Appeal dismissed; Supreme Court rejects claim of document distortion regarding seed shipment facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple appellants against a lower court judgment involving a seed trade dispute. The appellants argued that the appellate court distorted specific agricultural documents regarding seed shipments and inventory. The court ruled that the lower court's findings were a permissible evaluation of facts rather than a distortion of the documents' content.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 576, 561, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's evaluation of documentary evidence constitutes a reviewable fact-finding exercise, not a distortion of the documents' content, and thus such errors do not justify an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 208 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Π. του Ι. έως και 104. Γ. Κ. του Ι.
Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Παπανικολάου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…" με διακριτικό τίτλο "…" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., Ο δεύτερος παραστάθηκε ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κράγκαρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-12-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 28-2-2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Κων/νου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 § 1 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ: " Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση ατό ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της". Περαιτέρω, στο άρθρο 576 § 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην § 3 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 98 αυτού η τροποποίηση αυτή καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται: "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ` αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι αν η συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδεται από τον διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.
Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (Α.Π. 1123/2011, Α.Π. 1175/2010, Α.Π.15/2009)..
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 164/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως τους αναιρεσείοντες εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ ο δικηγόρος Ανδρέας Παπανικολάου, ενώ οι αναιρεσίβλητοι παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κράγκαρη.
Από τα υπάρχοντα στη δικογραφία πληρεξούσια υπ' αριθ. .../15-1-2012 του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Κωνσταντίνου Μπαλτά και .../12-1-2012 της συμβολαιογράφου Αθηνών, Παναγιώτας Μπαγετάκου, προκύπτει ότι ο εκπροσωπήσας τους αναιρεσέιοντες δικηγόρος έχει λάβει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα από τους αναιρεσείοντες, εκτός από τους αναφερόμενους στην αίτηση και στην αρχή της παρούσης με αριθ. 2ο, 10ο, 11ο, 18ο, 19ο, 20ο, 23ο, 29ο, 31ο, 44ο, 45ο, 51, 52ο, 54ο, 57ο, 58ο, 59ο, 61ο, 67ο, 70ο, 80ο, 81ο, 83ο, 88ο, 95ο, 100ο και 102ο, οι οποίοι δεν προκύπτει ότι έχουν κλητευθεί από τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους.
Άλλο πληρεξούσιο δεν υπάρχει στη δικογραφία, ούτε προκύπτει ποίος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, καμία δε από τις διάδικες πλευρές δεν έχει καταθέσει προτάσεις. Από τα υπ' αριθ. 84/2013 πρακτικά του δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι και κατά την αρχική δικάσιμο της 11-3-2013 οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, πλην των με αριθ. 4, 10, 18, 19, 20, 23, 31, 44, 45, 51, 52, 54, 57, 58, 59, 60, 67, 70, 80, 81, 83, 88, 95, 100 και 102 αναιρεσειόντων, ενώ ως προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων Ν.
Κ. δηλώθηκε ο θάνατός του και η υπεισέλευση στη θέση του, ως μοναδικών κληρονόμων του των Λ., Θ. και Π. Κ., για τις οποίες όμως δεν δηλώθηκε παράσταση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης μετ' αναβολή δικάσιμο, αλλά αντίθετα δηλώθηκε παράσταση, δια πληρεξουσίου, του Ναπολέοντος Κούκου. Κατόπιν αυτού οι ως άνω αναιρεσείοντες θεωρούνται δικονομικά απόντες και δεδομένου ότι μεταξύ των αναιρεσειόντων υφίσταται απλή ομοδικία πρέπει να χωριστεί η υπόθεση, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους αναιρεσείοντες 2ο, 10ο, 11ο, 18ο, 19ο, 20ο, 23ο, 29ο, 31ο, 44ο, 45ο, 51, 52ο, 54ο, 57ο, 58ο, 59ο, 61ο, 67ο, 70ο, 80ο, 81ο, 83ο, 88ο, 95ο, 100ο και 102ο και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς που παρίστανται νόμιμα.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ, προκύπτει ότι στην αγωγή για αποζημίωση καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, να προσδιορίζεται η ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και να αναφέρεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του εναγομένου και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, με την οποία οι ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία, περιέχονται σ' αυτή όλα τα απαιτούμενα, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική της εκτίμηση.
Ειδικότερα, αναφέρονται οι εκ μέρους των εναγομένων δυσφημιστικοί ισχυρισμοί και διαδόσεις σε βάρος των εναγόντων, οι οποίοι συνίστανται στον εν γνώσει τους (εναγομένων ) ψευδή ισχυρισμό, που περιέλαβαν στην από 22-11-2005 αγωγή τους που κατέθεσαν εναντίον των εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ότι οι νυν ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ως εισαγωγείς και διακινητές του βαμβακόσπορου ποικιλίας CARMEN υπόσχονταν ότι ο βαμβακόσπορος αυτός έχει απόδοση 600 κιλά ανά στρέμμα, ενώ γνώριζαν ότι αυτός ήταν ελαττωματικός:
επί πλέον δε ισχυρίστηκαν ότι οι ενάγοντες συμμετείχαν στη διακίνηση του ως άνω προϊόντος παραποιημένου ως προς τις σημάνσεις, οι δυσφημιστικοί δε αυτοί ισχυρισμοί και διαδόσεις ήταν πρόσφορες να βλάψουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς την πρώτη των εναγόντων και προσέβαλαν την προσωπικότητα του δευτέρου και το κύρος, την επαγγελματική δραστηριότητα και το μέλλον αμφοτέρων των εναγόντων.
Δεν χρειαζόταν δε για την πληρότητα της ένδικης αγωγής και η αναφορά συγκεκριμένης (αποτιμητής σε χρήμα) ζημίας που οι ενάγοντες υπέστησαν από την αναφερόμενη αδικοπραξία, αφού αίτημά της ήταν η επιδίκαση μη περιουσιακής ζημίας (ηθικής βλάβης). Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 57, 914, 298, 932 ΑΚ, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που προβλέπει ο νόμος και δεν παρέλειψε παρά τον νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από τους αριθ.1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ' αντίθετα. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα έγγραφα προς άμεση και έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως αλλά μετά από επίκλησή τους, που αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε από τον διάδικο που τα προσκόμισε για να τα χρησιμοποιήσει κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο κατ' εκείνου, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, είχαν καταστεί κοινό μέσο απόδειξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο από τον αριθ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν καμία ανάμιξη στη διακίνηση του ελαττωματικού βαμβακόσπορου και ότι κατά συνέπεια ο σχετικός αντίθετος ισχυρισμός αυτών (αναιρεσειόντων) ήταν ψευδής, χωρίς απόδειξη.
Από την προσβαλλομένη απόφαση όμως προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ανώμοτη κατάθεση του δευτέρου ενάγοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων, που διατυπώνεται με τον λόγο αυτόν, ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στην πιο πάνω κρίση από τα μνημονευόμενα έγγραφα, τα οποία όμως αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ενώ οι αναιρεσίβλητοι δεν προσκόμισαν σχετικά, για την απόδειξη του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού τους, έγγραφα, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού το δικαστήριο της ουσίας σχηματίζει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα ή μη ουσιώδους ισχυρισμού από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο και είναι αδιάφορο ποιος από τους διαδίκους το προσκομίζει με επίκληση.
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. Α.Π 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, προβάλλοντας κατά λέξιν τα ακόλουθα: " Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, διότι ενώ παραθέτει σειρά εγγράφων αναφέρει ότι σχημάτισε την κρίση της ότι οι αντίδικοι δεν είχαν ανάμιξη στη διακίνηση του επίμαχου σπόρου κατά κύριο λόγο από το 119/7-3-2002 έγγραφο του ΚΕΠΥΕΛ Καρδίτσας, χωρίς όμως να αναφέρει σε τι συνίσταται το ειδικό αποδεικτικό βάρος του συγκεκριμένου εγγράφου, αν ενισχύει τα άλλα που αναφέρει στο σκεπτικό της ή αυτό έχει βαρύτερη αποδεικτική αξία και ποια ως προς τα υπόλοιπα (που μνημονεύει στο σκεπτικό της).
Επίσης δεν προσδιορίζει ποια διακίνηση δέχθηκε ως προς τον επίμαχο σπόρο, δηλαδή τη διαδρομή του από συγκεκριμένο παραγωγό, τον αγοραστή, τον μεταπωλητή μέχρι τον προμηθευτή Α. Λ. στα Σερβωτά Τρικάλων. Δηλαδή δεν προσδιορίζει την αλυσίδα παραγωγής-αγορά-πώληση- μεταπώληση και αγορά από αυτούς". Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις του αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, το οποίο (πόρισμα) ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, (ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν καμία ανάμιξη στη διακίνηση του επίμαχου ελαττωματικού βαμβακόσπορου και κατά συνέπεια το αντίθετο υποστηριζόμενο από τους αναιρεσείοντες είναι ψευδές), εκτίθεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραμόρφωσης του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται όταν το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπήρξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο απότοκο λανθασμένης απ' αυτό ανάγνωσης αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ. εγγράφου, με αποτέλεσμα να αποδοθεί σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό. Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην περίπτωση της εσφαλμένης, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχόμενου εγγράφου, αφού αυτή εμπίπτει στην, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το ίδιο δικαστήριο πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης των εξής εγγράφων: 1) του 364/4-3-2002 εγγράφου του ΚΕΠΥΕΛ Υπουργείου Γεωργίας, από το οποίο προκύπτει ότι η πρώτη (ΣΑΚΚΑΣ ΑΕ) είχε προμηθευτεί το 1998 από την εταιρία ΓΕΩΧΗΜ ΑΕ 20.000 κιλά σπόρο ποικιλίας austral, από τα οποία επέστρεψε 4.625 κιλά, άρα διακίνησε τα υπόλοιπα (15.375 κιλά), 2) του 119/7-3-2002 εγγράφου του ΚΕΠΥΕΛ Καρδίτσας, από το οποίο προκύπτει ότι η πρώτη (ΣΑΚΚΑΣ ΑΕ) κατείχε στις αποθήκες της τις επίμαχες σπορομερίδες με αριθμούς Ν 12Π/041, Ν12Π/042, για τις οποίες είχε ζητήσει επανέλεγχο βλαστικότητας και για τις οποίες τις χορηγήθηκαν οι 540 ετικέτες επανελέγχου, 3) του 2912/19-3-2001 εγγράφου του Οργανισμού Βάμβακος Καρδίτσας, από το οποίο προκύπτει ότι η εταιρία ΓΕΩΧΗΜ ΑΕ είχε εισαγάγει και είχε πουλήσει στην εταιρία ΣΑΚΚΑΣ ΑΕ (πρώτη αναιρεσίβλητη) σπόρους austral από τη σπορομερίδα ΑUS/Ν12Π/040 (που τους πουλήθηκε για carmen).
Η παραμόρφωση φέρεται ότι συντελέστηκε, επί λέξει ως εξής: "Η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκτίμησε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της τα παραπάνω έγγραφα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα έγγραφα αυτά-σε συνδυασμό μεταξύ τους- προκύπτει ότι οι αντίδικοι δεν διακίνησαν τον επίμαχο σπόρο (σπορομερίδες)- χωρίς να τον προσδιορίζει, ενώ προκύπτει το αντίθετο, ότι δηλαδή είχαν ανάμιξη στη διακίνηση μέχρι να καταλήξει στα χέρια μας, δέχτηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από την εκτίμηση του περιεχομένου του προκύπτει, δεν προβάλλεται εσφαλμένη ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά η συναγωγή από αυτά, με εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ως ορθό.
Μετά απ' αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες που παρίστανται νόμιμα και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες αυτοί, λόγω της ήττας τους ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-11-2011 αίτησης αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες 2ο, 10ο, 11ο, 18ο, 19ο, 20ο, 23ο, 29ο, 31ο, 44ο, 45ο, 51, 52ο, 54ο, 57ο, 58ο, 59ο, 61ο, 67ο, 70ο, 80ο, 81ο, 83ο, 88ο, 95ο, 100ο και 102ο, ως προς τους οποίους διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή ασκείται από τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους τελευταίους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ