208/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated208/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): σελ. 3 και 4 αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 15-12-2016 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν νόμιμης προς αυτήν κοινοποίησης της υπ' αρ. 183/2016 Πράξης επανάληψης της συζήτησης και κλήσης του Προέδρου Πρωτοδικών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 208 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 208/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Δελμούζο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-9-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιτέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2013 μη οριστική και 58/2015 οριστική του Ειρηνοδικείου Άμφισσας (στο οποίο από 1-1-2013 συγχωνεύτηκε το Ειρηνοδικείο Ιτέας) και 3/ΕΜ/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-7-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2-7-2018 (αρ. κατ. 27/2018) αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 3/2018 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με άρθρο 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην της τότε εφεσίβλητης - αιτούσας την υπαγωγή της στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και ήδη αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αναιρεσείουσα, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την αναιρεσείουσα, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τότε εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.
σελ. 3 και 4 αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 15-12-2016 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν νόμιμης προς αυτήν κοινοποίησης της υπ' αρ. 183/2016 Πράξης επανάληψης της συζήτησης και κλήσης του Προέδρου Πρωτοδικών.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα είχε επίσης κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και κατά την προηγούμενη δικάσιμο της 5-11-2015, οπότε είχε αρχικά συζητηθεί η έφεση, χωρίς όμως να εκδοθεί τότε απόφαση, εφόσον αντίγραφο της έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση είχε επίσης κοινοποιηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, για να παρασταθεί στην αρχική ως άνω δικάσιμο της έφεσης.
Η αναιρεσείουσα όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, τόσο κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο της έφεσης, κατά την οποία δεν είχε εκδοθεί απόφαση, όσο και κατά τη μεταγενέστερη δικάσιμο, που επανασυζητήθηκε η έφεση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την οποία η συζήτηση της έφεσης χώρησε, σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 4 εδ.
α' KΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 741 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016. Επομένως, ως προς την αναιρεσείουσα - αιτούσα, η οποία είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.
Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, (κατ' άρθρ. 553 παρ. 1, σε συνδ. 741 και 769 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιτέας την από 18-6-2012 (αρ. κατ. 29/2012) αίτηση με την οποία, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών της προς την καθής η αίτηση πιστώτρια Τράπεζα, ζήτησε τη ρύθμιση των οφειλών της σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτήν τρόπο απαλλαγής και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της.
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η εν μέρει οριστική υπ' αριθμ. 275/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας (στο οποίο, στο μεταξύ, είχε συγχωνευθεί το Ειρηνοδικείο Ιτέας) με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και καθορίστηκαν μηδενικές καταβολές. Συγχρόνως ορίστηκε νέα δικάσιμος, προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων αυτής, ενώ αναβλήθηκε η εκδίκαση του αιτήματος για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της αιτούσας.
Ακολούθως εκδόθηκε η οριστική υπ' αριθμ. 58/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, η οποία όρισε μηδενικές καταβολές για μια τετραετία και επί πλέον εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας με την καταβολή επί 35 έτη του ποσού των 101,19 ευρώ μηνιαίως, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης.
Κατά των ανωτέρω αποφάσεων του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η καθής η αίτηση Τράπεζα άσκησε, κατ' άρθρ. 513 παρ. 2 ΚΠολΔ, την από 14-7-2014 (αρ. κατ. 23/2015) έφεση, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 5-11-2015. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η αιτούσα και τότε εφεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, όπως έχει προεκτεθεί και η υπόθεση συζητήθηκε ερήμην αυτής, αλλά τελικά δεν εκδόθηκε απόφαση από το Δικαστή.
Με την υπ' αρ. 135/2016 Πράξη του Προέδρου Πρωτοδικών Άμφισσας αφαιρέθηκε η δικογραφία από τον Δικαστή και με την υπ' αρ. 183/2016 Πράξη του ως άνω Προέδρου Πρωτοδικών ορίστηκε νέα δικάσιμος η 15-12-2016 για την αυτεπάγγελτη συζήτηση της υπόθεσης με κλήση προς επανασυζήτηση κατ' άρθρ. 307 ΚΠολΔ. Η υπόθεση συζητήθηκε τελικά κατά την ανωτέρω νέα δικάσιμο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία, μετά την ουσιαστική παραδοχή της έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε κατ' ουσίαν την αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας κρίνοντας ότι αυτή κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης τελούσε σε ενδεχόμενο δόλο και ειδικότερα, διότι αν και είχε διαβλέψει την αδυναμία αποπληρωμής των χρεών της προς την πιστώτρια Τράπεζα αποδέχθηκε τούτο ως δυνατή συνέπεια της πράξης της.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.
Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 1299/2015, ΑΠ 1226/2014).
Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ και συνακόλουθα από την ταυτόσημη διάταξη του άρθρου 560 αρ. περ. β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 550/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/ 2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 του άρθρου 559 (αντίστοιχο 560 αρ. 6) ΚΠολΔ και 20 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 550/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι δήθεν η αναιρεσείουσα δεν επέδειξε τη συμπεριφορά συνετού καταναλωτή και ότι δήθεν περιήλθε με ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμών, παραβίασε ευθέως τα παρακάτω διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' Ν. 3869/2010, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και ειδικότερα 1) το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο η αναιρεσίβλητη Τράπεζα για να καταρτίσει την επίδικη σύμβαση δανείου δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά στο οικογενειακό εισόδημα της αναιρεσείουσας -αιτούσας, αλλά σε εκείνο του συζύγου της, ο οποίος υπέγραψε ως εγγυητής στη δανειακή σύμβαση, 2) το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο καθ' υπόδειξη της Τράπεζας η αναιρεσείουσα υπέγραψε ως πρωτοφειλέτης το επίδικο στεγαστικό δάνειο, αν και ο δήθεν υπερδανεισμός της δεν οφείλεται σε άλλες δανειακές υποχρεώσεις αυτής και 3) το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο κατά το χρόνο κατάρτισης της δανειακής σύμβασης οι οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας, που προέρχονταν μόνο από το εισόδημα του συζύγου της αναιρεσείουσας, επέτρεπαν την σύναψη του επίδικου δανείου, η οποία επιβαλλόταν, για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες της πενταμελούς οικογένειας και ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε τότε να προβλέψει τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, μετά την οποία ο σύζυγός της έπαυσε να συνεισφέρει στην αποπληρωμή της δανειακής σύμβασης, με αποτέλεσμα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο να καταγνώσει εσφαλμένα σε βάρος της ενδεχόμενο δόλο.
Με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης με αντιφατική αιτιολογία, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να καταγνώσει σε βάρος της ενδεχόμενο δόλο, διότι δήθεν αυτή δεν επέδειξε τη συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, αν και διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών της στο μέλλον και, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή της προσβαλλόμενης "...κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης το οικογενειακό εισόδημα δεν ανταποκρινόταν για την κάλυψη των μελλοντικών της υποχρεώσεων...", εντούτοις, σε άλλο σημείο της απόφασής του, δέχεται αναιρώντας την προηγούμενη παραδοχή του, ότι το δάνειο εξυπηρετούνταν από το σύζυγο της αναιρεσείουσας και έτσι με την αντιφατική ως άνω αιτιολογία δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' Ν. 3869/2010, η οποία, ας σημειωθεί, αν και δεν μνημονεύεται αριθμητικά στο αναιρετήριο, το πραγματικό της προκύπτει χωρίς αμφιβολία από το όλο περιεχόμενο αυτού και κατά τούτο ο ερευνώμενος ως άνω αναιρετικός λόγος κρίνεται επαρκώς ορισμένος και νόμιμος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 146/2018).
Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται παραδεκτά για τις ανάγκες των ως άνω ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή: "Η αιτούσα και ήδη εφεσίβλητη, έχει γεννηθεί στις 15-06-1974.
Στις 03-07-2006 τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Γ. Π., από τον οποίο απέκτησαν τρία (3) τέκνα την Ι. - Χ. Π., Σ. - Μ. Π. και Λ. - Ν. Π., που γεννήθηκαν στις 26.12.2006, στις 21.02.2008 και στις 09.11.2009, αντίστοιχα. Το φθινόπωρο του 2011 διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωσή τους και στις 25.04.2012 λύθηκε οριστικά ο γάμος τους. Η δε αιτούσα ανέλαβε δυνάμει της με αριθμό 47/ΕΜ/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των τριών ανηλίκων τέκνων της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα από το έτος 2009 είναι άνεργη (ως άλλωστε και η ίδια συνομολογεί στην αίτησή της διαλαμβάνοντας ότι "τυγχάνει μακροχρόνια άνεργη"), εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ, δεν έχει, δε, εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη αιτία πλην του ότι λαμβάνει μηνιαία διατροφή από τον πρώην σύζυγό της ποσού εξακοσίων εξήντα (660,00) ευρώ συνολικά και γα τα τρία τέκνα της υπό την ιδιότητά της ως ασκούσα την επιμέλεια του προσώπου αυτών (των ως άνω ανηλίκων τέκνων της).
Κατοικεί μαζί με τα ανήλικα τέκνα της σε ένα αυτοτελές και διαιρεμένο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου οικοδομής κείμενης στην οδό ... στην Ιτέα Φωκίδος, εμβαδού 110,30 τ.μ., της πλήρους κυριότητάς της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα - εφεσίβλητη στις 17.12.2009 έλαβε από την καθ' ης η αίτηση - εκκαλούσα τοκοχρεολυτικό δάνειο με σκοπό την κάλυψη προσωπικών αναγκών διάρκειας τριακοσίων (300) μηνών δυνάμει της υπ' αρ. 650001052794/17.12.2009 σύμβασης, ποσού διακοσίων πενήντα χιλιάδων πενήντα χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα ευρώ (250,560,00) το οποίο εμφάνιζε υπόλοιπο οφειλής, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, έως την 07.10.2011, συνολικό ποσό διακόσιες εξήντα έξι χιλιάδες οκτακόσια τριάντα εννέα ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών του ευρώ (266.839,93).
Το εν λόγω δάνειο εξυπηρετούνταν από τον σύζυγο της αιτούσας, ο οποίος εγγυήθηκε για τη λήψη του, διέκοψε, ωστόσο, την αποπληρωμή του μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα κατά το χρόνο λήψης του δανείου δεν εργαζόταν, δεν είχε προσωπικό εισόδημα από οιαδήποτε άλλη πηγή, πλην όμως σύναψε την ανωτέρω δανειακή σύμβαση, υψηλού ποσού, και ανέλαβε τη σχετική υποχρέωση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα ήδη από το χρόνο αυτό (της σύναψης) να καταβάλλει μηνιαίως την απαιτούμενη δόση για την εξόφληση ενός τέτοιου ποσού (του εν λόγω δανείου).
Ήτοι, όντας άνεργη αιτήθηκε την λήψη του εν λόγω δανείου και ανέλαβε την αποπληρωμή αυτού εν γνώσει της ότι τα εισοδήματά της δεν το επέτρεπαν. Η αδυναμία της δε αυτή να καταβάλει εξ ιδίων τη μηνιαία δόση ήταν συνεχής και μόνιμη, δεδομένου ότι ουδέποτε έκτοτε εργάσθηκε ή έλαβε οιοδήποτε εισόδημα από άλλη πηγή.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η αιτούσα δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι, προέβη στην κατάρτιση της ως άνω δανειακής σύμβασης με το προαναφερόμενο υψηλό ποσό διαβλέποντας ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεών της στο μέλλον, καθόσον το οικογενειακό της εισόδημα δεν ανταποκρινόταν για την κάλυψη των μελλοντικών της υποχρεώσεων από το εν λόγω δανειακό προϊόν και αποδεχόμενη αυτό ως επακόλουθη συνέπεια.
Επιπλέον, η αιτούσα δεν απέδειξε ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών της, ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών της, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών της, αλλά ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, πιθανή βελτίωση του οικογενειακού της εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκά αυτή δικαιολογημένα και με βεβαιότητα ότι με την τυχόν αύξηση των εισοδημάτων της θα δύναται να αποπληρώσει προσηκόντως τις δανειακές της υποχρεώσεις, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η ανεύρεση εργασίας παρίσταται πλέον εξαιρετικά δυσχερής.
Ο προτεινόμενος πρωτοδίκως καθ' υποφοράν από την αιτούσα ισχυρισμός, ότι η πιστώτρια τράπεζα χορήγησε σε αυτή το επίδικο δάνειο, τελώντας όμως σε γνώση και αποδεχόμενη το ενδεχόμενο να μην αποπληρωθεί αυτό εκ μέρους της λόγω ανεπάρκειας των εισοδημάτων της κατόπιν ελέγχου της φερεγγυότητάς της, επί του οποίου επιχειρεί να θεμελιώσει την αντένσταση του συντρέχοντας πταίσματος (άρθρο 300 ΑΚ) είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι για την ευδοκίμηση της σχετικής αντένστασης του οφειλέτη, απαιτείται η ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ των υποχρεώσεων που ανέλαβαν οι δανειολήπτες και των οικονομικών τους δυνάμεων κατά το χρόνο ανάληψης των εν λόγω υποχρεώσεων, στοιχεία που όμως ουδόλως επικαλείται εν προκειμένω η αιτούσα.
Σε κάθε περίπτωση δε, ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά του πιστωτή να ενεργήσει επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσει την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει άνευ άλλου τινός τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο πιστωτής έχει προνοήσει να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό με την επίτευξη εμπράγματων εξασφαλίσεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξε η εφεσίβλητη - καθ' ης η αίτηση (πρβλ.
σχετ. 44/2017 ΜΠρΤρικ δημ. στη ΤΝΠ-Νόμος). Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής του χρέους της, δεκτής γενομένης ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας και πρωτοδίκως σχετικής ένστασης δόλου εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητης, η δε κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιτρόθεσμων χρηματικών οφειλών της αναιρεί για αυτή την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010.
Κατόπιν τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των οφειλών της στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 και η αίτησή της πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του (και τη συμπροσβαλλόμενη αυτής) δέχτηκε τα αντίθετα και απέρριψε και τον ενώπιόν του προταθέντα παραδεκτά και νόμιμα ισχυρισμό περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής (αλλά και επαν-υποβληθέντα ισχυρισμό ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου -υπό την μορφή ειδικότερου παραπόνου-, υπό την έννοια ότι η αιτούσα/εφεσίβλητη ανέλαβε υποχρεώσεις ευρισκόμενες σε αναντιστοιχία με τις οικονομικές της δυνατότητες εν γνώσει της ότι τα εισοδήματά της δεν επαρκούν για την κάλυψη τέτοιου είδους υποχρεώσεων και με την αιτιολογία ότι οι τράπεζες δικαιούνταν να αρνηθούν τη χορήγηση δανείου, μπορούσαν να ερευνήσουν τις οικονομικές της δυνατότητες) εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη εκτίθενται.
Κατόπιν τούτου πρέπει να εξαφανιστούν οι εκκαλούμενες αποφάσεις, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί η αίτηση...". Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να καταγνώσει σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενο δόλο κατά το χρόνο ανάληψης του χρέους της προς την πιστώτρια Τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α' Ν. 3869/2010, στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του χωρίς να αλληλοαναιρούνται και επομένως έχει νόμιμη βάση, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, που ορθά δεν εφάρμοσε.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, ενώ ήταν άνεργη και εγγεγραμμένη στο μητρώο ανέργων του τότε ΟΑΕΔ, χωρίς κανένα ατομικό εισόδημα, κατάρτισε ως πρωτοφειλέτης την επίδικη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 250.560 ευρώ, για την κάλυψη προσωπικών της αναγκών (από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει για την αποπεράτωση του διαμερίσματος κυριότητας αυτής που αποτελεί την κύρια κατοικία της), ότι το δάνειο αυτό εγγυήθηκε ο σύζυγός της, ο οποίος το εξυπηρετούσε έως το έτος 2012, οπότε διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση και έκτοτε, αυτός διέκοψε την αποπληρωμή του, ότι η αιτούσα γνώριζε κατά το χρόνο ανάληψης του χρέους της, ότι δεν είχε κανένα εισόδημα προσωπικό και ότι η ίδια αδυνατούσε να αποπληρώνει την οφειλή της ενόψει των οικογενειακών υποχρεώσεων της πενταμελούς οικογένειάς της, το μοναδικό εισόδημα της οποίας προερχόταν μόνον από τα εισοδήματα του συζύγου της, ότι ήταν κυρία του διαμερίσματος, που αποτελούσε την οικογενειακή τους στέγη, επί του οποίου σύμφωνα με τις παραδοχές η αναιρεσίβλητη Τράπεζα είχε εγγράψει εμπράγματη εξασφάλιση του χορηγηθέντος δανείου.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε σε συνεχή και μόνιμη αδυναμία πληρωμών εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας της ίδιας προσωπικά να αντιμετωπίσει τις οφειλές της, τόσο κατά την ανάληψη του δανείου, όσο και στο μέλλον, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, διότι δεν απέδειξε, ότι ήταν πιθανή η αύξηση του εισοδήματός της με την εξεύρεση εργασίας, ώστε δικαιολογημένα να προσδοκά ότι θα αποπληρώσει το χρέος της.
Επίσης, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με σαφή αιτιολογία δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα προέβη σε υπερδανεισμό υψηλού ποσού, με ελεύθερη βούληση, αν και μπορούσε να προβλέψει την αδυναμία πληρωμής, στην οποία θα περιέλθει αποδεχόμενη τις συνέπειες του υπερδανεισμού της ενόψει της αναντιστοιχίας των εισοδημάτων της λόγω της παντελούς έλλειψης προσωπικού εισοδήματος, σε συνδυασμό με τις βιοτικές ανάγκες της ίδιας και της οικογένειάς της.
Οι παραδοχές αυτές αρκούσαν για να καταγνωστεί σε βάρος της ενδεχόμενος δόλος, που μπορεί να είναι και αρχικός, κατά τη λήψη του δανείου, όπως στην ένδικη περίπτωση και περιορίζεται στην πρόθεση του ίδιου του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς την ανάγκη προσθήκης αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι οι παραλείψεις των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους να ερευνήσουν την πιστωληπτική ικανότητα του δανειολήπτη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές, ότι αυτή εξαναγκάστηκε να συνάψει τη δανειακή σύμβαση, αλλά ότι ενήργησε οικειοθελώς με ελεύθερη βούληση.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι η ένσταση δόλου της αναιρεσίβλητης τράπεζας είναι αόριστη, τον οποίο το πρώτον υποβάλλει με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως αντένσταση, προτείνεται απαραδέκτως κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προεχόντως διότι δεν προβλήθηκε ως λόγος αναίρεσης με το αναιρετήριο ή με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί .
Εξάλλου, οι περαιτέρω αιτιάσεις αυτής, ότι εσφαλμένα καταγνώστηκε σε βάρος της ενδεχόμενος δόλος, διότι, κατά την ανάληψη της δανειακής σύμβασης το έτος 2009, δεν μπορούσε να προβλέψει την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και την διακοπή εξυπηρέτησης του δανείου από το σύζυγό της, είναι απορριπτέες πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, η αναιρεσείουσα επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου ουσίας κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον για την κατάγνωση δόλου αρκεί και ο αρχικός δόλος, κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης.
Επομένως, κατόπιν αυτών, ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του. Επίσης, και ο 1ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβιάστηκαν, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, δεν αφορούν την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς την κατάγνωση ενδεχόμενου αρχικού δόλου και συνεπώς δεν ιδρύεται ούτε η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 περ. 1β ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 560 αρ. 5 του ίδιου Κώδικα, που είναι ταυτόσημος, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 362/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015).
Με το 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να δεχθεί ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "...από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν... από όσα οι διάδικοι εκθέτουν στις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου..." έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί νόμιμα, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν είχε παρασταθεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αφορούν έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρ. 339 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε είναι και οι προτάσεις, που κατά το άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ χαρακτηρίζονται ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1543/2017). Επίσης, εκτός τούτων, ο ανωτέρω 3ος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων και συνεπώς δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5α ΚΠολΔ (ΑΠ 550/2019, ΑΠ 1384/2018).
Με τον συναφή 4ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ -έλλειψη νόμιμης βάσης με ελλιπή αιτιολογία, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να δεχθεί τα αναφερόμενα στον προηγούμενο 3ο αναιρετικό λόγο, χωρίς όμως συγχρόνως να εξειδικεύσει τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του, τα οποία δήθεν προσκόμισε ενώπιόν του η αναιρεσείουσα, η οποία είχε δικαστεί ερήμην, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν πλήττουν τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα των εγγράφων, που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Ας σημειωθεί ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις θα μπορούσαν να στηρίξουν την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, η οποία όμως δεν ιδρύεται στην παρούσα δίκη, που αφορά αναίρεση απόφασης Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο (άρθρο 560 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη ρητά αναφέρει στη σελίδα 9 αυτής, ότι συνεκτίμησε και τα έγγραφα, που είχαν προσκομιστεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από τους διαδίκους, δηλαδή και από την αναιρεσείουσα, ενώ παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία, ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αξιολογήσει ειδικά τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του, πλην των εξαιρέσεων επί ενόρκου βεβαιώσεων και πραγματογνωμοσύνης, περίπτωση που δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση και αρκεί η γενική, κατά κατηγορία των αποδεικτικών μέσων, αναφορά ότι αυτά έχουν ληφθεί υπόψη (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 151/2017).
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-7-2018 (αρ. κατ. 27/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ