστικά η έγγαμη συμβίωσή τους, τον ...
του έτους 2014 (μετά από τα βίαια περιστατικά που έλαβαν χώρα σε βάρος της ενάγουσας, που θα αναφερθούν κατωτέρω), οπότε η εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα - ενάγουσα μετοίκησε με τα τρία από τα τέσσερα ανήλικα τέκνα τους από την ανωτέρω οικογενειακή τους στέγη αρχικά στην οικία της μητέρας της στο ... και στη συνέχεια σε μισθωμένη οικία επί της οδού ...
πάλι στο ..., ο δε γάμος των διαδίκων έχει λυθεί με την 162/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που έχει καταστεί αμετάκλητη λόγω μη άσκησης εναντίον της τακτικού ή ένδικου μέσου από τους τελευταίους. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - εναγόμενος - αντεφεσίβλητος δημιουργούσε συνεχώς επεισόδια και εντάσεις στην οικία τους, κατά τα οποία εξύβριζε και χειροδικούσε σε βάρος της ενάγουσας- εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας, τούτο δε το έκανε ιδίως όταν τα τέκνα τους απούσιαζαν από αυτήν.
Συνεχώς δε πίεζε την ενάγουσα- εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα ψυχικά να υπομένει την ανωτέρω βασανιστική γι' αυτήν συμπεριφορά του, η οποία δεν αντιδρούσε μην έχοντας τη δυνατότητα και το ψυχικό σθένος λόγω και της ασθένειάς της να απομακρυνθεί από αυτόν, καθώς η ίδια εξαρτιόνταν οικονομικά από τον εναγόμενο και δεν είχε τα απαραίτητα μέσα συντήρησης της ιδίας και των ανηλίκων τέκνων της τα οποία δεν ήθελε να αποχωριστεί, ενώ ο εναγόμενος την απειλούσε ότι εάν αποκάλυπτε στις αρχές τη βίαιη συμπεριφορά του, θα της έπαιρνε τα παιδιά και θα την έκλεινε στο Ψυχιατρείο της …, ώστε τούτη να υπομένει την συμπεριφορά του συζύγου της, επί μακρόν με συνέπεια την επιδείνωση της ψυχικής της υγείας και δη της καταθλιπτικής της διαταραχής.
Αποδείχθηκε δε ότι η οικογένεια κατοικούσε μεν στην ιδιόκτητη τριώροφη κατοικία του εναγόμενου - εκκαλούντος, πλην όμως σε ξεχωριστούς χώρους οι δύο σύζυγοι, από επιθυμία του τελευταίου, στο χώρο δε, που κατοικούσε η ενάγουσα με τα δύο μεγαλύτερα τέκνα της Ν. και Μ. ο εκκαλών - εναγόμενος- αντεφεσίβλητος είχε αποκλείσει από δυστροπία και όχι από οικονομική ανάγκη την λειτουργία της θέρμανσης καθώς και του ζεστού νερού μέσω μπόϊλερ και τους επέβαλε να χρησιμοποιούν για να ζεσταθούν τα τζάκια του σπιτιού, τα οποία όμως λόγω και της πολύ μεγάλης επιφάνειας της κατοικίας δεν επαρκούσαν προς τούτο, ενώ επιπλέον δεν τους παρείχε τα αναγκαία για τη διατροφή τους τρόφιμα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα- εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα και τα ανωτέρω τέκνα τους να διαβιούν καθημερινά, παρά την πολύ μεγάλη οικονομική επιφάνεια του εναγομένου, κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Ο εκκαλών - αντεφεσίβλητος, όπως προαναφέρθηκε, εκδήλωνε βίαιη συμπεριφορά κατά της τότε συζύγου του. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι κατά το έτος 2012 σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία κατέβασε την εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα στο υπόγειο της ανωτέρω αναφερομένης οικίας τους, όπου έκλεισε τα παράθυρα και τα φώτα τη χτυπούσε στα τυφλά, σε διάφορα σημεία του σώματος της.
Το αποκορύφωμα όμως της ως άνω βάναυσης και βίαιης συμπεριφοράς του σε βάρος της, αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι έλαβε χώρα στις ...2014 και ...2014. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών- αντεφεσίβλητος - εναγόμενος, στις ... ξημερώματα προς ...2014 στην ανωτέρω οικία τους, τράβηξε την εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα - ενάγουσα από τα μαλλιά, την έσυρε από τον τρίτο όροφο της οικίας τους στον πρώτο όροφο, που βρίσκεται το τζάκι και εκεί με μεγάλη τσιμπίδα έπιασε τα αναμμένα κάρβουνα που είχε τοποθετήσει σε πιατάκι και τα έβαλε ανάμεσα στα δάκτυλα των χεριών της προκαλώντας της εγκαύματα και ειδικότερα μία εγκαυματική αλλοίωση, διαμέτρου 0,6 εκ.
περίπου κατά την δεξιά οπίσθια καρπική χώρα, δύο εγκαυματικές αλλοιώσεις διαμέτρου 0,4 εκ.-0,6 εκ. περίπου κατά τη ράχη της 1ης φάλαγγας του δεξιού αντίχειρα, μία εγκαυματική αλλοίωση διαμέτρου 0,7 εκ. περίπου, κατά την ράχη της 1ης φάλαγγας του δεξιού δείκτη, μία εγκαυματική αλλοίωση διαστάσεων 1,5 X 2 εκ. περίπου κατά την ράχη της μέσης φάλαγγας του αριστερού δείκτη, οι ανωτέρω δε περιγραφείσες εγκαυματικές αλλοιώσεις αντιστοιχούν σε εγκαύματα 1ου και κατά τόπους 2ου βαθμού, σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
πρωτ. ...2014 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Α. Γ. της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας …, ο οποίος εξέτασε την εφεσίβλητη - ενάγουσα στις ...2014, αναφέροντας στην ως άνω έκθεσή του ότι η ηλικία των ως άνω περιγραφόμενων κακώσεων είναι συμβατή με τον αναφερόμενο ( από την παθούσα) χρόνο του συμβάντος ( ήτοι … προς ...2014).
Ακολούθως, στις ...2014, στην ίδια ως άνω οικία και περί ώρα 05:00 ο εκκαλών - αντεφεσίβλητος - εναγόμενος κρατώντας στο χέρι του πιστόλι που κατείχε παρανόμως και κρυφά από τις αρχές κτύπησε με αυτό την εφεσίβλητη- αντεκκαλούσα - ενάγουσα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, ταυτόχρονα δε την απείλησε λέγοντας της: "θα σε σκοτώσω κάθαρμα, ξεφτιλισμένη, θα πληρώσεις για όλα ...", κρατώντας συγχρόνως κολλημένο στον αριστερό κρόταφο του κεφαλιού της την κάνη πιστολιού και έχοντας το δάκτυλο του στην σκανδάλη, προκαλώντας έτσι σ' αυτήν τρόμο και ανησυχία.
Για όλες δε τις ως άνω πράξεις του που τελέστηκαν το έτος 2012 σε μη εξακριβωμένη ημερομηνία, στις ...2014 και στις ...2014 ο εκκαλών κρίθηκε ένοχος τελεσιδίκως δυνάμει της υπ' αριθμ. 390/2019 απόφασης του Τριμελή Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών και συγκεκριμένα των πράξεων της απλής ενδοοικογενειακής βλάβης κατ' εξακολούθηση, ενδοοικογενειακής απειλής και παράνομης οπλοφορίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και εννέα μηνών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά κρίθηκε ένοχος των ανωτέρω πράξεων με την υπ' αριθμ. 237 -249/...2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου, ενώ με την υπ' αριθμ. 1032- 1033/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών κηρύχθηκε αθώος για όλες τις πράξεις, η οποία όμως αναιρέθηκε για έλλειψη αιτιολογίας με την υπ' αριθμ. 653/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου και στη συνέχεια εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 390/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών).
Σημειωτέο δε ότι με την υπ' αριθμ. 288/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν αναίρεσης που άσκησε ο εκκαλών κατά της ανωτέρω απόφασης, παραγράφηκε η άδικη πράξη της απλής ενδοοικογενειακής βλάβης που τελέστηκε το έτος 2012 σε βάρος της εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας και αναιρέθηκε εν μέρει η απόφαση ως προς τις επιβληθείσες ποινές κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, ενώ με την υπ' αριθμ. 291/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ο εκκαλών - αντεφεσίβλητος καταδικάστηκε για τις ανωτέρω πράξεις που τελέστηκαν στις … και ...2014 σε συνολική ποινή φυλάκισης 22 μηνών και τριών ετών ( βλ.
τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα σχετικές αποφάσεις). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του, κατέληξε στις αυτές ουσιαστικές παραδοχές, κρίνοντας ότι ο εναγόμενος - εκκαλών, τέλεσε τις ανωτέρω περιγραφόμενες πράξεις ενδοοικογενειακής βίας και απειλής σε βάρος της ενάγουσας - εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας, απορρίπτοντας τον περί αντιθέτου ισχυρισμό αυτού, τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της εφέσεως του, ήτοι ότι τούτη είναι πυρομανής και ότι προκάλεσε η ίδια τα εγκαύματα στα χέρια της και ότι ουδέποτε την απείλησε με όπλο ή βιαιοπράγησε εναντίον της αλλά όλα αυτά είναι αποτέλεσμα των παραισθήσεων που εμφανίζει λόγω της ψυχικής της διαταραχής, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε το προσαχθέν ενώπιον του αποδεικτικό υλικό, δεδομένου ότι από όλες τις ιατρικές γνωματεύσεις που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους, δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα πάσχει από μανιοκατάθλιψη ή σχιζοφρένεια, αλλά σοβαρή καταθληπτική διαταραχή, ούτε αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω ασθένεια της προκαλεί παραισθήσεις, και κατά συνέπεια απορριπτέος τυγχάνει ο πρώτος λόγος της εφέσεως.
Η δε ένορκη κατάθεση της κόρης των διαδίκων Σ. Π. που προσκομίζει προς απόδειξη των ισχυρισμών του, η οποία στηρίζεται σε κρίσεις και υποθέσεις καθώς δεν ήταν παρούσα στην τέλεση των ως άνω επεισοδίων, δεν αναιρεί τα ως άνω αποδειχθέντα, από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, πραγματικά περιστατικά και τα κριθέντα ομοίως τελεσιδίκως με την προαναφερόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών...
Μετά δε το τελευταίο αυτό επεισόδιο σε βάρος της, η εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα - ενάγουσα έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, καταναλώνοντας μεγάλη ποσότητα χαπιών, πλην όμως επειδή διακομίστηκε έγκαιρα στο νοσοκομείο ... και κατόπιν κατάλληλης ιατρικής αντιμετώπισης ξεπέρασε τον κίνδυνο για τη ζωή της. Όταν δε συνήλθε από την τελευταία αυτή περιπέτειά της, αποφάσισε πλέον να αποχωρήσει οριστικά από τη συζυγική οικία περί το μήνα ...
του έτους 2014 και να εγκατασταθεί αρχικά στην κατοικία της μητέρας της και στη συνέχεια σε νέα μίσθια οικία. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - αντεφεσίβλητος - εναγόμενος διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία, η οποία αποτελείται από ενενήντα εννέα (99) ακίνητα που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου ... (αγροτεμάχια, ελαιοστάσια, σταφιδαμπέλους, οικόπεδα), όπως αυτά ειδικότερα αναφέρονται στο υπ'αριθ. ...2019 αντίγραφο μερίδας του τελευταίου στο Υποθηκοφυλακείο ..., σε ένα δε από αυτά έχει ανεγείρει τριώροφη πετρόκτιστη πολυτελή οικία, όπως προαναφέρθηκε, που αποτελούσε την οικογενειακή στέγη.
Επίσης, έχει συστήσει τέσσερις εταιρείες και συγκεκριμένα την "... Ο.Ε.", την οποία διαχειρίζεται ο ίδιος, την ... Ε.Π.Ε.", την "... Ε.Π.Ε." και την "... και ΣΙΑ Ε.Ε." στις οποίες έχει μισθώσει αντίστοιχα ακίνητά του για την εκμετάλλευση φωτοβολταϊκών συστημάτων. Τα περισσότερα δε από τα υπόλοιπα ακίνητά του τα χρησιμοποιεί για γεωργικές εργασίες αποκομίζοντας ικανοποιητικά εισοδήματα.
Εξάλλου, από το από ...2013 αντίγραφο προθεσμιακής κατάθεσης της τράπεζας Eurobank Ergasias προκύπτει ότι κατά το χρόνο εκείνο διέθετε τραπεζικές καταθέσεις, ποσού 1.980.000 δολαρίων ...., η οποία του απέφερε υψηλούς τόκους, ενώ με την υπ' αριθ. …/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, έχει αναγνωρισθεί δικαιούχος αποζημίωσης τμήματος απαλλοτριωθέντος ακινήτου του για την κατασκευή της Ολυμπίας οδού, με εμβαδόν 2.300 τ.μ.
και με ΑΚΠ ... στο ... της Τοπικής Κοινότητας ... του πρώην Δήμου ... και ήδη Δήμου ..., η οποία ανέρχεται στο ποσό των 210.653,57 ευρώ. Η εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα - ενάγουσα δεν εργάζεται και δε διαθέτει εισοδήματα, ούτε ακίνητη περιουσία εκτός από το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου έκτασης 5.525 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." στην περιοχή του …, καθώς και από ένα αγροτεμάχιο έκτασης 4.052,74 τ.μ.
στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας … του Δήμου .... Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του εκκαλούντος - αντεφεσίβλητου εναγόμενου, η οποία προσέβαλε τη σωματική ακεραιότητα και εν γένει υγεία της εφεσίβλητης - αντεκκαλούσας -ενάγουσας και συνιστά αδικοπραξία, η τελευταία δοκίμασε ψυχική ταλαιπωρία ενώ, τα προαναφερόμενα περιστατικά συνιστούν σοβαρή και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της, καθόσον η κατ' εξακολούθηση βίαιη σε βάρος της, συμπεριφορά του εκκαλούντος - αντεφεσίβλητου - εναγομένου πρώην συζύγου της, την περιήγαν σε ιδιαίτερη σωματική και ψυχική δοκιμασία, με αποτέλεσμα να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη.
Το ύψος δε αυτής, λαμβανομένου υπόψη του είδους της προσβολής, την κατά εξακολούθηση τέλεση πράξεων χειροδικίας, βίας και απειλών εναντίον της, του είδους του τραυματισμού και των συνεπειών του στην υγεία της ενάγουσας, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι ως άνω πράξεις και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, κατά τα προαναφερόμενα, την απορρέουσα από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω σχετική νομική σκέψη, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 30.000,00 ευρώ το οποίο κρίνεται δίκαιο, εύλογο και ανάλογο με όλες τις ανωτέρω περιστάσεις, αφενός διότι αποδίδει τον ανάλογο σεβασμό στην προσωπικότητα της αντεκκαλούσας - εφεσίβλητης - ενάγουσας, αλλά και δεν προσβάλει το δικαίωμα της περιουσίας του εκκαλούντος - αντεφεσίβλητου - εναγόμενου, δεδομένου ότι σκοπός της επιδίκασής του είναι η ανακούφιση και παρηγοριά του δικαιούμενου από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαιτίου και όχι ο πλουτισμός του πρώτου ή οικονομική εξόντωση του τελευταίου.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε". Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τι Εφετείο δεν εναρμόνισε τις παραδοχές του με τις παραδοχές της ποινικής απόφασης, αλλά συνεκτίμησε απλώς την ως άνω ποινική απόφαση, από την οποία δεν δεσμεύθηκε και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα και, αν πρόκειται για αποφάσεις των ειρηνοδικείων: άρθρο 560 ΚΠολΔ, από τους αριθμούς 1 ή 6, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1257/2023, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την τελευταία διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, κατά τον υπολογισμό της επιδικασθείσας στην αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ.
Με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με το να αναγνωρίσει την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος της αδικοπραξία και την υπαίτια και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της, το οποίο έκρινε εύλογο, αφού έλαβε υπόψη και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης και δεν είναι υπερβολικό.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περιλαμβανομένων και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 35/2024, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1187/2019, ΑΠ 201/2017, ΑΠ 1401/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η ικανότητα δε αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), παύει να υπάρχει με το θάνατο του φυσικού προσώπου (άρθρο 35 ΑΚ). Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 127 ΑΚ, όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, δηλαδή είναι ενήλικος, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία, κατά δε το άρθρ. 63 παρ.1 ΚΠολΔ, όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα, εκπροσωπούνται από τους νομίμους αντιπροσώπους τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 128 αρ. 2, 1666 παρ. 1, 1667, 1676 αρ. 1, 1678 παρ. 1 και 1681 ΑΚ, από τη δημοσίευση της απόφασης που θέτει κάποιον ενήλικο υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, το πρόσωπο αυτό στερείται της ικανότητας προς δικαιοπραξία. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, από τη θέση του προσώπου υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, επέρχεται μεταβολή που επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παράστασής του, αφού το πρόσωπο αυτό στερείται πλέον εκ του λόγου τούτου της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, εντεύθεν δε και της ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο και να ενεργεί τις διάφορες διαδικαστικές πράξεις στο δικό του όνομα (ΑΠ 1195/2012).
Συνακόλουθα, εκείνος που αδυνατεί εν όλω ή εν μέρει να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και δεν έχει ακόμη με απόφαση του Δικαστηρίου κηρυχθεί σε δικαστική συμπαράσταση, δεν στερείται από μόνον τον λόγο της ψυχικής ή πνευματικής του ασθένειας της ικανότητας για δικαιοπραξία και συνεπώς αντίστοιχα της ικανότητας να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα ως ενάγων ή εναγόμενος (ΑΠ 1262/2018).
Η ικανότητα του διαδίκου να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, αναγόμενη σε διαδικαστική προϋπόθεση, κατ` άρθρο 63 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, κατ` άρθρο 73 ΚΠολΔ, εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής. (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 1136/2021, ΑΠ 1695/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αντέφεση της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτή είναι ανίκανη προς δικαιοπραξία και ως εκ τούτου δεν έχει την ικανότητα να είναι διάδικος.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, περί έλλειψης δικαιοπρακτικής ικανότητας της αναιρεσίβλητης, προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, μόνη η επίκληση και απόδειξη της ψυχικής ασθένειας της αναιρεσίβλητης δεν στερεί από εκείνη την ικανότητα για δικαιοπραξία και συνεπώς αντίστοιχα την ικανότητα να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό της όνομα ως αντεκκαλούσα, εφόσον δεν έχει τεθεί σε καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 172/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ