208/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 208 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2012
Legislator headnote
AI generated208/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 208 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 208 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα, της οποίας η άδεια ανεκλήθει οριστικώς από την Ανεξάρτητη Αρχή με την επωνυμία "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) λόγω παραβάσεως νόμου, και συνεχίζεται δια του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", νομίμως εκπροσωπούμενου, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. χήρας Π. Π., κατοίκου ..., 2. Β. χήρας Π. Π., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Χ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πάπαρη και κατέθεσαν προτάσεις 3. Π. Ξ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο 4. Κ. συζ. Π. Ξ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρου της Νικόλαου Πάπαρη, και κατέθεσε προτάσεις. και 5. Ά. Π. συζ. Χ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29994/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-8-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 10-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. Β'6033 και Β'6035/16-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ..., ακριβές αντίγραφο της από 24-8-2010 αιτήσεως αναιρέσεως με τις υπ' αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τρίτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Π. Ξ. και Ά. Π. αντίστοιχα. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο και συζητήθηκε οι άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατ' αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Επειδή, πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το Δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί. Εξάλλου ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τους απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε, δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Η παραβίαση κανόνα δικονομικής διάταξης δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκείς αιτιολογία), η όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά έλλειψη αναγόμενη αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλομένη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων που είναι ανέλεγκτη (αρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) εφόσον το εξ αυτών συναγόμενο είναι σαφές. Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 453 εδ.α' ΑΚ όταν οι ιδιότητες δανειστή και οφειλέτη ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο επέρχεται απόσβεση της ενοχής με σύγχυση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 483-Γεγονότα που ενεργούν αντικειμενικά. Η καταβολή που έγινε από ένα συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση δόσης αντί καταβολής, δημόσιας κατάθεσης, ... και συμψηφισμού. Απαίτηση ενός από τους συνοφειλέτες δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό κατά του δανειστή από τους λοιπούς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ -Γεγονότα που ενεργούν υποκειμενικά. Άλλα γεγονότα που συνέβησαν σ' έναν από τους συνοφειλέτες εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση δεν ενεργούν υπέρ ή κατά των λοιπών. Αυτό ισχύει ιδίως για την όχληση, την καταγγελία την υπερημερία, το πταίσμα, την αδυναμία παροχής στο πρόσωπο ενός συνοφειλέτη, την παραγραφή, τη διακοπή και την αναστολή της, τη σύγχυση και το δεδικασμένο.
Με το άρθρο 2 § 2 του Π.Δ. 264/1991 (ΦΕΚ Κ 98 τ.Α' 1.7.1991) "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις της [οδηγίας] 84/5 ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων", η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του Π.Δ. 237/198 6 (άρθρο 6 § 2 του ν. 489/197 6) αντικαταστάθηκε ως εξής: "Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου, του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο ανεξάρτητα από δεσμό συγγένειας. Κατά το άρθρο 4 του ίδιου Π.Δ. 264/1991 που τροποποίησε και αντικατέστησε το άρθρο 7 του ΠΔ 237/86, "δεν θεωρούνται" τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 § 1 και του άρθρου 6 § 2: α) 0 οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά, β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφάλισης, γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά ίου ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα". (8 4/5/ΕΟΚ αριθμός 3) Έτσι θεωρούνται τρίτοι και έχουν ευθεία αξίωση αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και οι συγγενείς του οδηγού του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία ή του προσώπου του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως ή έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 10 § 1 Π.Δ. 237/86). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ως άνω ασφάλιση γίνεται για να καλύψει την αστική ευθύνη των ασφαλισμένων προσώπων έναντι των τρίτων που ζημιώνονται και ότι τα πρόσωπα τα οποία ο νόμος θεωρεί τρίτους έχουν αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, εφόσον όμως έναντι αυτών ο ασφαλισμένος έχει υποχρέωση αποζημιώσεως, την οποία ακριβώς καλύπτει η σύμβαση ασφαλίσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 489/ 1976, όπως ισχύει και μετά την ως άνω αντικατάσταση της, ο οδηγός του ασφαλισμένου ζημιογόνου αυτοκινήτου, κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφαλίσεως, όπως και εκείνος που έχει καταρτίσει με τον ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια του άρθρου 6 § 2 του ίδιου νόμου, όπως προαναφέρθηκε, ώστε και αυτών να καλύπτεται με την ίδια σύμβαση, η ζημία τους. Έτσι, δεν υπάρχει υποχρέωση της ασφαλίζουσας το αυτοκίνητο εταιρίας για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των συγγενών τους, όπως δεν θα υπήρχε υποχρέωση αποζημιώσεως και σε περίπτωση τραυματισμού τους. Οι συγγενείς δε τούτων θεωρούνται μεν "τρίτοι", με αποτέλεσμα να έχουν ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά για τη ζημία που οι ίδιοι (συγγενείς) έχουν υποστεί και μόνο σε περίπτωση θανατώσεως αυτών συνεπεία του αυτοκινητικού ατυχήματος, δικαιούται η οικογένεια τους, να αξιώσει από την ασφαλιστική εταιρεία χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... Ακόμη η εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι η πρώτη και ο δεύτερος των εναγόντων και επικουρικά η πέμπτη ενάγουσα είναι οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος οδηγού Π. Π., υπαιτίου του ατυχήματος, ότι αυτοί υπεισήλθαν από τον χρόνο του θανάτου του (27-10-2005) λόγω κληρονομικής διαδοχής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του θανόντος δικαιοπαρόχου τους και επομένως και στην υποχρέωση αυτού να καταβάλει ως υπαίτιος οδηγός χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην οικογένεια της θανούσας Ά. Π., με τον τρόπο δε αυτό ενώθηκαν στα ίδια πρόσωπα οι ιδιότητες του δανειστή και οφειλέτη και επήλθε απόσβεση της υποχρεώσεως της εναγομένης με σύγχυση. Ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως δικαιούνταν να στραφούν εναντίον οποιουδήποτε από τους υπόχρεους για αποζημίωση, που ευθύνονται εις ολόκληρον, αφού η θανούσα συνεπιβάτης του οχήματος Ά. Π. θυγατέρα του υπαιτίου οδηγού Π. Π., εφόσον ήταν συγγενής του ασφαλισμένου θεωρείται τρίτο πρόσωπο και έχει ευθεία αξίωση αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής εταιρίας για τη ζημία που υπέστη η ίδια, λόγω δε θανάτου της κατά το ένδικο ατύχημα σύμφωνα με τη σκέψη που προαναφέρθηκε, η οικογένεια της έχει κατά της ασφαλιστικής εταιρίας αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Στη σχέση των υπόχρεων για αποζημίωση που ευθύνονται εις ολόκληρον η καταβολή που έγινε από ένα συνοφειλέτη καθώς και τα άλλα γεγονότα που αναφέρονται στο άρθρο 483 ΑΚ ενεργούν αντικειμενικά και απαλλάσσουν και τους υπόλοιπους συνοφειλέτες, ενώ τα γεγονότα που αναφέρονται στο άρθρο 486 ΑΚ μεταξύ των οποίων και η σύγχυση ενεργούν υποκειμενικά και δεν ενεργούν υπέρ ή κατά των λοιπών συνοφειλετών, εφόσον δεν επικαλέσθηκε η εναγομένη ότι προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση.
Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση η σύμπτωση των ιδιοτήτων δανειστή και οφειλέτη κατά το άρθρο 453 ΑΚ στα πρόσωπα των εναγόντων δεν ωφελεί την εναγομένη ενόψει της υποκειμενικής ενεργείας της σύγχυσης, όπως προαναφέρθηκε, η οποία δεν ενεργεί και υπέρ αυτής. Στην αντίθετη περίπτωση θα αναιρούνταν ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 489/76 που θεωρεί τα μέλη της οικογένειας του οδηγού "τρίτους" και παρέχει σ' αυτούς το δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο (βλ. Α. Κρητικό Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα εκδ. 1998 παρ. 1547, 1975, 2013) και επομένως ο ισχυρισμός και ο σχετικός λόγος εφέσεως της εναγομένης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακόμη η εναγομένη πρότεινε επικουρικά σε συμψηφισμό την αξίωση που ισχυρίζεται ότι διατηρεί σε βάρος της πρώτης, δεύτερου και πέμπτης των εναγόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του υπαιτίου οδηγού Π. Π. να της καταβάλουν αναγωγικά κάθε ποσό που τυχόν θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες λόγω του θανάτου της Ά. Π., κατά το μέρος που οι εκατέρωθεν αξιώσεις τους αλληλοκαλύπτονται ποσοτικά, για το λόγο ότι ο δικαιοπάροχός τους Π. Π. οδηγούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος το ασφαλισμένο σ' αυτή αυτοκίνητο υπό την επήρεια οινοπνεύματος και είχε συμφωνηθεί δυνάμει της ασφαλιστικής συμβάσεως ότι δεν θα καλύπτονται
ασφαλιστικά οι ζημίες που προκαλούνται από οδηγό του ασφαλισμένου αυτοκινήτου που τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Η πιο πάνω πρόταση συμψηφισμού δεν είναι νόμιμη, καθότι η εναγομένη δεν δικαιούται να προβάλει κατά του ζημιωθέντος τρίτου ενστάσεις από τη σύμβαση ασφαλίσεως και μάλιστα απαλλαγή της από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω μέθης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (βλ. αρθρ. 11 παρ.1 ν. 489/1976, Αθ. Κρητικού Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, εκδ.1998 παρ. 1969, 2002, 2093, 2094, 2098). Η ασφαλιστική εταιρία έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του υπαιτίου οδηγού ή κατά των κληρονόμων του, σε περίπτωση αποβιώσεως του τελευταίου, οι οποίοι ευθύνονται διαιρετά ανάλογα με το ποσοστό τους στην κληρονομία, το δικαίωμα δε αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρίας ασκείται με αυτοτελή αγωγή μετά την καταβολή της αποζημιώσεως στους ζημιωθέντες ή με παρεμπίπτουσα αγωγή, η οποία συνεκδικάζεται με την κύρια αγωγή αποζημιώσεως πριν από την καταβολή της αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 69 παρ. 1ε Κ.Πολ.Δ. Η παρεμπίπτουσα αγωγή αφορά αξίωση της ασφαλιστικής εταιρίας υπό αίρεση και επομένως πριν από την καταβολή της αποζημιώσεως η ασφαλιστική εταιρία δεν έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων. Στην προκειμένη περίπτωση που κρίνονται οι αξιώσεις των ζημιωθέντων από το ατύχημα και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγωγής της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της πρώτης, δεύτερου και πέμπτης των εναγόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του υπαιτίου οδηγού, αφού δεν καταβλήθηκε σ' αυτούς αποζημίωση που οφείλεται, η απαίτηση της φερομένης κατά των εναγόντων δεν είναι ληξιπρόθεσμη ώστε να είναι δυνατό να προταθεί σε συμψηφισμό (άρθρο 440 ΑΚ) και επομένως η πρόταση συμψηφισμού και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθούν.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την προβληθείσα ένσταση περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος λόγω του ότι ο ασφαλισμένος ο Π. Π. οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος γεγονός που αποκλείει ολοκληρωτικά κάθε αγωγική αξίωση του ιδίου και την διαδόχων του εναντίον της και κατ' επέκταση επιφέρει την απόσβεση λόγω σύγχυσης κάθε αξίωσης των πρώτης, δευτέρου και επικουρικά και της πέμπτης των εφεσιβλήτων συνέπεια του επιδίκου ατυχήματος, αφού αυτοί τυγχάνουν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του με αποτέλεσμα να ενωθούν στο πρόσωπό τους οι ιδιότητες τόσο των δανειστών ως συγγενής της θανούσας Ά. Π. όσο και του οφειλέτη ως καθολικοί διάδοχοι του θανόντος υπαιτίου οδηγού Π. Π.. Με τις άνω όμως παραδοχές του το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο εφέσεως της εκκαλούσας νυν αναιρεσείουσας και την με'αυτόν προβληθείσα ένσταση της απαλλαγής της λόγω συγχύσεως και τον απέρριψε. Ως εκ τούτου σύμφωνα και με την άνω μείζονα σκέψη ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια του αριθμού 8 του αυτού ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι με το να δεχθεί ότι στη σχέση των υποχρέων για αποζημίωση που ευθύνονται εις ολόκληρον η καταβολή που έγινε από ένα συνοφειλέτη καθώς και τα άλλα γεγονότα που αναφέρονται στο άρθρο 483 ΑΚ ενεργούν αντικειμενικά και απαλλάσσουν και τους υπόλοιπους συνοφειλέτες, ενώ τα γεγονότα που αναφέρονται στο άρθρο 486 ΑΚ μεταξύ των οποίων και η σύγχυση ενεργούν υποκειμενικά και δεν ενεργούν υπέρ ή κατά των λοιπών συνοφειλετών, εφόσον δεν επικαλέσθηκε η εναγόμενη ότι προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, ενώ η εκκαλούσα είχε προτείνει με τον πρώτο λόγο εφέσεως ότι ο θανών τελούσε κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος υπο την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,83% στο αίμα και σε κατάσταση μέθης γεγονός που σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους καταρτισθείσας ασφαλιστικής συμβάσεως, τους οποίους αυτός γνώριζε και αποδέχθηκε οδηγεί στην απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος λόγω του επιδίκου ατυχήματος και κατ' επέκταση και στην απόσβεση των κρινομένων αξιώσεων της πρώτης, δεύτερου και επικουρικά της πέμπτης των εφεσιβλήτων εναντίον της ως λόγο συγχύσεως, αφού αυτός (θανών) στα πλαίσια των εσωτερικών σχέσεων τους με τον δικαιοπάροχο τους Π. Π. αυτός δεν είχε δικαίωμα να αξιώσει οποιοδήποτε ποσό ως ασφάλισμα. Όπως όμως προκύπτει από τις άνω παραδοχές του Εφετείου η προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο εφέσεως, καθώς και την επικαλούμενη σχέση της με τον θανόντα ασφαλισμένο της Π. Π. εξαιτίας της μέθης υπό την οποία αυτός τελούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος και απέρριψε τον λόγο δεχθείσα ότι η προκληθείσα ένσταση σύγχυσης ενεργεί υποκειμενικά κατ' άρθρο 486 ΑΚ και ουχί αντικειμενικά κατ'άρθρο 483 ΑΚ. Ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια του αριθμού 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως αφού παραβιάζει αρθ.93 Συντ. και 305 αρ.4 και 340 εδ.β ΚΠολΔ και με αιτιολογίες ανεπαρκείς και αντιφατικές παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 453, 483 και 486 ΑΚ καθόσον ενώ αρχικά δέχεται ότι η εκκαλούσα δεν επικαλέσθηκε περιστατικά από την εσωτερική της σχέση με το δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων Π. Π. στη συνέχει δέχεται ότι η εκκαλούσα επικαλέσθηκε ως προς την σχέση της με τον Π. Π. τη μέθη του τελευταίου και την εξ αυτού του λόγου απαλλαγή της δυνάμει ρητού όρου της μεταξύ τους ασφαλιστικής συμβάσεως από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος τόσο ως προς αυτόν όσο και ως προς τους καθολικούς διαδόχους του ότι παρέλειψε να αναφέρει και να αιτιολογήσει "αν και για ποιους λόγους η μέθη του Π. Π. κατά το χρόνο επέλευσης του επιδίκου ατυχήματος και η λόγω αυτής απαλλαγή της (εκκαλούσα) από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος δυνάμει ρητού όρου της μεταξύ τους ασφαλιστικής συμβάσεως από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος τόσο ως προς αυτόν όσο και ως προς τους καθολικούς διαδόχους του. Ότι παρέλειψε να αιτιολογήσει αν η μέθη του οδηγού διαμορφώνει κάποια σχέση με την έννοια του άρθρου 486 εδ.β ΑΚ, ποιο το περιεχόμενο της σχέσης, τις συνέπειες και την έκταση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων της σύγχυσης στο πρόσωπό της κατ' άρθρο 486 ΑΚ και αν προκύπτει ή όχι η ένωση ιδιοτήτων δανειστού και οφειλέτη στο πρόσωπο των κληρονόμων του υπαίτιου θανόντος οδηγού. Επίσης με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι ευθέως παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 453, 483 και 486 ΑΚ αφού διέλαβε ότι η ένωση των ιδιοτήτων δανειστή και οφειλέτη στο πρόσωπο των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων και η συνεπεία αυτής απόσβεση των επιδίκων αξιώσεων για λήψη χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο της Ά. Π. δεν ενεργεί και υπέρ αυτής (αναιρεσείουσας) με την έννοια του άρθρου 486 εδ.β ΑΚ και δεν επιφέρει την απόσβεση των κρινομένων αξιώσεων των εφεσιβλήτων λόγο σύγχυσης και τούτο παρά το γεγονός ότι δέχθηκε ότι ο Π. Π. τελούσε κατά τον χρόνο του επιδίκου ατυχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος γεγονός που οδηγεί δυνάμει ρητού όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως σε απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος τόσο προς αυτούς όσο και προς κάθε καθολικό διάδοχο του γεγονότα που οδηγούν στην επέκταση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων της σύγχυσης και στο πρόσωπό της και σε απόσβεση όλων των κρινομένων αξιώσεών της καθό μέρος αυτές στρέφονται εναντίον της λόγω σύγχυσης κατ' άρθρο 453 ΑΚ. Οι άνω όμως συναφείς τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο με τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές του ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 453, 483, 486 ΑΚ. ερμήνευσε και εφάρμοσε με την προσβαλλομένη, διέλαβε δε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σ' όλα τα ζητήματα που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, η δε παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η εναγομένη "δεν επικαλέσθηκε ότι προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση" αναφέρεται βέβαια στη σχέση εκκαλούσας-ασφαλιστικής και των εφεσιβλήτων ως τρίτων, έναντι των οποίων σύμφωνα και με την άνω μείζονα σκέψη ουχί νομίμως προέβαλε την ένσταση αποσβέσεως των επιδίκων αξιώσεων λόγω σύγχυσης. Ως εκ τούτου ουδεμία αντίφαση υπάρχει σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "επικαλέσθηκε τη μέθη ως προς τη σχέση της με τον Π. Π.". Επίσης ο τρίτος λόγος και το μέρος που αιτιάται πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω παραβιάσεως των άρθρων 305 αρ.4 και 340 εδ.ζ ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος αφού πρόκειται για κανόνες δικονομικού όχι ουσιαστικού δικαίου, όπως απαιτεί η άνω διάταξη για να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 11 περ.1 του Ν. 489/1976 και 440 ΑΚ με το να κρίνει εσφαλμένα ότι η αναγωγή της αξιώσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά των εφεσιβλήτων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων και καθολικών αναδόχων του ασφαλισμένου της Π. Π. τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της καταβολής σ' αυτούς της αποζημιώσεως, ώστε να καταστεί αυτή ληξιπρόθεσμη. Με τις άνω όμως παραδοχές το Εφετείο ορθά τις άνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει ο άνω λόγος να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον οι εφεσίβλητοι είναι σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 και 7 Ν. 489/1976 τρίτοι οι οποίοι κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του Ν. 489/76 ασκούν ευθεία αγωγή εκ της παρ.1 του άρθρου 16 κατά της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, έναντι των οποίων δεν μπορεί αυτή (ασφαλιστική εταιρία) να προβάλει ενστάσεις από την μεταξύ αυτής και του ασφαλισμένου υπαίτια οδηγού ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον δεν έχει ασκήσει την παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή κατ' αυτών ως κληρονόμων του οδηγού του ασφαλισμένου ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Π. Π. ο οποίος οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος κατά παράβαση σχετικού όρου της καταρτισθείσας συμβάσεως ασφαλίσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" ως ειδικός εκ του νόμου διάδοχος της αναιρεσείουσας, ως ηττηθέν, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-8-2010 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α. για αναίρεση της 251/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" ως ειδικό εκ του νόμου διάδοχο της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ