208/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated208/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με τη με αρ. 16/2011 οριστική απόφαση του, αφού πιθανολόγησε το έννομο συμφέρον της ανακόπτουσας για την απόκρουση της παραίτησης από την επιταγή, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη επιταγή λόγω αοριστίας αυτής, ήτοι για τον ίδιο λόγο, για τον οποίο είχε ακυρωθεί και η διαταγή πληρωμής.
Full text
Απόφαση 208 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου … η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντέλλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ως καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Α.Ε", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2005 ανακοπή και τους από 28-8-2005 πρόσθετους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4478/2006 του ίδιου Δικαστηρίου, 16/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών λόγω αρμοδιότητας και 4001/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-1-2014 αίτησή της και τους από 22-8-2014 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 1-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι 1ος, 2ος καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος τους που αφορά την αναφερόμενη στο σκεπτικό πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ και ν' απορριφθούν κατά τα λοιπά η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 516, 517 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον εκκαλούντα. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, σε σχέση με τον αντίδικο του, από διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ενώ η έλλειψη του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου, ως απαραδέκτου (άρθρα 68,73 και 532 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η νομιμοποίηση του διαδίκου όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικώς με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Με την από 19-4-2005 ανακοπή και τους, με ιδιαίτερο δικόγραφο, από 22-8-2005 πρόσθετους λόγους αυτής, που άσκησε η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητούσε την ακύρωση α) της με αρ. ...
διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα, (ήδη αναιρεσείουσα) τόκους υπερημερίας επί του ποσού των 91.709,46 €, το οποίο της επιδικάστηκε αμετακλήτως με την 358/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της από 12-4-2005 επιταγής προς πληρωμή που έχει γραφεί κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της άνω διαταγής, με την οποία επιτάχθηκε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 275.479,12€ για τους αναφερόμενους σ' αυτή (ανακοπή) λόγους.
Επί των άνω δικογράφων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αρ. 4478/2006 απόφαση του προαναφερομένου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε ο χωρισμός των σωρευομένων σ' αυτά δύο ανακοπών (κατά της διαταγής πληρωμής και κατά της επιταγής προς εκτέλεση) και παραπέμφθηκε, λόγω καθ' ύλην αναρμοδιότητας του, η ανακοπή και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι κατά της επιταγής προς εκτέλεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και μετά ταύτα, δικάζοντας επί της ανακοπής του άρθρου 631 ΚΠολΔ, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.
Ακολούθως, η ανακόπτουσα, με την από 24-8-2007 κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση τα ως άνω δικόγραφα της ανακοπής, ως προς την ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του στις 26-10-2010, οπότε είχε ήδη τελεσιδικήσει η προαναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την έκδοση της με αρ. 8177/2007 απόφασης παρόντος δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η κατ' αυτής έφεση της καθής η ανακοπή.
Μετά ταύτα η τελευταία με την από 18-10-2010 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποίησε αυθημερόν στην ανακόπτουσα, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 12-4-2005 επιταγής προς εκτέλεση. Κατά τη συζήτηση της ανακοπής η ανακόπτουσα αντέλεξε και απέκρουσε την παραίτηση πιθανολογώντας ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης, το οποίο θεμελίωσε στην εκ του νόμου παρεχόμενη σ' αυτήν ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι είχε ήδη καταβάλει στην καθής η ανακοπή, υπό την απειλή σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει της ανακοπτόμενης επιταγής, το ποσό των 155.479,12 €.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με τη με αρ. 16/2011 οριστική απόφαση του, αφού πιθανολόγησε το έννομο συμφέρον της ανακόπτουσας για την απόκρουση της παραίτησης από την επιταγή, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη επιταγή λόγω αοριστίας αυτής, ήτοι για τον ίδιο λόγο, για τον οποίο είχε ακυρωθεί και η διαταγή πληρωμής.
Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται τώρα η καθής η ανακοπή, με την υπό κρίση έφεση της και τους πρόσθετους λόγους αυτής για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της και την απόρριψη της ανακοπής. Ειδικότερα, με τους λόγους της έφεσης της ισχυρίζεται α) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ως απαράδεκτη την παραίτηση της από την επιταγή, για την επέλευση των αποτελεσμάτων της οποίας δεν απαιτείτο συναίνεση της ανακόπτουσας, ενώ έπρεπε να την κρίνει παραδεκτή και να απορρίψει κατόπιν αυτού την ανακοπή, ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ανακόπτουσας, άλλως ως άνευ αντικειμένου, άλλως έπρεπε να κηρύξει καταργημένη τη δίκη, β) εσφαλμένα έκρινε ότι η από 12-4-2005 επιταγή προς εκτέλεση ήταν αόριστη, ενώ ήταν ορισμένη και δεν περιείχετο στο δικόγραφο της ανακοπής τέτοιος λόγος κατά της άνω επιταγής, γ) η εν λόγω επιταγή ήταν ακυρωτέα διότι στηρίχθηκε σε εκτελεστό τίτλο που ακυρώθηκε τελεσίδικα.
Τέτοιος λόγος όμως δεν περιείχετο στο δικόγραφο της ανακοπής, και ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε άνευ αιτήσεως και κατά παράβαση του δεδικασμένου εκ της 8177/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, και δ) η ανακόπτουσα δεν είχε έννομο συμφέρον για την ακύρωση της επιταγής, ενόψει του ότι δεν επηκολούθησε άλλη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της και επιπλέον δεν υπήρχε λόγος ανακοπής που να προσδιορίζει τη ζημιά της.
Υπό τα εκτιθέμενα ως άνω στην έφεση και στους πρόσθετους λόγους αυτής περιστατικά, και ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη αυτών και της ορθότητας ή μη της προσβαλλομένης απόφασης, η εκκαλούσα δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της, αφού το δεδικασμένο της εκκαλουμένης απόφασης δεν επάγεται βλαπτικά αποτελέσματα στα ουσιαστικά ή δικονομικά δικαιώματα της, με την έννοια της χειροτέρευσης αυτών, τα οποία καλείται να ανατρέψει το παρόν δικαστήριο με την εξαφάνιση της.
Κι' αυτό, γιατί η νομότυπη παραίτηση της από την ανακοπείσα επιταγή προς εκτέλεση, ύστερα από την τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη ακύρωση του εκτελεστού τίτλου, ήτοι της με αρ. ... διαταγής πληρωμής, στην οποία αυτή στηρίχθηκε, που έχει ως συνέπεια να θεωρείται αυτή ως μη ασκηθείσα, όπερ αναγνωρίζει και αποδέχεται η εκκαλούσα, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα με την ακύρωση της, αφού και στην περίπτωση αυτή αίρονται οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες που επήλθαν από την επίδοση της.
Είτε, λοιπόν, έπρεπε να απορριφθεί η ανακοπή, για οποιοδήποτε από τους επικαλούμενους στην έφεση λόγους, είτε έπρεπε να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η επιταγή, από τη στιγμή που έχει ακυρωθεί αμετάκλητα ο εκτελεστός τίτλος, τα έννομα συμφέροντα της εκκαλούσας δεν θίγονται, ούτε και παράγεται δυσμενές γι' αυτήν δεδικασμένο από την ακύρωση της επιταγής.
Το γεγονός δε ότι απώλεσε την πρωτοβάθμια δίκη, αφού δεν έγιναν δεκτές οι αιτήσεις της, αλλά αντίθετα έγιναν δεκτές οι αιτήσεις της αντιδίκου της και ως εκ τούτου τυπικά θεωρείται ηττηθείσα διάδικος, δεν δικαιολογεί, αυτό και μόνον, έννομο συμφέρον της για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης, αφού... απαιτείται προσέτι η διαπλαστική, εν προκειμένω, ενέργεια της εκκαλουμένης απόφασης ή οι αντανακλαστικές συνέπειες αυτής, να είναι δυσμενείς, δηλαδή να επιφέρουν βλάβη στα έννομα συμφέροντα της, ως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Σε κάθε όμως, περίπτωση και ανεξαρτήτως του ότι η εκκαλούσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον της για την άσκηση της υπό κρίση έφεσης, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τούτο συνίσταται στην αποφυγή μίας ενδεχόμενης σε βάρος της αγωγής αποζημίωσης εκ μέρους της ανακόπτουσας, κατ' αρ. 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, και πάλι δεν στοιχειοθετείται έννομο συμφέρον της για την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της ανακοπής, αφού η ανακόπτουσα,..., έχει, κατά νόμον, τη δυνατότητα να προσφύγει στη διάταξη του άνω άρθρου ακόμη και επί παραιτήσεως από την επιταγή, ή ακόμη και να αξιώσει αποζημίωση με απευθείας προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, χωρίς δηλαδή να έχει προηγηθεί ακύρωση της επιταγής, με επικουρική σώρευση και της εκ των άρθρων 904 επ.
ΑΚ αγωγής, όπως υποστηρίζει και η εκκαλούσα (βλ. δεύτερη σελίδα του φύλλου ι8 του από 10-5-2012 δικογράφου προσθέτων λόγων). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η έφεση, τόσον κατά τους αρχικούς, όσον και κατά τους πρόσθετους λόγους της, ως απαράδεκτη...".
Όμως, εφόσον η αμετάκλητη ακύρωση της, με βάση την επίμαχη επιταγή, αναγκαστικής εκτέλεσης θα έχει ως αποτέλεσμα, κατόπιν του προκύπτοντος δεδικασμένου, να υπόκειται η αναιρεσείουσα στην αγωγή του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ συντρέχει προφανές έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, προς αποτροπή των εννόμων αυτών συνεπειών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής (όπως προκύπτει από την επισκόπηση τους) δεν περιέχεται λόγος για ακυρότητα της επιταγής επειδή στηρίχθηκε σε άκυρο τίτλο, στη δε έφεση της αναιρεσείουσας (όπως, επίσης, προκύπτει από την επισκόπηση της) διαλαμβάνονται και παράπονα της αναιρεσείουσας (εκκαλούσας), μαχόμενης υπέρ του κύρους της επίμαχης επιταγής, για την παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης περί ακυρότητας (λόγω αοριστίας) της επιταγής.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως και μερικώς ο δεύτερος καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι κατά το μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως και των λοιπών πρόσθετων λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4001/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3-500) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ