Supreme Court reverses lower court ruling on causation between workplace disputes and fatal heart attack.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of Thessaloniki's decision regarding a fatal heart attack caused by workplace conflicts. The lower court had accepted that arguments between the deceased and bank employees were the direct cause of two consecutive heart attacks. The Court found this conclusion violated the principle of common experience, noting that disputes do not logically necessitate a fatal heart attack without prior underlying conditions like arterial sclerosis. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 922, 297, 298 of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews lower court findings on causation between a wrongful act and damage; if the lower court fails to apply the principle of common experience correctly, the decision is annulled and the case remanded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 208 / 2006 (Α, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 208/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Βασίλειο Ρήγα και Ιωάννη Παπανικολάου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1)Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, η οποία έχει την έδρα της στην Αθήνα και νόμιμο εκπρόσωπο τον κ. Θ. Κ., κάτοικο ..., Πρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου και Διοικητή της, 2)Ά. Τ., κατοίκου ... και 3)Κ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κίμωνα Βορίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. χήρας Λ. Κ., 2) Ε. Κ. του Λ. και 3) Θ. Κ. του Λ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Λαδά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 141/ΤΠ/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3156/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-1-2004 αίτησή τους και τους από 10-8-2005 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Βερέτσος ανέγνωσε την από 22-8-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297 και 298 ΑΚ προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη μεταξύ του ιδρυτικού λόγου ευθύνης (ζημιογόνου γεγονότος) και της ζημίας, αιτιώδους συναφείας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική των πραγμάτων πορεία, το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγομένη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του εδ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
Περαιτέρω από το άρθρο 922 ΑΚ που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του, συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον, όχι μόνον κατά την εκτέλεση της αναταθείσας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η συμπεριφορά αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.
Τέλος από το άρθρο 926 ΑΚ συνάγεται ότι όταν οι πράξεις ή οι παραλείψεις πλειόνων, οι οποίοι ενήργησαν από κοινού ή διαδοχικώς, ή αδράνησαν, επέφεραν σωρευτικώς τη ζημία, καθένας από αυτούς ενέχεται εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντος και δεν απαλλάσσεται της ευθύνης εκ του ότι μόνη η ιδική του θετική ή αρνητική ενέργεια, χωρίς τη συνδρομή και των λοιπών, δεν θα επέφερε τη ζημία είτε και εκ του ότι δεν δύναται να εξακριβωθεί τίνος εκ τούτων η πράξη επέφερε τη ζημία.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Ο Γ. Μ. ο οποίος κατά τα έτη 1998 και 1999 ασκούσε καθήκοντα διευθυντή του καταστήματος της πρώτης αναιρεσείουσας Εθνικής Τράπεζας, στην Κρύα Βρύση Ν. Πέλλας, έχοντας σκοπό κατ' επίφαση το όφελος της Τράπεζας αλλά στην πραγματικότητα την εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων, επισκεπτόταν το χωριό Αγγελοχώρι Ν.
Ημαθίας. Και εκεί, εκμεταλλευόμενος την ανάγκη πολλών προσώπων για λήψη δανείου μικρών ποσών (500.000-1.000.000 δρχ.), κατάρτιζε συμβάσεις πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, τις οποίες υπέγραφαν οι ενδιαφερόμενοι, καθώς και οι εγγυητές αυτών, και σε άλλη επίσκεψη που πραγματοποιούσε, τους απέδιδε τα χρήματα, τα οποία ήταν λιγότερα απ' αυτά που ανέγραφε αυτός στις πιο πάνω συμβάσεις, που ήταν λευκές κατά περιεχόμενο, και έτσι με αυτόν τον τρόπο καρπωνόταν τη διαφορά.
Με τον τρόπο αυτό ο Γ. Μ. εκμεταλλευόμενος και την ιδιότητά του ως διευθυντή υποκαταστήματος της πρώτης αναιρεσείουσας αλλά και την άγνοια των κατοίκων της περιοχής, όντων στη μεγάλη πλειοψηφία αγροτών, ως προς τις τραπεζικές διαδικασίες, με συνέπεια να μη γνωρίζουν αυτοί ότι οι ενέργειες αυτού ήσαν αντίθετες με τις πάγιες οδηγίες και εντολές της πρώτης αναιρεσείουσας πέτυχε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, στα πλαίσια δε αυτά κινούμενος έπεισε πολλούς να υπογράφουν εικονικά ως πιστούχοι και εγγυητές, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τρίτα πρόσωπα, που δεν πληρούσαν, σύμφωνα με τα τραπεζικά κριτήρια, τις προϋποθέσεις για να λάβουν χρηματοδότηση, με τη συμφωνία ότι οι ως άνω εικονικοί πιστούχοι και εγγυητές δεν θα είχαν καμία υποχρέωση και ευθύνη από τις συμβάσεις αυτές.
Πλην και σ' αυτές τις συμβάσεις ο Γ. Μ. άφηνε κενή την ένδειξη του ποσού, την οποία συμπλήρωνε εκ των υστέρων, με μεγαλύτερα ποσά απ' αυτά που απέδιδε στους έμμεσα χρηματοδοτουμένους, παρακρατώντας ο ίδιος τη διαφορά. Επίσης ο ίδιος σε περίπτωση που δεν εύρισκε εγγυητές να υπογράφουν τις συμβάσεις πίστωσης, πλαστογραφούσε ο ίδιος τις υπογραφές προσώπων που γνώριζε, καθώς και τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνταν (φορολογικές ενημερότητες και ασφαλιστικές βεβαιώσεις).
Αυτοί δε που χρηματοδοτούνταν παρέδιδαν τις οφειλόμενες δόσεις στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος συμπλήρωνε τη διαφορά και κατέβαλε στην πρώτη αναιρεσείουσα τα πράγματι οφειλόμενα ποσά, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω δανειολήπτες να μη λαμβάνουν ειδοποίηση από τη Τράπεζα και έτσι να μη γνωρίζουν ότι στην πραγματικότητα όφειλαν μεγαλύτερα ποσά.
Με τον τρόπο δε αυτό ο Γ. Μ. εμφάνιζε στη πρώτη αναιρεσείουσα αύξηση του κύκλου των εργασιών της, ως συνέπεια των προσπαθειών του. Μέσα λοιπόν στο κλίμα αυτό και στα πλαίσια της πιο πάνω δράσης του Γ. Μ., ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων σύζυγος και πατέρας τους Λ. Κ., που ασχολούνταν με το εμπόριο ξυλείας και με αγροτικές εργασίες υπέγραψε τις εξής συμβάσεις πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό 1) ως πιστούχος την υπ' αριθμ. 842/9-1-98 σύμβαση, δρχ. 2.500.000 και στη συνέχεια την υπ' αριθμ.842-1/26-5-98 πρόσθετη αύξηση της πίστωσης, κατά 5.000.000 δρχ.
δηλαδή συνολικά δρχ. 7.500.000, και τέλος την υπ' αριθμ. 842.2/20-3-99 πρόσθετη αύξηση πίστωσης, για δρχ. 2.500.000 και συνολικά 10.000.000 δρχ. 2) ως εγγυητής την υπ' αριθμ. 882/28-9-98 σύμβαση πίστωσης, ποσού δρχ. 7.000.000, με εικονικό πιστούχο τον Α. Π. και πραγματικό τον Α. Δ., κατά δε τη συμφωνία του Γ. Μ. με τον ως άνω Κ., ο εικονικός πιστούχος δεν θα ευθυνόταν για την πληρωμή του ποσού της πίστωσης αυτής, και 3) ως εγγυητής στην υπ' αριθμ. 975/5-2-99 σύμβαση ποσού 500.000 δρχ., με πιστούχο τον Γ.
Δ., πλην όμως, ύστερα από πλαστογράφηση της σχετικής γραπτής σύμβασης, ως προς το ποσό, εμφανιζόταν ότι η ευθύνη του πιο πάνω δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ανερχόταν σε 7.000.000 δρχ. Όμως ύστερα από καταγγελίες αγνώστων για την προαναφερθείσα συμπεριφορά του Γ.Μ. που έλαβε χώρα το Δεκέμβριο του 1999, αυτός αποσπάσθηκε στη Σκύδρα, και ακολούθως μετά από δύο μήνες τέθηκε σε διαθεσιμότητα, για να απολυθεί οριστικά το Μάϊο του 2001.
Η πρώτη αναιρεσείουσα προέβη στην απομάκρυνση του Γ. Μ. γιατί, ύστερα από έρευνα που διενήργησε, διαπίστωσε ότι αυτός προέβαινε σε χρηματοδοτήσεις, ενεργώντας αντίθετα από τους κανονισμούς που ισχύουν για την περίπτωση αυτή και γιατί δεν φρόντιζε να λαμβάνει τις αναγκαίες ασφάλειες (εγγυήσεις, προσημειώσεις ακινήτων των οφειλετών, υποθήκευση αυτών).
Περαιτέρω η πρώτη αναιρεσείουσα αφού προέβη αρχικά στην απόσπαση του Γ. Μ. από το κατάστημά της στην Κρύα Βρύση σ' αυτό στη Σκύδρα, μολονότι τα αρμόδια όργανά της γνώριζαν την παράνομη συμπεριφορά αυτού και ότι εξ αιτίας αυτής είχαν εμπλακεί πολλά πρόσωπα, άρχιζε να καλεί εγγράφως τους φερόμενους ως οφειλέτες να αναγνωρίζουν τις οφειλές τους, πλην όμως οι τελευταίοι αρνήθηκαν να πράξουν τούτο και αντ' αυτού ζήτησαν απ' αυτή να τους παραδώσει αντίγραφα των συμβάσεων, τις οποίες υπέγραψαν, ώστε να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους, πλην όμως τα αρμόδια όργανά της αρνήθηκαν να πράξουν τούτο.
Στα πλαίσια αυτής της τακτικής της απέστειλε στο δικαιοπάροχο των εναγόντων, Λ. Κ., κατά μήνα Αύγουστο του 2000, την υπ' αριθμ. 57407 ειδοποίηση, προς δε τους φερόμενους ως πρωτοφειλέτες Π. Λ., Π. Α., Π. Π., Π. Β. και Δ. Α., τις υπ' αριθμ. 57527, 57517, 35320, 35316, 35169 ειδοποιήσεις αντίστοιχα, επίσης κατά μήνα Νοέμβριο απέστειλε η πρώτη αναιρεσείουσα στον ως άνω δικαιοπάροχο των αναιρεισιβλήτων τις υπ' αριθμ. 1074, 1075, 1077, 1078, 1081, 1084, 1085, 1090 και 1094/30-10-2000 επιστολές-ειδοποιήσεις, τις οποίες επίσης έστειλε και στους πρωτοφειλέτες Α.
Δ., Σ. Δ., Α. Π., Κ. Ρ., Ι. Σ., Γ. Κ., Χ. Κ., Κ. Π. και Κ. Κ.. Όλες δε οι ανωτέρω ειδοποιήσεις αφορούν περιπτώσεις εγγυήσεως σε συμβάσεις πίστωσης συνολικού ύψους 50.436.077 δρχ. που δεν έχει υπογράψει ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων εκτός από την υπ' αριθμ.1077 ειδοποίηση που αφορά την υπ' αριθμ. 882/28-9-98 πίστωση με εικονικό πιστούχο τον Α.
Π. και εικονικό εγγυητή τον ίδιο, ύψους 5.986.462 δρχ. Εν τω μεταξύ τα αρμόδια όργανα της πρώτης αναιρεσείουσας προκειμένου να αποφύγουν φασαρίες από τους εμπλεκομένους από την εκτεθείσα συμπεριφορά του Γ. Μ. είχαν μεταφέρει όλους τους φακέλους που αφορούσαν αυτούς, από τα κατάστημά της, στη Σκύδρα σ' αυτό των Γιαννιτσών, όπου υπηρετούσαν οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες.
Περαιτέρω, η πρώτη αναιρεσείουσα κοινοποίησε στον ως άνω Λ. Κ. τις καταγγελίες των συμβάσεων υπ' αριθμ. 934/24-3-99, 861/3-6-98 και 861-1/13-8-98 με πρωτοφειλέτες τους Α. Β. και Γ. Π. και εγγυητή τον ίδιο, που αφορούσαν ποσά εκ δρχ. 12.092.896 δρχ. Ακολούθως η ίδια απέστειλε την υπ' αριθμ. 1146/2-11-2000 επιστολή, ύψους 4.203.231 δρχ., που προερχόταν από την υπ' αριθμ. 842-2/29-3-99 σύμβαση πίστωσης.
Ο Λ. Κ. έχοντας θορυβηθεί έντονα από όλες αυτές τις επιστολές που έλαβε από την Τράπεζα, στην οποία φέρεται ότι οφείλει περίπου 72.167.175 δρχ., ενώ αυτός γνώριζε ότι οφείλει πολύ λιγότερα, και συγκεκριμένα δρχ. 10.189.693, επισκέφθηκε το κατάστημα της πρώτης αναιρεσείουσας στα Γιαννιτσά, όπου έθεσε στα αρμόδια όργανα αυτής και συγκεκριμένα στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες την εμπλοκή του, όπως και πολλών άλλων από την παράνομη συμπεριφορά του Γ.
Μ. και ζήτησε να λάβει αντίγραφα των συμβάσεων στις οποίες εμπλέκεται, προκειμένου να υπερασπίσει τον εαυτό του, πλην οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι οι οποίοι γνώριζαν τι είχε συμβεί στην πραγματικότητα, αφού, είχε επακολουθήσει η απομάκρυνση του Γ. Μ. κατά το Δεκέμβριο του 1999, από το κατάστημα της Κρύας Βρύσης, στο κατάστημα της Σκύδρας, λόγω της προεκτεθείσας συμπεριφοράς του, γεγονός το οποίο είχαν οπωσδήποτε πληροφορηθεί, λόγω της γειτνίασης των καταστημάτων της Κρύας Βρύσης και των Γιαννιτσών, αρνήθηκαν να πράξουν τούτο, πλην εάν αυτός αναγνώριζε τις οφειλές αυτές, για τις οποίες του επέστησαν την προσοχή ότι έπρεπε να ρυθμίσει, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση κατά περιουσιακών του στοιχείων.
Ακολούθως η πρώτη αναιρεσείουσα εξέδωσε σε βάρος του Λ. Κ. τις υπ' αριθμ. 276 και 279/2000 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με τις οποίες επιτασσόταν να πληρώσει αυτός αντίστοιχα 5.772.335 και 6.320.561 δρχ. Αφορούσαν δε οι πιο πάνω διαταγές πληρωμής τις υπ' αριθμ. 934/24-3-99,861/3-6-98 και 861/13-8-98 συμβάσεις πίστωσης, με πρωτοφειλέτες τον Α.
Β. και Γ. Π. και εγγυητή τον ίδιο, τις οποίες όμως ο ίδιος δεν είχε υπογράψει, αλλ' ούτε γνώριζε τους φερόμενους ως πρωτοφειλέτες, όπως άλλωστε συνέβη με τις περισσότερες από όλες τις προαναφερθείσες συμβάσεις που φέρεται ότι εγγυήθηκε αυτός. Με βάση δε τις πιο πάνω διαταγές πληρωμής η πρώτη αναιρεσείουσα επέσπευσε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας του Λ.
Κ., με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά το 1/2 διαμερίσματός του, που βρίσκεται στην περιοχή "Παλιόμυλος"¨στο Αγγελοχώρι, το υπ' αριθμ. … αγροτικό αυτοκίνητο, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, με την υπ' αριθμ. δε …/2001 δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού, που έκανε στη Συμβολαιογράφο Νάουσας, Ζωής Ζαχαριάδου, υποκαταστάθηκε στη θέση του μέχρι τότε επισπεύδοντος Γ.
Μ., για ένα αγρό του πιο πάνω Κ., που είχε κατασχεθεί απ' αυτόν. Παρ' όλες τις προσπάθειες που έκανε αυτός, με αιτήσεις αναστολής και ανακοπές, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, επειδή δεν είχε στα χέρια του συμβάσεις, στις οποίες εμπλεκόταν, δεν μπόρεσε να σταματήσει τη διενέργεια του πλειστηριασμού που αφορούσε το πιο πάνω διαμέρισμά του, που είχε ορισθεί για τις 7-3-2001.
Εν όψει αυτών των πολύ δυσμενών εξελίξεων, αυτός επισκέφθηκε εκ νέου το κατάστημα της πρώτης αναιρεσείουσας, στα Γιαννιτσά, στις 23-3-2001, όπου και πάλι, ύστερα από σχετική συζήτηση, που έλαβε χώρα μεταξύ αυτού και των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων, οι τελευταίοι στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, του διευθυντή και του αρμοδίου για την περίπτωση του Κ.
υπαλλήλου, αντίστοιχα, αρνήθηκαν να του χορηγήσουν αντίγραφα των πιο πάνω συμβάσεων, προκειμένου να μπορέσει αυτός να οργανώσει την υπεράσπισή του, με αποτέλεσμα να επακολουθήσει και φραστικό επεισόδιο μεταξύ τους. Κατά τη διάρκεια δε της πιο πάνω έντονης συζήτησης που έλαβε χώρα μεταξύ τους οι πιο πάνω αναιρεσείοντες του ανακοίνωσαν προφορικά ότι οφείλει 85.000.000 δρχ.
Μετά από αυτό το συμβάν ο Λ. Κ. αποχώρησε από το πιο πάνω κατάστημα και επειδή αισθάνθηκε αδιαθεσία, τον συνόδευσε ένας ομοχώριός του στο σπίτι του. Στη συνέχεια, επειδή η κατάστασή του επιδεινώθηκε μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Βέροιας, όπου και νοσηλεύθηκε από 24-3-2001 και 1-4-2001 με διάγνωση οξέος κατωτέρου εμφράγματος του μυοκαρδίου και συγχρόνως χορηγήθηκε σ' αυτόν φαρμακευτική αγωγή.
Κατόπιν αυτών δύο ημέρες μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, ο Λ. Κ. μη μπορώντας να ησυχάσει, ύστερα από όσα είχε πληροφορηθεί από τους πιο πάνω αναιρεσείοντες (δεύτερο και τρίτο), και συγκεκριμένα στις 3-4-2001 επισκέφθηκε και πάλι το κατάστημα των Γιαννιτσών, όπου και πάλι προσπάθησε να μεταπείσει τους πιο πάνω αναιρεσείοντες, προκειμένου να του χορηγήσουν αντίγραφα των παραπάνω συμβάσεων και για να τους συγκινήσει τους ανέφερε το συμβάν που είχε υποστεί με την υγεία του πλην όμως αυτοί και πάλι αρνήθηκαν και τον απέπεμψαν.
Ο τελευταίος τελώντας σε πολύ έντονη ψυχική και συναισθηματική φόρτιση, με έντονο το αίσθημα της αδικίας, αποχώρησε από το κατάστημα επιστρέφοντας στο σπίτι του. Μόλις δε εισήλθε σ' αυτό έχασε τις αισθήσεις του και αμέσως μεταφέρθηκε στο Κέντρο Υγείας Κρύας Βρύσης, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός του, με αιτία το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, το Εφετείο έκρινε ότι ο θάνατος του συζύγου και πατέρα των αναιρεσιβλήτων Λ. Κ. οφείλεται στο δεύτερο κατά σειράν, μέσα σε διάστημα δέκα ημερών, έμφραγμα του μυοκαρδίου και ότι αυτά τα δύο διαδοχικά εμφράγματα είχαν ως αιτία τις φιλονικίες του θανόντος με τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες, υπαλλήλους της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίοι αρνήθηκαν να του χορηγήσουν αντίγραφα των συμβάσεων, εκ των οποίων προέκυπτε το ύψος της οφειλής του.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι οι άνω έριδες προηγήθηκαν καθεμιάς από τις δύο καρδιακές προσβολές και ότι κατά τη δεύτερη φιλονικία ο Λ. Κ. είχε γνωρίσει τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες "το συμβάν που είχε υποστεί με την υγεία του" για το οποίο είχε νοσηλευθεί τις αμέσως προηγούμενες οκτώ ημέρες στο τοπικό νοσοκομείο.
Πλην όμως η άνω συμπεριφορά των δεύτερου και τρίτου αναιρεσειόντων δεν δύναται να θεωρηθεί, ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τις συνηθισμένες και κανονική πορεία των πραγμάτων το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα στη συναλλακτική ζωή είναι σύνηθες φαινόμενο, οι έντονες φιλονικίες, εξ αιτίας ζημιών από τις οποίες το ένα μέρος των φιλονικούντων αδικείται, εντεύθεν όμως δεν προκύπτει δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι ο αδικούμενος παθαίνει, κατά λογική αναγκαιότητα, καρδιακό έμφραγμα και μάλιστα θανατηφόρο.
Αντιθέτως είναι δίδαγμα της κοινής πείρας ότι το έμφραγμα, δηλαδή η απόφραξη σημαντικού καρδιακού αγγείου, προϋποθέτει, ότι προϋπήρξε θρόμβος, που είναι συνέπεια προηγηθείσης νοσηρής καταστάσεως των αγγείων, δηλαδή αρτήριο σκηρύνσεως. Επίσης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας πολλοί θάνατοι από καρδιακό έμφραγμα είναι αιφνίδιοι και επισυμβαίνουν χωρίς να προηγηθούν ενοχλήσεις, σε άτομα που εξωτερικώς φαίνεται να έχουν καλή υγεία, πάσχουν όμως από ασθένειες, που δεν εκδηλώνονται εμφανώς, όπως η υπέρταση ή ο σακχαροδιαβήτης.
Άλλωστε η ηλικία του θανόντος Λ. Κ., που ήταν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, 51 ετών, δεν δικαιολογεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων τον θάνατό του από μία έντονη φιλονικία, από την οποία ούτε το πρώτο έμφραγμα ούτε και το δεύτερο (θανατηφόρο) ήταν δυνατόν αντικειμενικώς να προβλεφθεί ως πρόσφορη αιτία.
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε αντιθέτως, παραβίασε, με βάση τα υπ' αυτού γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα άρθρα 297, 298 σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 922 ΑΚ και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ κατά τον βάσιμο μοναδικό λόγο αναιρέσεως και τον ταυτόσημο πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Ενόψει τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3156/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων εξακοσίων σαράντα (1640) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2005. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ