Legislator Case Law & Legislation
2089/2022 AI generated

Supreme Court annuls lower court judgment and orders specific defendants to pay university legal costs.

Case Number 2089/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the second-instance judgment of the Multi-Member District Court of Athens and remitted the case for retrial. The university, as the appellant, successfully argued that the lower court failed to properly address procedural irregularities regarding the absence of certain defendants. Consequently, the court ordered specific named defendants to pay the university's legal fees and costs from both instances of litigation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine a case ex officio if a party fails to appear or participate properly, and may annul a judgment if procedural defects regarding the presence of parties are established.

Keywords

AI generated
appeal procedure absence of parties ex officio examination legal costs allocation annulment of judgment civil procedure code remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Law 1738/1987, Article 12, Paragraph 5

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2089 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2089/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. Α., 2)Ε. Β., … και 106) Η. Μ., κατοίκων απάντων ως εκ της υπηρεσίας τους …. Οι 2η, 3η, 4η, 5η, 7η, 12η, 15η, 20η, 21η, 28ος, 30η, 32η, 33η, 37η, 38η, 40η, 41η, 45ος, 46η, 47η, 48ος, 50η, 53ος, 54η, 56η, 57η, 59η, 64η, 65η, 66η, 72η, 75η, 92η, 96η, 99ος, 100ος, 101η, 103η και 106ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 888/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6334/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 27-4-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου ανέγνωσε την από 28-4-2022 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη, όμως, ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Αν, αντιθέτως, η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου, που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση προχωρεί, παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί (Α.Π. 1387/2019). Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 234/2017). Εξάλλου, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α' 237/31.10.2014), μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α' 139) προστέθηκε άρθρο 6Α, στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1.

Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος, στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε, με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κειμένων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές".

Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος, ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση, που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο, που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί, κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (Α.Π. 405/2016, Α.Π. 620/2017, Α.Π. 207/2020).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 3 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και ότι, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών (Α.Π. 113/2017).

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπό κρίση από 27-04-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 98/29-04-2009 και του παρόντος Δικαστηρίου 2006/2021 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 6334/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάσαντος ως Εφετείου, που έλαβε χώρα κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (10-05-2022), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, από τους συνολικά εκατόν έξι (106) αναιρεσίβλητους, δεν εμφανίστηκαν, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι τριάντα εννέα (39) αναιρεσίβλητοι, ήτοι οι 2η, 3η, 4η, 5η, 7η, 12η, 15η, 20η, 21η, 28ος, 30η, 32η, 33η, 37η, 38η, 40η, 41η, 45ος, 46η, 47η, 48ος, 50η, 53ος, 54η, 56η, 57η 59η, 64η, 65η, 66η, 72η, 75η, 92η, 96η, 99ος, 100ος, 101η, 103η και 106ος, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Ευαγγελία Χ.

Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης, που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ά. Κ. Κ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως αρμόδιου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία ορίζεται ο χρόνος για συζήτηση της υπόθεσης η ημερομηνία που αναγράφεται στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 122, 127 παρ. 1, 128 παρ. 4, 143 παρ. 1, 498, 568, 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατά το προεκτεθέν άρθρο 6 Α παρ. 1 του διατ/τος της 26 Ιουνίου -10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α' 139), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α' 237/31.10.2014), στη Δικηγόρο Αθηνών Ευαγγελία Χ.

Χαραλάμπους, η οποία έχει υπογράψει την ένδικη από 27-12-2004 αγωγή και την από 22-02-2006 έφεση των εκατόν έξι (106) εναγόντων -εκκαλούντων συνολικά, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι απόντες αναιρεσίβλητοι, που αυτή εκπροσώπησε, ως πληρεξούσια δικηγόρος, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, καθώς και στη Δικηγόρο Αθηνών Αγγελική Καραμιχαλάκου, η οποία τους εκπροσώπησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, της έφεσης, της με αριθμό 888/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της προσβαλλόμενης με αριθμό 6334/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Περαιτέρω, οι ως άνω Δικηγόροι (και) των απόντων αναιρεσίβλητων δεν προκύπτει να έχουν αντικατασταθεί με οποιονδήποτε τρόπο μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, εφόσον οι άνω αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, έχουν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία αυτών.

Τέλος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ο 19ος των αναιρεσιβλήτων Β. Μ. του Α., εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου από την ίδια ως άνω Δικηγόρο Αθηνών Ευαγγελία Χ. Χαραλάμπους, ως πληρεξουσία αυτού, κατά δήλωσή της, που κατέθεσε και τις από 11-05-2022 προτάσεις της.

Προς απόδειξη της παρασχεθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας στην ως άνω Δικηγόρο, για την εκπροσώπηση του εν λόγω αναιρεσίβλητου, κατά την αναιρετική δίκη, προσκομίζεται η από 04-04-2022 Εξουσιοδότηση, να παρασταθεί και εκπροσωπήσει αυτόν, κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, χωρίς, ωστόσο, η εξουσιοδότηση αυτή να φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου αυτού από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα στην ως άνω δικηγόρο, σύμφωνα με τον οριζόμενο στο άρθρο 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ τύπο, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 του ΚΠολΔ), ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει και θεωρείται δικονομικά απών.

Εξάλλου, από τις ίδιες παραπάνω εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ά. Κ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον άνω αναιρεσίβλητο.

Εφόσον, λοιπόν, αυτός δεν έλαβε μέρος με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει, στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 6334/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την επιδίκαση του αναφερομένου ειδικού επιδόματος, το οποίο καταβάλλεται στους διοικητικούς υπαλλήλους του ΥΠ.Ε.Π.Θ., που συμμετέχουν στην προετοιμασία και διεξαγωγή των γενικών εξετάσεων για την εισαγωγή στα Α.Ε.Ι.

και στα Τ.Ε.Ι. της χώρας, ήταν επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 22-02-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 54209/760/20-03-2006 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθμό 888/2005 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή λόγους, είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την από 27-12-2004 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1999/28-12-2004 αγωγή τους.

Στη συνέχεια, δε, εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα, πλην της 103ης αυτών, το χρηματικό ποσό των χιλίων επτακοσίων εξήντα ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών (1.760,88) και στην 103η ενάγουσα το χρηματικό ποσό των χιλίων εκατό ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (1.100,55), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) στις 29-04-2009 ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση, στις 03-04-2009, με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. την σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.

Ι. Γ., επί του αντιγράφου της απόφασης αυτής). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 12 εδ. α' του ν. 2327/1995 "Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας ρύθμιση θεμάτων έρευνας και μετεκπαίδευσης εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 156/31.07.1995), χορηγήθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠ.Ε.Π.Θ.) μηνιαίο ειδικό επίδομα, ποσού δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) δραχμών, για την απασχόλησή τους στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής των Γενικών (πανελλαδικών) Εξετάσεων.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 49 του ν. 2413/1996 "Η ελληνική παιδεία στο εξωτερικό, διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 124/17.06.1996), η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος επεκτάθηκε και στο μόνιμο ή με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου διοικητικό, τεχνικό και λοιπό βοηθητικό προσωπικό όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, αυτοτελών και μη υπηρεσιών και εκπαιδευτικών μονάδων αρμοδιότητας του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

και υπαλλήλους ΝΕΛΕ, καθώς και σε όλα τα μέλη ΕΔΤΠ των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, καθώς και στους τεχνικούς εργαστηρίων των Τ.Ε.Ι. Κατόπιν, με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 40/21.03.1997), ισχύοντος από 01.01.1997, κατ' άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκε (μεταξύ άλλων και) το ανωτέρω επίδομα, από όλες τις κατηγορίες των υπαλλήλων, όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και υπηρεσιών αρμοδιότητας του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

από 01-01-1997. Παράλληλα όμως, με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. γ' του ίδιου νόμου, με αναδρομική ισχύ από 01.01.1997, ο οποίος αντικατέστησε τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988, περιορίσθηκαν και πάλι οι κατηγορίες των υπαλλήλων του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ., που δικαιούνταν το επίδομα γενικών εξετάσεων, καθόσον το εν λόγω επίδομα χορηγήθηκε εκ νέου, ως εφάπαξ παροχή, μόνο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, εξαιρεθέντων των υπαλλήλων των Α.Ε.Ι.

και Τ.Ε.Ι. Ειδικότερα, με την εν λόγω διάταξη προβλέφθηκε η χορήγηση εφάπαξ αμοιβής, προσδιοριζόμενης καθ' ύψος από τον αρμόδιο υπουργό, μόνο "στο διοικητικό προσωπικό αρμοδιότητας του ΥΠ.Ε.Π.Θ., που συμμετέχει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στη διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών (εισαγωγικών) εξετάσεων στα Α.Ε.Ι.

και Τ.Ε.Ι.". Σύμφωνα με αυτή την εξουσιοδοτική διάταξη, εκδόθηκαν στη συνέχεια κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, με τις οποίες καθορίσθηκε και αναπροσαρμόσθηκε κατ' έτος το ύψος της εν λόγω εφάπαξ αμοιβής, κατά μισθολογική κατηγορία, για το διοικητικό προσωπικό της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠ.Ε.Π.Θ., που συμμετέχει στη διεξαγωγή και υποστήριξη (ήτοι, όχι πλέον "στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής", όπως αναφερόταν στο άρθρο 10 παρ. 12 εδ.

α' του ν. 2327/1995) των ετήσιων εισαγωγικών εξετάσεων στα Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002 "Ρύθμιση θεμάτων Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, ανώτατης εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 152/28.06.2002), τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 του ν. 2413/1996 (που, κατά τα ανωτέρω, είχε ήδη καταργηθεί) ως εξής: "Στην παρ. 1 του άρθρου 49 του ν. 2413/1996 και μετά τις λέξεις "διοικητικό, τεχνικό" τίθεται η λέξη "νοσηλευτικό".

Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1-12-2001" Κατά την αληθινή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002, δεν χορηγήθηκε εκ νέου το ένδικο επίδομα, με το γενικό τρόπο που αναφερόταν στο άρθρο 49 του ν. 2413/1996, αφού δεν γίνεται κανένας λόγος για αναβίωση των επιδομάτων, που είχαν καταργηθεί με το ν. 2470/1997, μεταξύ των οποίων ήταν και το συγκεκριμένο.

Άλλωστε και από το περιεχόμενο της εισηγητικής έκθεσης του νόμου αυτού προκύπτει, σαφώς, η μη αναβίωση του ως άνω ενδίκου επιδόματος, αφού σε αυτήν αναφέρεται ότι η ως άνω προσθήκη τίθεται για να λυθεί η διχογνωμία, που υπήρξε στο παρελθόν, ως προς αν το νοσηλευτικό προσωπικό των ιδρυμάτων, αρμοδιότητας του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

δικαιούταν ή όχι το επίδομα του άρθρου 10 παρ. 12 του ν. 2327/1995, κατά το χρόνο που αυτό ίσχυε (Α.Π. 42/2017, Α.Π. 257/2014, Α.Π. 258/2014, Α.Π. 432/2010).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ - η οποία εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ - αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016 Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, στην από 27-12-2004 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1999/28-12-2004 αγωγή τους, που κατατέθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ Ε.Μ.Π.", το έτος 1998 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2001, με συμβάσεις που ετράπησαν σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου δημοσίων υπαλλήλων.

Ότι με το άρθρο 10 του ν. 2327/1995 χορηγήθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους του ΥΠ.Ε.Π.Θ. ειδικό μηνιαίο επίδομα δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) δραχμών, το οποίο έλαβαν μόνο όσοι απασχολούντο στην διαδικασία προετοιμασίας και διεξαγωγής των πανελληνίων εισαγωγικών εξετάσεων. Ότι, με το άρθρο 49 του ν. 2413/1996, το ανωτέρω ειδικό επίδομα καταβάλλεται από 01-01-1996 και στο μόνιμο και με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου διοικητικό τεχνικό και λοιπό βοηθητικό προσωπικό, μεταξύ άλλων και των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, το οποίο από 01-07-1996 αυξήθηκε σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές.

Ότι το ανωτέρω επίδομα καταργήθηκε με τον ν. 2470/1997, πλην, όμως, με το άρθρο 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002 χορηγήθηκε εκ νέου, αναδρομικά από 01-12-2001, αλλά το εναγόμενο αρνείται να το καταβάλει στους ενάγοντες. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα από 01-12-2001 έως 31-12-2003, το ποσό των χιλίων επτακοσίων εξήντα ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών (1.760,88), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 888/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 22-02-2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 54209/760/20-03-2006 έφεσης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία παραπονέθηκαν για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η τότε εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 6334/2008 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούσαν την επιδίκαση του αναφερομένου ειδικού επιδόματος, ήταν ορισμένη, κατ' άρθρο 216 του ΚΠολΔ και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 49 του ν. 2413/1996, 10 του ν. 2327/1995 και 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ένδικη έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκληθείσα απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα πλην της 103ης αυτών, το χρηματικό ποσό των χιλίων επτακοσίων εξήντα ευρώ και ογδόντα οκτώ λεπτών (1.760,88) και στην 103η ενάγουσα Μ.

Ν. Ο. το χρηματικό ποσό των χιλίων εκατό ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (1.100,55) και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Ήδη, το αναιρεσείον, με τον μόνο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 εδαφ.

α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 4 και 19 παρ. 4 του Ν. 2470/1997, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ως και εκείνης του άρθρου 6 παρ. 10 του Ν. 3027/2002, την οποία εσφαλμένως εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "...

Επομένως και οι ενάγοντες, συμμετέχουν στην προετοιμασία των Γενικών Εισαγωγικών (Πανελληνίων) εξετάσεων. Συγκεκριμένα, κατ' έτος και μετά από σχετική εντολή του ΥΠ.Ε.Π.Θ. οι υπάλληλοι των Τ.Ε.Ι. και Α.Ε.Ι. όλης της χώρας, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συντάξουν πρόταση σχετικά με τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών στα τμήματα όλων των Τ.Ε.Ι.

και Α.Ε.Ι. όλης της χώρας, όπως και του εναγομένου στο οποίο υπηρετούν. Οι ενάγοντες και οι συνάδελφοί τους εργάζονται συμπληρωματικά και ως συγκοινωνούντα δοχεία σε σχέση με την προετοιμασία των γενικών (εισαγωγικών) εξετάσεων από τους διοικητικούς υπαλλήλους του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ., οι εξετάσεις δε αυτές δεν εξαντλούνται στις δέκα (10) ημέρες κατά τις οποίες λαμβάνουν χώρα, χρονικό διάστημα, το οποίο αφορά μόνο την Διεύθυνση Εισαγωγής της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ.

και όχι όλους τους υπαλλήλους αυτού και μάλιστα ανεξαρτήτως της κατηγορίας στην οποία ανήκουν, αλλά απαιτούν προετοιμασία τόσο από πλευράς του Υπουργείου (ΥΠ.ΕΘ.Π.Θ.), όσον και από την πλευρά των εργαζομένων υπαλλήλων στα Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. Το εναγόμενο - εφεσίβλητο με την υπ' αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωσή του, βεβαιώνει ότι μέσω των διοικητικών και τεχνικών του υπηρεσιών, τις οποίες πλαισιώνουν όλες οι κατηγορίες υπαλλήλων, συνεργάζεται κατ' έτος και συμπληρώνει το έργο του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

ως προς τη διαδικασία διεξαγωγής και υποστήριξης των Γενικών Εισαγωγικών Εξετάσεων. Κατόπιν λοιπόν της θέσπισης της ανωτέρω ρητής διάταξης του άρθρου 49 ν. 2413/1996, οι υπάλληλοι των Τ.Ε.Ι. και Α.Ε.Ι., με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και δημοσίου δικαίου, κάθε ειδικότητας και κατηγορίας έλαβαν το επίδομα αυτό από 1-1-1996 μέχρι 31-12-1996.

Στη συνέχεια, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", στις διατάξεις του οποίου υπάγονται και οι ενάγοντες, καταργήθηκε το από (ενν. πιο) πάνω ειδικό επίδομα, ως μη συμπεριλαμβανόμενο στα διατηρούμενα, με το άρθρο 10 παρ. 1 αυτού επιδόματα, αφού ορίζεται ότι όλα τα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους, που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιοδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος" (παρ. 4).

Από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής (1-1-1997) έπαυσε και προς τους ενάγοντες η καταβολή του ανωτέρω επιδόματος. Ήδη, όμως, με το άρθρο 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002 "Ρύθμιση θεμάτων οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, ανώτατης εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις", τέθηκε διάταξη με την οποία ορίζεται ότι: "Στην παρ. 2 του άρθρου 49 του ν. 2413/1996 και μετά τις λέξεις "νοσηλευτικό".

Η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1-12-2001". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, παρά την ελλιπή νομοτεχνική τους διατύπωση συνάγεται σαφώς ότι, το κατά τα ανωτέρω καταργηθέν ειδικό επίδομα του άρθρου 49 του ν. 2413/1996 χορηγείται εκ νέου και μάλιστα αναδρομικά από 1-12-2001, πλην των άλλων κατηγοριών προσωπικού, που το λάμβανε (δηλ.

το διοικητικό, τεχνικό και λοιπό βοηθητικό προσωπικό των εποπτευομένων από το ΥΠ.Ε.Π.Θ. ν.π.δ.δ., που εργάζεται με σύμβαση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) και στο νοσηλευτικό προσωπικό των εποπτευομένων από το ΥΠ.Ε.Π.Θ. οργανισμών ή ν.π.δ.δ., που δεν είχαν λάβει κατά το παρελθόν το επίδομα αυτό. Τυχόν δε παραδοχή της αντίθετης ερμηνευτικής εκδοχής, σύμφωνα με την οποία οι άνω διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002, δεν μπορούν να θεσπίσουν την επαναχορήγησή του, γιατί παραπέμπουν σε καταργημένες διατάξεις, θα ακύρωνε, καθιστώντας ανενεργή τη βούληση του νομοθέτη, η οποία, όπως συνάγεται τόσο από το γράμμα των ερμηνευτέων διατάξεων - παρά την προβληματική νομοτεχνική της διατύπωση - όσο και από τη συνοδεύουσα το νόμο εισηγητική έκθεση, είναι η καταβολή του επιδόματος αυτού ...

Επειδή το εναγόμενο είναι εποπτευόμενο από το ΥΠ.Ε.Π.Θ. νομικό πρόσωπο δημοσίου, υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες το ανωτέρω ειδικό επίδομα, του οποίου η χορήγηση θεσπίστηκε εκ νέου και αναδρομικά από 1-12-2001, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002, η οποία παραπέμπει στη διάταξη του άρθρου 49 του ν. 2413/1996.

Αποτέλεσμα αυτής της άρνησης καταβολής του από το εναγόμενο είναι να μην λαμβάνουν οι ενάγοντες το οφειλόμενο με βάση τις ανωτέρω διατάξεις ειδικό επίδομα του ν. 3027/2002, ποσού 25.000 δρχ. ή 73,37 ευρώ μηνιαίως, όλοι πλην της 103 ενάγουσας Μ. Ο. από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2003 και η τελευταία από 25-9-2002 (οπότε προσελήφθη) μέχρι 31-12-2003 ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την εφάπαξ αμοιβή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 του ν. 2413/1996, 10 του ν. 2327/1995 και 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002.

Με τη κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παρατεθείσες στην προηγηθείσα νομική σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 10 παρ. 4 και 19 παρ. 4 του Ν. 2470/1997, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ως και εκείνης του άρθρου 6 παρ. 10 του Ν. 3027/2002, την οποία εσφαλμένως εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι το αδιακρίτως χορηγούμενο επίδομα των άρθρων 10 παρ. 12 του ν. 2327/1995 και 49 του ν. 2413/1996, καταργήθηκε οριστικά με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2470/1997 και ότι η εφάπαξ αμοιβή του άρθρου 19 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2470/1997, δεν ταυτίζεται με το καταργηθέν επίδομα, αλλά καταβάλλεται μόνο, πέραν των εκπαιδευτικών και όσων υποβοηθούν το έργο τους, στους διοικητικούς υπαλλήλους της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠ.Ε.Π.Θ.), που συμμετέχουν στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των ετήσιων γενικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση (Α.Ε.Ι.

και Τ.Ε.Ι.). Και, περαιτέρω, σε συνδυασμό με τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, τα οποία, ως ουσιαστικές παραδοχές, παρατέθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες), απασχολούνται, ως διοικητικοί υπάλληλοι, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο αναιρεσείον Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, ήτοι σε εργοδοτικό φορέα, που ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εποπτεύεται μεν από το ΥΠ.Ε.Π.Θ., αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό.

Οι αναιρεσίβλητοι, δηλαδή, συνδεόμενοι με αυτό (όπως δέχθηκε το δικαστήριο και με την αγωγή τους συνομολογούν), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων, από εκείνη των διοικητικών υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠ.Ε.Π.Θ.), στους οποίους χορηγήθηκε η επίδικη εφάπαξ παροχή.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 10 του Ν. 3027/2002 δεν επαναχορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα με το γενικό τρόπο, που όριζε το άρθρο 49 του Ν. 2413/1996, αλλά η σχετική προσθήκη τέθηκε για να λυθεί η διχογνωμία αν το πιο πάνω επίδομα εδικαιούτο και το νοσηλευτικό προσωπικό των ιδρυμάτων αρμοδιότητας του Υ.ΠΕ.Π.Θ., κατά το διάστημα που αυτό ίσχυσε.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Εξάλλου, οι λοιπές ειδικότερες αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτες, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, το αναιρεσείον πλήττει εμμέσως τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο των πραγματικών περιστατικών, που από αυτό έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα.

Επομένως, κατά παραδοχή του από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και το οποίο, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση ...".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση, ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμες και συνεπώς απορριπτέες, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η αγωγή, ως μη νόμιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι, όμως, και επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.

Α.Π. 11/2007, Ολ. Α.Π. 22/2006, Α.Π. 381/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα στις 09-05-2022, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς, σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση, μετ' αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων. Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης οι αναιρεσίβλητοι καθίστανται υπερήμεροι (άρθρο 340 του Α.Κ.), για την επιστροφή του καταβληθέντος στον καθένα από αυτούς χρηματικού ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, διότι γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ, κατά τον προηγούμενο χρόνο, οι αναιρεσίβλητοι κατέχουν νόμιμα τα καταβληθέντα, με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο (Ολ. Α.Π. 37/2005, Α.Π. 381/2019).

Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέβαλε στους κάτωθι αναφερόμενους αναιρεσιβλήτους υπαλλήλους του τα επιδικασθέντα με την απόφαση αυτή χρηματικά ποσά. Ειδικότερα, η Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, διαβίβασε τη με αριθμό 6334/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς πληρωμή στο Τμήμα Ελέγχου Δαπανών (βλ.

τα υπ' αριθμ. πρωτ... και από 14-03-2022 Υπηρεσιακά Σημειώματα) και με βάση τις επιβεβαιωμένες μισθοδοτικές καταστάσεις, που συνέταξε η Εκκαθαρίστρια Αποδοχών του αναιρεσείοντος, καταβλήθηκαν στις 19-10-2009 και 23-10-2009, με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων του, για επιδικασθέν κεφάλαιο και για δεδουλευμένους τόκους από την επίδοση της αγωγής, μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (Ι.Κ.Α., Τ.Σ.ΜΕ.ΔΕ., ΜΤΠΥ) και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά:

α) σε καθένα από τους 1η έως 3η των αναιρεσιβλήτων, σε καθένα από τους 5η έως 39η των αναιρεσιβλήτων, στους 41η, 43ο, και 46η των αναιρεσιβλήτων, σε καθένα από τους 49η έως 51η των αναιρεσιβλήτων, σε καθένα από τους 54ο έως 56η των αναιρεσιβλήτων, σε καθένα από τους 58η έως 61η των αναιρεσιβλήτων, στην 64η των αναιρεσιβλήτων, σε καθένα από τους 66η έως 95ο των αναιρεσιβλήτων, σε καθένα από τους 97ο έως 102ο των αναιρεσιβλήτων και στην 104η των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων τετρακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (1.484,76), β) στην 4η των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων εξακοσίων εβδομήντα έξι (1.676,00) ευρώ, γ) σε καθένα από τους 40η, 42ο, 44ο, 57η, 63η και 65η των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων εξακοσίων πενήντα επτά ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (1.657,74), δ) σε καθένα από τους 45ο και 48η των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων επτακοσίων εβδομήντα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (1.770,98), ε) στην 47η των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και δέκα τριών λεπτών (1.681,13), στ) σε καθένα από τους 52η και 53ο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων επτακοσίων τριάντα δύο ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (1.732,51), ζ) στην 62η των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων εξακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (1.679,74), η) στην 96η των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων πεντακοσίων δύο ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (1.502,65), θ) στην 103η των αναιρεσιβλήτων το ποσό των εννιακοσίων είκοσι επτά ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (927,97), ι) στον 105ο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων τετρακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (1.424,61) και ια) στον 106ο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων τετρακοσίων είκοσι τριών ευρώ και τεσσάρων λεπτών (1.423,04).

Οι αναιρεσίβλητοι αμφισβητούν την καταβολή των επιδικασθέντων ποσών, ισχυριζόμενοι ότι δεν αναφέρεται ο χρόνος καταβολής, το ποσό που καταβλήθηκε για κεφάλαιο και τόκους, σε ποια χρονικά διαστήματα αντιστοιχούν αυτές οι καταβολές και ποιες οι νόμιμες κρατήσεις επί των ποσών αυτών. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι όλα τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο των ως άνω μισθοδοτικών καταστάσεων, που συνέταξε η Εκκαθαρίστρια Αποδοχών του αναιρεσείοντος.

Επομένως, τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά πρέπει οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να υποχρεωθούν να επιστρέψουν στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή της αίτησης επαναφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις και του οποίου η νομική εκπροσώπηση έλαβε χώρα από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021 (Α.Π. 331/2022, βλ.

και Α.Π. 1065/2019, υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3086/2002), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, μειωμένων, όμως, κατά το μέτρο των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-01-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 6334/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 27-12-2004 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1999/28-12-2004 αγωγή.

Δέχεται την υποβληθείσα με τις από 09-05-2022 κατατεθείσες προτάσεις, αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση.

Υποχρεώνει: α) καθένα από τους 1η έως 3η των αναιρεσιβλήτων, καθένα από τους 5η έως 39η των αναιρεσιβλήτων, τους 41η, 43ο, και 46η των αναιρεσιβλήτων, καθένα από τους 49η έως 51η των αναιρεσιβλήτων, καθένα από τους 54ο έως 56η των αναιρεσιβλήτων, καθένα από τους 58η έως 61η των αναιρεσιβλήτων, την 64η των αναιρεσιβλήτων, καθένα από τους 66η έως 95ο των αναιρεσιβλήτων, καθένα από τους 97ο έως 102ο των αναιρεσιβλήτων και την 104η των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων τετρακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (1.484,76), β) την 4η των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων εξακοσίων εβδομήντα έξι (1.676,00) ευρώ, γ) καθένα από τους 40η, 42ο, 44ο, 57η, 63η και 65η των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων εξακοσίων πενήντα επτά ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (1.657,74), δ) καθένα από τους 45ο και 48η των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων επτακοσίων εβδομήντα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (1.770,98), ε) την 47η των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και δέκα τριών λεπτών (1.681,13), στ) καθένα από τους 52η και 53ο των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων επτακοσίων τριάντα δύο ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (1.732,51), ζ) την 62η των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων εξακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα τεσσάρων λεπτών (1.679,74), η) την 96η των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων πεντακοσίων δύο ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (1.502,65) θ) την 103η των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των εννιακοσίων είκοσι επτά ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (927,97), ι) τον 105ο των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων τετρακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (1.424,61) και ια) τον 106ο των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων τετρακοσίων είκοσι τριών ευρώ και τεσσάρων λεπτών (1.423,04) και όλα τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, για την αναιρετική δίκη, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ, ως και τη δικαστική δαπάνη αυτού για αμφοτέρους τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ