Legislator Case Law & Legislation
208/2011 AI generated

208/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 208/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 208 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2011

Legislator headnote

AI generated

208/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 208 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2011

Keywords

AI generated
footpath and trail law right of way trunk road access road right of conduit boundary building easement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 208 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σαλαβράκο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Π. Γ. και 2. Δ. Π. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2005 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-2-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 8-12-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, οι αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (της 22-9-2010) κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο. Οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης προσκομίζουν τις 1754β/2-8-2007 και 1758β/2-8-2007 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … από τις οποίες προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 7-11-2007 και κλήση προς συζήτηση γι' αυτήν, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο διαδοχικά για τις δικασίμους της 17-12-2008, 29-4-2009 καθώς και για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για τις μετά αναβολή δικασίμους, αφού η αναβολή από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως γι' αυτούς, οι οποίοι, άλλωστε, νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητεύτηκαν με επίσπευση των αντιδίκων τους για τις δικασίμους της 17-12-2008 και 29-4-2009, αφού, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 2857β, 2856β/8-10-2008, 3240β και 3241β/27-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, ακριβές αντίγραφο των από 2-10-2008 και 23-2-2009, αντίστοιχα, κλήσεων των αναιρεσείοντων προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τις αμέσως πιο πάνω δικασίμους επιδόθηκε νομότυπα σ' αυτούς.

Επομένως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σα να ήταν και αυτοί παρόντες.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 του ΑΚ προκύπτει ότι επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, εξαιτίας της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου φέρει το βάρος να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση αυτού από τον κύριο του δεσπόζοντος.

Τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα είναι και η δουλεία οδού. Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974 και 975 του ιδίου Κώδικα, για την κτήση πραγματικής δουλείας οδού με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται οιονεί νομή επί εικοσαετία, η οποία προϋποθέτει φυσική εξουσίαση του κυρίου του δεσπόζοντος σε μέρος του δουλεύοντος, θέληση του οιονεί νομέα να ασκεί την εξουσίαση αυτή με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή όπως αρμόζει σε κύριο δεσπόζοντος και κατεύθυνση της θελήσεως αυτής σε ξένο πράγμα.

Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ' άρθρο 1051 ΑΚ, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με τα … και …/5-1-1991 συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Ευθυμίας Στρατιακοπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι ενάγοντες Δ. Κ. και Γ. Κ. απέκτησαν ο καθένας τους, αντίστοιχα, από τον πατέρα τους Α.

Κ., κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, την .ψιλή κυριότητα ενός αγροκτήματος 4,5 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, το οποίο συνορεύει κατά τους τίτλους κτήσεως, με ιδιοκτησίες ανατολικά Γ. Ν.Π., δυτικά με Δ. Σ., βόρεια με κληρονόμων Π.Γ. και νότια με κληρονόμων Ι.

Σ. και Δ. Σ.. Ο πατέρας των εναγόντων Α. Κ. είχε αποκτήσει την ψιλή κυριότητα του αγροκτήματος από κληρονομιά του πατέρα του Δ. Κ., που πέθανε το έτος 1953, το δε έτος 1962 μετά τον θάνατο και της μητέρας του Ό. χας Δ. Κ., η οποία παρακρατούσε το δικαίωμα της επικαρπίας εφόρου ζωής, κατέστη αποκλειστικώς κύριος του αγροκτήματος.

Το 1991 αποβίωσε ο πατέρας των εναγόντων, ο οποίος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, είχε παρακρατήσει για τον εαυτό του δικαίωμα επικαρπίας του ως άνω αγροκτήματος για το υπόλοιπο της ζωής του και έτσι από τότε οι ενάγοντες απέκτησαν κατά πλήρη συγκυριότητα και κατά το πιο πάνω ποσοστό έκαστος το ως άνω ακίνητο.

Οι εναγόμενοι είναι συγκύριοι και συννομείς κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ελαιοπεριβόλου, εκτάσεως 4 περίπου στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στην θέση … της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … . Το ακίνητο αυτό συνορεύει με ιδιοκτησίες, νότια των εκκαλούντων, δυτικά Δ. Σ., βόρεια Π. Σ. (πρώην Ν. Τ.) και ανατολικά Σ.

Π. και Π. συζύγου Χ. Π. και περιήλθε στους ως άνω εναγομένους με άτυπη δωρεά του πατέρα τους Π. Γ., ο οποίος τους μεταβίβασε την νομή του ακινήτου από το έτος 1973 και πριν από αυτούς, κύριος του ακινήτου ήταν ο δικαιοπάροχος πατέρας τους από το έτος 1958, ο οποίος είχε αγοράσει το ως άνω ακίνητο από τον Χ. Κ. με το υπ' αριθμ.

…/27-11-1958 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας Νικολάου Πετρόπουλου. Το ακίνητο των εναγόντων συνορεύει βόρεια με το ακίνητο των εναγομένων. Για να επικοινωνούν με το πιο πάνω ελαιοπερίβολό τους οι εναγόμενοι από τον νοτίως διερχόμενο αγροτικό δρόμο, να μεταφέρουν σ' αυτό λιπάσματα και διάφορα άλλα γεωργικά εφόδια και ν' αποκομίζουν τον ελαιόκαρπο από το έτος 1973 που απέκτησαν το ακίνητο τους και πριν από αυτούς ο δικαιοπάροχος πατέρας τους από το έτος 1958, χρησιμοποιούσαν ως δίοδο το ανατολικότερο εδαφικό τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων, δίπλα στο όριο με την ιδιοκτησία Π..

Ειδικότερα από την Εθνική οδό …-…, που βρίσκεται ανατολικότερα των ιδιοκτησιών των διαδίκων, εισέρχονταν σε ένα διαμορφωμένο μονοπάτι, το οποίο διερχόταν κατά μήκος της νότιας πλευράς αρχικά της ιδιοκτησίας Π. και στη συνέχεια της ως άνω ιδιοκτησίας των εναγόντων και κατέληγε στην ιδιοκτησία του Α. Σ..

Στο σημείο που τελειώνει η ιδιοκτησία Π. και στην ανατολική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων, οι εναγόμενοι και τρίτοι που ενεργούσαν κατ' εντολή και για λογαριασμό τους, έκαμπταν βόρεια και διερχόμενοι στην άκρη της ανατολικής πλευράς του ακινήτου των εναγόντων σε μήκος 35 μέτρων και έφθαναν στο ακίνητο τους.

Χρησιμοποιούσαν δε με διάνοια δικαιούχων πραγματικής δουλείας διόδου σε πλάτος 1.5 μέτρων (και σε μήκος 35 μέτρων). Οι ως άνω διελεύσεις των εναγομένων γίνονταν με τα πόδια και με ζώα φορτωμένα ή όχι, σε πλάτος 1,5 μέτρου, όσο δηλαδή είναι αναγκαίο για να διέλθει φορτωμένο ζώο. Η ως άνω εδαφική λωρίδα διελεύσεως των εναγομένων, συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Γ.

Π., δυτικά με την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγόντων, βόρεια με ιδιοκτησία των εναγομένων και νότια με οδό που παραχώρησε ο Α. Κ. στον Δ. και την Π. Σ.. Η εδαφική αυτή λωρίδα ακόμη και σήμερα είναι ακαλλιέργητη και ελαφρά υπερυψωμένη, σε σχέση με το υπόλοιπο ακίνητο των εναγόντων, το οποίο καλλιεργείτο και στη δυτική της πλευρά υπάρχει ένα αυλάκι.

Οι άνθρωποι και τα ζώα που περνούσαν από την εδαφική αυτή λωρίδα πατούσαν και το πρανές του αυλακιού ή και ολόκληρο το αυλάκι. Στις 24-1-1975 ο πατέρας των εναγόντων Α. Κ. ως ιδιοκτήτης τότε του ακινήτου των εναγόντων, συμφώνησε με τον Δ. Σ. και την σύζυγο του Π. (Σ.), στην οποία είχε περιέλθει κατά κυριότητα το ακίνητο του Α.

Σ., που βρίσκεται δυτικά του ακινήτου των εναγόντων, να τους παραχωρήσει δρόμο πλάτους 2,5 μέτρων κατά μήκος της νότιας πλευράς του ακινήτου του, εκεί που υπήρχε προηγουμένως το μονοπάτι. Οι ως άνω Δ. και Π. Σ., είχαν ολοκληρώσει την διαμόρφωση του δρόμου αυτού και της συνέχειάς του μέχρι την Εθνική οδό …-… μέχρι την 12-6-1975, όταν λήφθηκε η υπό Κωδ.

Αριθ. 81031/12-6-1975 αεροφωτογραφία της περιοχής του Υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, που προσκομίζεται από τους ενάγοντες, την γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι. Στην αεροφωτογραφία αυτή φαίνεται σαφώς διαμορφωμένος δρόμος για τροχοφόρα καθ' όλο το μήκος της νότιας πλευράς των ιδιοκτησιών Π.

και Κ. μέχρι την ιδιοκτησία Σ., αντιθέτως δεν εμφανίζεται αντίστοιχος δρόμος κατά μήκος της ανατολικής πλευράς της ιδιοκτησίας των εναγόντων, στο όριο με την ιδιοκτησία Π.. Επίσης στο ακίνητο των εναγομένων δεν υπάρχει η σταυλαποθήκη που υπάρχει σήμερα εκεί. Μετά το έτος 1980 οι εναγόμενοι άρχισαν να διέρχονται με διάνοια δικαιούχων πραγματικής δουλείας και με τρακτέρ για τις καλλιεργητικές ανάγκες του ακινήτου τους και στο ακίνητο τους κατασκεύασαν μία σταυλαποθήκη.

Από εκεί περνούσαν 3 ή 4 φορές το χρόνο, με μεγάλη δυσκολία λόγω της μορφολογίας της επίδικης λωρίδας, δεδομένου ότι το έδαφος ήταν επικλινές και όχι απολύτως ομαλό, αλλά και της υπάρξεως ενός δένδρου, αγκορτσιάς, που βρισκόταν δυτικότερα της γράνας και η ύπαρξη του μετά βίας επέτρεπε την διέλευση τρακτέρ, του οποίου οι τροχοί προς την πλευρά που ήταν το αυλάκι, πατούσαν στο πρανές αλλά και στην κοίτη του αυλακιού.

Έτσι δημιουργήθηκε ένας υποτυπώδης δρόμος, ο οποίος εμφανίζεται στην 143808/1-7-1982 αεροφωτογραφία της περιοχής του Υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος που προσκομίζουν οι ενάγοντες, στην οποία και εμφανίζεται και η σταυλαποθήκη που κατασκεύασαν εν τω μεταξύ οι εναγόμενοι. Από όλα τα ιστορούμενα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εναγόμενοι μετά το έτος 1980 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (στις 13-10-1995) διήρχοντο από την επίδικη εδαφική λωρίδα με τα πόδια και με ζώα φορτωμένα ή όχι σε πλάτος 1,5 μέτρων όπως διήρχοντο από το έτος 1963, αλλά και με τρακτέρ σε πλάτος 2,5 μέτρων.

Οι διελεύσεις των εναγομένων στην λωρίδα πλάτους 1,5 μέτρων γίνονταν από το έτος 1963 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής με διάνοια δικαιούχων δουλείας διόδου και ως εκ τούτου με την πάροδο του νομίμου χρόνου των 20 ετών αυτοί απέκτησαν δουλεία διόδου στην λωρίδα αυτή με έκτακτη χρησικτησία. Αντίθετα για το επί πλέον πλάτος της λωρίδας 1 μέτρου (μέχρι τα 2,5 μέτρα), η οποία βρίσκεται δυτικά συνεχόμενα και παράλληλα προς την λωρίδα πλάτους 1,5 μέτρων, οι διελεύσεις γίνονταν (και με τρακτέρ) από το έτος 1980 μέχρι την άσκηση της αγωγής (13-10- 1995), δηλαδή για χρονικό διάστημα 15 ετών και ως εκ τούτου μέχρι την άσκηση της αγωγής οι εναγόμενοι δεν είχαν αποκτήσει δικαίωμα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον δεν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος των 20 ετών.

Ακολούθως το Εφετείο, απορρίπτοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που αναγνώρισε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες συγκύριους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της επίδικης εδαφικής λωρίδας μήκους 35 και πλάτους 2,5 μέτρων εμβαδού 87,50 τ.μ. και επίσης αναγνώρισε ότι το δυτικό τμήμα της λωρίδας αυτής πλάτους ενός και μήκους τριάντα πέντε μέτρων δεν βαρύνεται με δικαίωμα δουλείας διόδου υπέρ του βορείως ευρισκομένου ακινήτου συνιδιοκτησίας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, απαγόρευσε δε στους τελευταίους κάθε μελλοντική πράξη διατάραξης του δικαιώματος συγκυριότητας των αντιδίκων τους επί του τμήματος αυτού του ακινήτου τους.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της με διάνοι δικαιούχων εξουσιάσεως της επίδικης εδαφικής λωρίδας πλάτους 1,5 μ. και μήκους 35 μ. από τους αναιρεσιβλήτους και δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες ορθά εφάρμοσε και έτσι οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος, μέρος πρώτο, λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, μέρος δεύτερο, λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία ο καθαρισμός, η λίπανση και η συγκομιδή των καρπών, που απαιτείται για την καλλιέργεια του ελαιοπεριβόλου των αναιρεσιβλήτων, εκτάσεως 4 στρεμ.

Απαιτεί τουλάχιστον 40 καλλιεργητικές ημέρες ετησίως, ενώ οι ελάχιστες διελεύσεις (3 ή 4 ετησίως) που το Εφετείο αναγνωρίζει σ' αυτούς δεν δύνανται να εδραιώσουν νόμιμο δικαίωμα πραγματικής δουλείας, το οποίο προβλέπεται από κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός από τον αριθ.1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα εκτιθέμενα σ' αυτόν δεν έχουν τον χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που προεκτέθηκε και, σε κάθε περίπτωση, με τον λόγο αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-2-2006 αίτηση των Δ. Κ. κ.λπ. για αναίρεση της 128/2005 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ