Legislator Case Law & Legislation
208/2017 AI generated

208/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 208/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

208/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β', 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ), επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Κασίμη, που τον είχε εκπροσωπήσει στο Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, κατά την τελευταία, στις 5-2-2010, συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (πρβλ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 208 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας και συνεκδικάστηκε με την από 30-6-2009 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 480/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2010 του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-11-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 18-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 ("Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου"), "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις...". Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-12-2016), δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο αναιρεσίβλητος Μ.

Σ. Σ.. Από τη 1960Β/25-1-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κέρκυρας Ν. Δ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση, από 7-11-2012, αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση αυτού κατά τη δικάσιμο της 1-4-2016 που ορίστηκε αρχικά, οπότε αναβλήθηκε, ερήμην του αναιρεσιβλήτου, για την προαναφερόμενη δικάσιμο της 16-12-2016, κατά την οποία δεν απαιτείται νέα κλήτευσή του (άρθρ. 575 εδάφ.

β', 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ), επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Κασίμη, που τον είχε εκπροσωπήσει στο Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, κατά την τελευταία, στις 5-2-2010, συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (πρβλ.

ΑΠ 212/2016, ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1016/2015).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του ν. 2664/1998 ("Περί Εθνικού Κτηματολογίου") 1 παρ. 2 εδάφ. α' και παρ. 3 περ. α', 6 παρ. 1, 2 και 3, όπως η παρ. 2 ίσχυε μετά την αρχική τροποποίησή της με το άρθρο 5 του ν. 3552/2007 και η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3481/2006, συνάγεται ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής.

Αντικείμενο της εν λόγω δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει.

Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιημένη αυτή διάταξη ορίζεται (κατά μεταγλώττιση βάσει του άρθρου 2, παρ. 3, εδάφ.

θ', ν. 4164/2013) ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου..." (ΑΠ 148/2014, ΑΠ 632/2013, ΑΠ 259-258/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο.

Στην τελευταία αυτή δίκη, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κύρια παρέμβαση (βλ. τις ίδιες πιο πάνω παραπομπές). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Στην κρινόμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, και, ειδικότερα, της υπό ημερομηνία 30-6-2009 κύριας παρέμβασης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραδεκτά άσκησε σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, τούτο ζήτησε, κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998, α) να απορριφθεί η από 25-5-2009 αίτηση του αναιρεσιβλήτου, β) να αναγνωριστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με βάση τον αναφερόμενο στην ένδικη κύρια παρέμβαση τρόπο κτήσης της κυριότητας και γ) να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή ως "άγνωστου ιδιοκτήτη" του κτηματολογικού βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Κερκυραίων με ΚΑΕΚ ...

και να αναγραφεί σε αυτό ως ιδιοκτήτης το ίδιο και όχι ο καθ' ου και ήδη αναιρεσίβλητος. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 103/2010 απόφασή του, απέρριψε την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, στο σύνολό της, με την αιτιολογία ότι, αφού αυτή έχει περιεχόμενο την αμφισβήτηση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου στο πιο πάνω ακίνητο και αίτημα την επ' αυτού αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητας του ίδιου (παρεμβαίνοντος), πρόκειται για "διαγνωστική κατ' αντιδικία δίκη" της αμφισβητούμενης και όχι της προκείμενης εκούσιας δικαιοδοσίας, χωρίς, όμως, να κάνει μνεία για το άλλο αίτημα, δηλαδή της διόρθωσης της εγγραφής, υπέρ του αναιρεσείοντος, αναφορικά με την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου, το οποίο φέρεται ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", ανεξάρτητα από το αν το αίτημα αυτό της διόρθωσης ήθελε εκτιμηθεί ως κύριο (ΑΠ 1342/2015) ή ως παρεπόμενο του αναγνωριστικού -διαπιστωτικού αιτήματος.

Στη συνέχεια, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές του αυτές, ως προς την κύρια παρέμβαση, δέχθηκε την υπό ημερομηνία 16-11-2009 έφεση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 480/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας (που είχε απορρίψει, με διαφορετική αιτιολογία -ως ουσιαστικά αβάσιμη- την εν λόγω κύρια παρέμβασή του), ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος της τούτο, αφού δεν αρκούσε η απλή αντικατάσταση της απορριπτικής της αιτιολογίας (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), και, δικάζοντας επί της παρέμβασης αυτής, την απέρριψε, όπως προπαρατέθηκε, στο σύνολό της, ως μη νόμιμη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που αφορούν το δικαίωμα άσκησης κύριας παρέμβασης από το Ελληνικό Δημόσιο στη δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας, που ανοίχθηκε με αίτηση τρίτου, κατά το μέρος που ζητείται η διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής ως "άγνωστου ιδιοκτήτη" του επίδικου ακινήτου στο αντίστοιχο κτηματολογικό βιβλίο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου, ώστε να αναγραφεί σε αυτό ως ιδιοκτήτης του το ίδιο και όχι ο καθ' ου η κύρια παρέμβαση - αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, ενώ, κατά το μέρος που ζητείται να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ακίνητο αυτό, δεν ήταν νόμιμη, καθόσον αντικείμενο της προκείμενης δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου (βλ.

και ΑΠ 309/2012).

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ότι η κύρια παρέμβαση δεν είναι νόμιμη, κατά το μέρος που ζητήθηκε η διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" στο κτηματολογικό βιβλίο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου του προαναφερόμενου ακινήτου, ώστε να αναγραφεί σ' αυτό ως ιδιοκτήτης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο καθ' ου η κύρια παρέμβαση - αιτών - αναιρεσίβλητος, δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 ν. 2664/1998, που ναι μεν εισάγουν, κατά βάση, δικονομικό δίκαιο, καθόσον προσδιορίζουν τον τρόπο, τη διαδικασία και τους δικαιούχους της διόρθωσης (τους νομιμοποιούμενους σε αίτηση κ.λπ. διόρθωσης) των πρώτων (αρχικών) ανακριβών κτηματολογικών εγγραφών (ΑΠ 1342/2015), είναι όμως και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 632/2013), αναγόμενες στη νομιμότητα του αντικειμένου της αίτησης κ.λπ. (υπό οποιαδήποτε έννοια από τις προεκτιθέμενες) και στη θεμελίωση της έννομης συνέπειας που κρίθηκε, σε συνδυασμό με το άρθρο 79 ΚΠολΔ και, επομένως, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος, από τη διάταξη αυτή, λόγος της αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου (και τελευταίου), από το άρθρο 559 αριθμ. 9 εδάφ. γ' του ίδιου άρθρου, λόγου της αναίρεσης, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που η κύρια παρέμβαση κρίθηκε ότι δεν είναι νόμιμη (και δεν ερευνήθηκε), ως προς το αίτημά της να διορθωθεί η πρώτη (αρχική) εγγραφή του επίδικου ακινήτου και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/ 1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 103/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, ως προς τη διόρθωση της εγγραφής και την αναγραφή του αναιρεσείοντος ως ιδιοκτήτη των ακινήτου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ