208/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated208/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι ούτε τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που θεμελίωσαν την κρίση της για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αναφέρουν, ούτε την έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε βάσει των ως άνω εκτιθέμενων παραδοχών, διαλαμβάνουν.
Full text
Απόφαση 208 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 208/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σάμπαλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μουρκόγιαννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ορχομενού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2005 αίτησή τους και με τους από 1-10-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3-11-2005 αιτήσεως και των από 1-10-2007 προσθέτων λόγων αναιρέσεως της 94/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, που εκδόθηκε σε έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 1/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ορχομενού, η πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται σ' αυτήν η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Περαιτέρω, με τον πέμπτο κύριο και πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην ίδια απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όλοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν περιέχονται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως είναι η προσβαλλόμενη απόφαση.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, σε περίπτωση που η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), πρέπει, πλην άλλων, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφρασε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής (ΟλΑΠ 27/1998 και 20/2005) καθώς και η έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε βάσει αυτών.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο κύριο και πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την ερειδόμενη σε έκτακτη χρησικτησία, ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1033 του ΑΚ, οι οποίες επιβάλλουν τη σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου για τις εμπράγματες συμβάσεις επί ακινήτων, με τις παραδοχές αυτής ότι "το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του παππού της ενάγουσας Ψ, ο οποίος μετά τον επισυμβάντα κατά το έτος 1941 θάνατο του κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του, τα οποία στη συνέχεια διένειμαν ατύπως την κληρονομιαία περιουσία και το επίδικο περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον πατέρα της ενάγουσας Ψ2".
Ωσαύτως, με τους τρεις πρώτους πρόσθετους λόγους αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 1045 ΑΚ, που συνίσταται στο ότι αυτή δέχθηκε "ότι μεταξύ των κληρονόμων Ψ έλαβε δήθεν άτυπος διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας και ότι εν συνεχεία παραχωρήθηκε το επίδικο στην ενάγουσα, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής η ενάγουσα δεν αναφέρει για διανομή κληρονομιάς, ότι κατά το έτος 1954 ο πρώτος αγόρασε με άτυπη μεταβίβαση ότι ο Χ1 δεν έχει αγοράσει όπως ισχυρίζεται από το 1954 ολόκληρη τη κληρονομιαία περιουσία του Ψ..".
Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι ούτε τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που θεμελίωσαν την κρίση της για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αναφέρουν, ούτε την έννομη συνέπεια, η οποία καταγνώσθηκε βάσει των ως άνω εκτιθέμενων παραδοχών, διαλαμβάνουν.
III. Με τον έκτο κύριο και πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.1 εδ.α' του άρθρου 560 (και όχι 559 όπως εσφαλμένα αναγράφεται) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1045 και 249 του ΑΚ, που συνίσταται στο ότι "το δικαστήριο εδέχθη ότι στο πρόσωπο της ενάγουσας υφίστανται οι προϋποθέσεις της εκτάκτου χρησικτησίας, ενώ οι προϋποθέσεις αυτές δεν υφίσταντο, αφού η ενάγουσα ουδεμία πράξη νομής άσκησε στο επίδικο. Αντιθέτως, δεν εφάρμοσε του ίδιους κανόνες καίτοι υφίσταντο οι πραγματικές προϋποθέσεις στο πρόσωπο του πρώτου από εμάς και όχι νομίμως απέρριψε τις ενστάσεις μας περί ιδίας κυριότητας και παραγραφής, ενώ απεδείχθη ότι ο πρώτος από εμάς εκτελούσε συνεχώς και αδιαλείπτως εμφανείς πράξεις νομής υπό τα βλέμματα της ενάγουσας, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους της αιτιολογία". Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων πλήττουν αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχοτου Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
IV. Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 560 αρ.1 εδ.β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, μόνο αν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα εν λόγω διδάγματα για την εφαρμογή κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο κύριο και πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 560 (και όχι από το 559 που εσφαλμένα αναγράφεται) αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ για παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των άρθρων 974, 1045 και 249 του ΑΚ και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και συγκεκριμένα ότι α) "ενώ απεδείχθη ότι οι κληρονόμοι Ψ, λόγω μεταναστεύσεως του μεταβίβασαν ατύπως στον πρώτο από εμάς όλα τα αγροκτήματα τους, έπρεπε να δεχθεί η προσβαλλόμενη, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι στη μεταβίβαση αυτή περιλαμβάνεται και το επίδικο, αλλά παρέλειψε αυτή να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά για να ανεύρει την αληθή έννοια του άρθρου 1045 ΑΚ και να υπαγάγει σε αυτή τα πραγματικά γεγονότα της ασκήσεως νομής στο επίδικο από τον πρώτο ημών", και β) εσφαλμένα χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 249 και 1045 ΑΚ, διότι δέχθηκε ότι "ο δήθεν δικαιοπάροχος της ενάγουσας ασκούσε επίβλεψη ορίων του επίδικου ακινήτου και ότι ο πρώτος από μας εμφανίζεται να ασκεί ευκαιριακά διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου και ότι η ενάγουσα δεν τον είχε εμποδίσει σκεπτόμενη καλοπροαίρετα, ενώ τα διδάγματα της κοινής πείρας διδάσκουν ότι ο έχων δικαιώματα επί ακινήτου, σε περιοχή που από τριακονταετίας αναπτύσσεται τουριστικώς, ενεργεί κάποια εμφανή πράξη στο ακίνητο αυτό και ότι ο επισκεπτόμενος την περιοχή και μη αντιδρών σε εμφανείς πράξεις διακατοχής ομολογεί ανυπαρξία δικαιωμάτων ή σημαίνει τουλάχιστον αδράνεια ή αδιαφορία, που συνεπάγεται αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του".
Οι λόγοι αυτοί, όπως διατυπώνονται, αναφέρονται σε εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, και όχι κατά την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ή την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της επίδικης διαφοράς, γι1 αυτό και πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2005 αίτηση και τους από 1-10-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως της 94/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ