Legislator Case Law & Legislation
2089/2017 AI generated

2089/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2089/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2089/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν εγνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, παραμένει, όμως, η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 § 1 του Π.Κ.

Keywords

AI generated
benefit for course attendance child-raising credit educational measure educational needs equivalence between university degrees examination regulations
AI generated
293/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.
1123/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
581/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
885/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
252/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 798/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 435/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/1/2007 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2089 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2089/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασπύρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7611/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2349/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-12-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, ανέγνωσε την από 21-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, πρώην Αντιπρόεδρος ..., σε μήνυση την οποία κατέθεσε εναντίον του διέλαβε ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναληθείας των, τα οποία έβλαψαν την τιμή και υπόληψή του και προσέβαλαν την προσωπικότητά του και εζήτησε κατόπιν αυτού να αναγνωρισθεί ότι αυτός έχει υποχρέωση να του καταβάλει ως χρηματική του ικανοποίηση το χρηματικό ποσό των 300.000 ευρώ. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ανεγνωρίσθη η υποχρέωσή του να καταβάλει προς τον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο, για την ρηθείσα αιτία, το χρηματικό ποσό των 25.000 ευρώ, κρίση η οποία, κατόπιν απορρίψεως της εφέσεως του αναιρεσείοντος, επικυρώθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από τον εναγόμενο με την υπό κρίση αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 932 του ιδίου Κώδικος "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του Α.Κ., θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. , για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ιδίου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν εγνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, παραμένει, όμως, η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 § 1 του Π.Κ.

περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νομίμου εξουσίας ή την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Η τελευταία διάταξη του άρθρου 367 του Π.Κ., για την ενότητα της εννόμου τάξεως, εφαρμόζεται, αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ., ώστε αιρομένου του αδίκου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη του άρθρου 367 § 2 Π.Κ.), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 271/2012, 285/2012, 179/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).

Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1577/2013).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 19/2012,105/2012, 223/2006).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Με την υπ’ αριθ. πρωτ. οικ. .../15-1-2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως αυτή συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, ανατέθηκε στον εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο, υπό την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, καθώς και σε τρεις ακόμη συναδέλφους του, η από κοινού διενέργεια ελέγχου στον ....

Σε εκτέλεση αυτής της απόφασης, διενεργήθηκε ο σχετικός έλεγχος και συντάχθηκε από τους ως άνω ορισθέντες ελεγκτές η από 11-11-2002 έκθεση ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών στον ...., με την οποία διαπιστώθηκε ότι σε σωρεία περιπτώσεων, κατά έτη 1997 έως 2000, είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως σημαντικά ποσά:

α) σε ειδικούς συμβούλους και ειδικούς συνεργάτες του ως άνω Οργανισμού, β) σε στελέχη και υπαλλήλους αυτού από ανάθεση διδασκαλίας σε Ι.Ε.Κ. γ) σε ωρομίσθιους εκπαιδευτές που είχαν προσληφθεί για τον ίδιο σκοπό (διδασκαλία σε Ι.Ε.Κ.). Μεταξύ των περιπτώσεων που αναφέρονται στην ανωτέρω έκθεση είναι και εκείνη της Π.

Β., συζύγου του εκκαλούντος, ο οποίος από το 1997 έως τα μέσα του 2001 διετέλεσε Αντιπρόεδρος του .... Συγκεκριμένα, στις σελίδες 26 έως 28 της εν λόγω έκθεσης αναφέρονται τα ακόλουθα: "Π. Β.. Ωρομίσθια εκπαιδευτής - συντονιστής πρακτικής άσκησης. Φέρεται ότι δίδαξε τα ακόλουθα δέκα (10) διαφορετικά μαθήματα σε δύο (2) διαφορετικά ΙΕΚ (Ηλιούπολης, Αιγάλεω) για το έτος 1999, καθένα εκ των οποίων αφορά διαφορετική ειδικότητα και διαφορετικό επιστημονικό- επαγγελματικό τομέα : 1.

Χρήση Η/Υ, 2. Windows, 3. Επεξεργασία κειμένου, 4. Θεωρία πορσελάνης (οδοντοτεχνική), 5. Μηχανογραφημένη Λογιστική I, II, 6. Λειτουργικά συστήματα DOS-Windows, 7. Θεραπευτική Διαιτολογία, 8. Πρώτες Βοήθειες, 9. Νοσηλευτική Χειρουργική II, 10. Κινητή προσθετική (οδοντοτεχνική). Τα παραπάνω μαθήματα, ειδικότητες και τομείς στους οποίους ανήκουν και τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, για κάθε ένα από τα μαθήματα αυτά καταγράφονται αναλυτικά με τα στοιχεία των σχετικών συμβάσεων στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4.

Επίσης, ορίσθηκε συντονίστρια πρακτικής άσκησης αποφοίτων των ΙΕΚ από τα ..., όπως προκύπτει από σχετικές συμβάσεις και αποφάσεις του Προέδρου τού .... Η ανωτέρω, υπάλληλος του δημοσίου, σύζυγος του πρώην Αντιπροέδρου του Οργανισμού Ι. Π. (ήδη αναιρεσείοντος), δεν διέθετε τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την ανάθεση διδασκαλίας των παραπάνω μαθημάτων, περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από την εξέταση του συνημμένου πίνακα και των σχετικών συμβάσεων περί ανάθεσης καθηκόντων συντονίστριας πρακτικής άσκησης, κατά ίδιο χρονικό διάστημα, υπήρχε και χρονική ασυμβατότητα για την παροχή τέτοιας διδασκαλίας, δηλαδή είκοσι έξι (26) ώρες διδασκαλίας σε ΙΕΚ και δέκα επτά (17) ώρες συντονισμού πρακτικής άσκησης εντός μιάς εβδομάδος.

Από τη μελέτη των νομικών δεδομένων και των πραγματικων περιστατικών προκύπτουν τα ακόλουθα: α. Η ανωτέρω δεν διέθετε τα απαιτούμενα, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, προκειμένου να αναλάβει τη διδασκαλία μαθημάτων, τα οποία φέρεται ότι δίδαξε, κατά μείζονα δε λόγο, δεν διέθετε τα προσόντα για να ορισθεί συντονίστρια πρακτικής άσκησης.

Άλλωστε, η διδασκαλία εξειδικευμένων μαθημάτων (Οδοντοτεχνική, Θεραπευτική Διαιτολογία, Πρώτες Βοήθειες, Νοσηλευτική Χειρουργική, Μηχανογραφημένη Λογιστική κλπ.), που απαιτούν αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ήταν πρακτικά αδύνατο να πραγματοποιηθεί από ένα εκπαιδευτή. β. Οι Διευθυντές των προαναφερθέντων ΙΕΚ αφενός μεν προέβησαν σε μη σύννομες αναθέσεις διδασκαλίας, κατά παράβαση των διατάξεων της παρ. 3 του Κεφ.

Α του άρθρου 19 της αριθμ. 121/1992 Κανονιστικής Απόφασης "Κανονισμός λειτουργίας του ..." (ΦΕΚ 371/Β), οι οποίες τόσο για τυπικούς, όσο και για ουσιαστικούς λόγους, δεν μπορεί να έχουν έννομα αποτελέσματα, αφετέρου δε βεβαίωναν την πραγματοποίηση, εκ μέρους των ανωτέρω, ωρών διδασκαλίας, που εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατον χρονικώς να πραγματοποιηθούν.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι οι συμβάσεις αυτές φέρουν υπογραφές της συμβαλλομένης με εμφανώς διαφορετικό τρόπο (επισυνάπτονται φωτοαντίγραφα). Αποτέλεσμα των παραπάνω μη σύννομων ενεργειών ήταν να ζημιωθεί ο Οργανισμός με το ποσό των 2.700.000 δρχ. περίπου (642 ώρες Χ 4.200 δρχ.), μόνο για το έτος 1999, το οποίο θα πρέπει να αναζητηθεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν, να ζημιωθούν οι εκπαιδευόμενοι στο ΙΕΚ και τέλος, να στερηθούν του δικαιώματος διδασκαλίας εκπαιδευτές, που είχαν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για να αναλάβουν τη διδασκαλία των συγκεκριμένων μαθημάτων.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα ασφαλώς τίθεται θέμα και για άλλα διδακτικά εξάμηνα, που τυχόν ανατέθηκε στην ανωτέρω διδασκαλία σε ΙΕΚ. Η παράμετρος αυτή δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί στα πλαίσια του παρόντος ελέγχου και για το λόγο αυτό οι Δ/νσεις Δ/κού και Οικονομικού του ... επιβάλλεται να προβούν σε περαιτέρω διερεύνηση του θέματος, σε ακριβή προσδιορισμό των ποσών που καταβλήθηκαν και να ενημερώσουν σχετικά την 50ή Δ/νση του Γ.Λ.Κ.

Όσον αφορά το συντονισμό πρακτικής άσκησης σημειώνουμε ότι, εφόσον η ανωτέρω δεν είχε τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και επομένως τη δυνατότητα πραγματοποίησης της διδασκαλίας μαθημάτων, κατά μείζονα λόγο δεν είχε τη δυνατότητα συντονισμού πρακτικής άσκησης στις συγκεκριμένες αυτές ειδικότητες, οι οποίες μάλιστα δεν αναφέρονται στις συμβάσεις ανάθεσης συντονισμού.

Από τα στοιχεία που συγκεντρώσαμε φαίνεται ότι ανέλαβε τον συντονισμό πρακτικής άσκησης και αποζημιώθηκε ως εξής: α) ... από 23/2 έως 30/6/1999 επί 17 ώρες ανά εβδομάδα και από 1/7 έως 31/12/1999 επί 8 ώρες ανά εβδομάδα με συνολική αμοιβή 1.141.000 δρχ., β) ... από 1/7 έως 31/12/1999 και από 1/1/2000 έως 1/4/2000 επί 8 ώρες ανά εβδομάδα με συνολική αμοιβή 1.474.104 δρχ.

και γ) ... από 1/10/2000 έως 31/3/2001 επί 8 ώρες ανά εβδομάδα με συνολική αμοιβή 433.560 δρχ και σύνολο αμοιβών για τα ανωτέρω υπό στοιχ. α’ , β’ και γ’ χρονικά διαστήματα 3.048.664 δρχ. Όμοια αντιμετώπιση με την προαναφερθείσα αποζημίωση εκπαιδεύτριας, ως προς την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ισχύει και για τις αποζημιώσεις αυτές.

Ορισμένες συμβάσεις εξ αυτών φέρουν υπογραφές της συγκεκριμένης συντονίστριας με εμφανώς διαφορετικό τρόπο (επισυνάπτονται φωτοαντίγραφα)". Ακολούθως, με τις υπ’ αριθ. πρωτ. ...14-8-2003 και .../26-2-2004 αποφάσεις της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα, ανατέθηκε στον εφεσίβλητο και στον συνάδελφό του Π.

Κ. η από κοινού ολοκλήρωση του ελέγχου μισθοδοσίας και προσθέτων αμοιβών στον ..., για το χρονικό διάστημα από 1997 έως 2002, και η έκδοση καταλογιστικών πράξεων σε βάρος των αχρεωστήτως λαβόντων με βάση την προαναφερόμενη από 11-11-2002 έκθεση ελέγχου. Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών διενεργήθηκε από τους ως άνω ορισθέντες ελεγκτές ο σχετικός έλεγχος και συντάχθηκε η από 31-5-2006 πορισματική έκθεση ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών στον ....

Στις σελίδες 118 έως 121 της εν λόγω έκθεσης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ότι η σύζυγος του εκκαλούντος, Π. Β., με τυπικά προσόντα υπαλλήλου Δ.Ε. (απολυτήριο Λυκείου), φέρεται ότι δίδαξε τα ακόλουθα δέκα (10) διαφορετικά μαθήματα στα ... ... κατά τα έτη 1999 και 2000, ήτοι : 1) Θεωρία Πορσελάνης της ειδικότητας "Οδοντοτεχνική Πορσελάνης" (Σύμβαση με ... 4-10-1999). 2) Κινητή Προσθετική της ειδικότητας "Οδοντοτεχνική Πορσελάνης" (Σύμβαση με ... 23-2-1999). 3) Νοσηλευτική Χειρουργική II της ειδικότητας "Νοσηλευτική Χειρουργείου" (Σύμβαση με ... 4-10-1999). 4) Πρώτες Βοήθειες της ειδικότητας "Νοσηλευτική Τραυματιολογία" (Σύμβαση με ... 4-10-1999). 5) Θεραπευτική Διαιτολογία της ειδικότητας "Ειδικός Εφαρμογών Διαιτητικής" (Σύμβαση με ... 4-10-1999). 6) Χρήση Η/Υ των ειδικοτήτων "Τεχνικός Αυτοματισμών" (Σύμβαση με ... 23-2-1999), "Τεχνικός Ραδ/κών και Ηλεκτ/κών Διατάξεων" (Σύμβαση με ... 23-3-1999) και "Τεχνικός Εγκαταστάσεων Ψύξης" (Σύμβαση με ... 4-10-1999).

7) Windows της ειδικότητας "Ειδικός Γεωγραφικών Συστημάτων" (Σύμβαση με ... 23-2-1999). 8) Επεξεργασία Κειμένου της ειδικότητας "Ειδικός Γεωγραφικών Συστημάτων’ ‘ (Σύμβαση με ... 4-10-1999). 9) Λειτουργικά Συστήματα DOS-Windows της ειδικότητας "Ειδικός Εφαρμογών Πληροφορικής με Πολυμέσα" (Σύμβαση με ... 23-2-1999). 10) Μηχανογραφημένη Λογιστική I, II της ειδικότητας "Ειδικός Φοροτεχνικού Γραφείου" (Σύμβαση με ... 23-2-1999).

Ότι η ανωτέρω ορίσθηκε συντονίστρια πρακτικής άσκησης από τα ..., σε καμία όμως από τις σχετικές συμβάσεις δεν προσδιορίζεται το αντικείμενο του συντονισμού πρακτικής άσκησης, ενώ η από 1-7-1999 σύμβαση με το ... υπεγράφη κατ’ εξουσιοδότηση της υπ’ αριθ. .../8-10-1999 απόφασης του τότε Προέδρου του Οργανισμού, Γ.

Σ., η οποία όμως εκδόθηκε τρεις μήνες μετά την υπογραφή της σύμβασης. Ότι από έλεγχο που διενεργήθηκε προκύπτουν αποζημιώσεις της Π. Β. για αριθμό ωρών απασχόλησης, που αυτή φέρεται ότι δίδαξε ή πραγματοποίησε συντονισμό σε δύο διαφορετικά ΙΕΚ, παράλληλα, οι οποίες (ώρες απασχόλησης) φθάνουν ακόμη και τις 164 κατά μήνα (162, 144, 145, 164, 164, 147 τους μήνες Μάρτιο, Μάιο, Ιούνιο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 1999 αντίστοιχα) και ήταν χρονικά αδύνατο να πραγματοποιηθούν.

Ότι το συνολικό ποσό που πρέπει αναζητηθεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν στην ανωτέρω κατά την περίοδο 1999-2001, λόγω διδασκαλίας και συντονισμού πρακτικής άσκησης σε ΙΕΚ, ανέρχεται σε 12.366,80 ευρώ (4.214.001 δρχ.), καθόσον κατά το ποσό τούτο υπάρχει υπέρβαση των ανωτάτων ορίων απολαβών που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 11 του Ν. 1305/1982, 5 του Ν. 1351/1983 σε συνδ.

με το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν. 1400/1983. Ότι η Π. Β. δεν προκύπτει ότι διέθετε, σε οποιοδήποτε από τα μαθήματα τα οποία φέρεται ότι δίδαξε, τα απαιτούμενα προσόντα για να συμπεριληφθεί στους πίνακες υποψηφίων, όπως απαιτείται από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 19 του Κεφ. Ε’ της υπ’ αριθ. 121/1992 Κανονιστικής Απόφασης και ότι σε καμία περίπτωση προσλήψεώς της δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία, με αποτέλεσμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της σε βάρος του προϋπολογισμού του ....

και την υποβάθμιση της παρεχόμενης κατάρτισης από τα ΙΕΚ στα συγκεκριμένα μαθήματα, με ευθύνη όλων των εμπλεκομένων οργάνων. Ότι στην περίπτωση των συμβάσεων της ανωτέρω, οι υπογραφές της παρουσιάζονται με εμφανώς διαφορετικό τρόπο, γεγονός που συνδυαζόμενο με τις λοιπές διαπιστώσεις (ώρες απασχόλησης που στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν χρονικά αδύνατον να πραγματοποιηθούν, ασυμβατότητα τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του "εκπαιδευτή" με τη δυνατότητα διδασκαλίας και συντονισμού πρακτικής άσκησης συγκεκριμένων μαθημάτων, καταστροφή παρουσιολογίων και ωρολογίων προγραμμάτων κλπ.) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι ώρες διδασκαλίας και συντονισμού πρακτικής άσκησης ήταν πλασματικές και οι αποζημιώσεις μη σύννομες.

Καταλήγει δε, η ως άνω πορισματική έκθεση, όσον αφορά την περίπτωση της Π. Β., ότι το θέμα χρήζει ποινικής διερεύνησης - αξιολόγησης και θα πρέπει να διερευνηθεί και η τυχόν εμπλοκή - συμμετοχή του συζύγου της, Ι. Π. (ήδη εκκαλούντος) στην εν λόγω υπόθεση, δεδομένου ότι οι προαναφερόμενες μη σύννομες απασχολήσεις - αποζημιώσεις συμπίπτουν με το χρονικό διάστημα της παρουσίας του τελευταίου στη θέση του Αντιπροέδρου του ....

Κατόπιν αυτού ο εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ...4-12-2006 έγκληση σε βάρος α) του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) και β) του (μη διαδίκου) Π. Κ., με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ο πρώτος των εγκαλουμένων, ως υπάλληλος της 50ής Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από κοινού με άλλους συναδέλφους του, διεξήγαγαν κατόπιν εντολής της Υπηρεσίας τους, έλεγχο στα οικονομικά του ....

για το χρονικό διάστημα από το 1997 έως και το 2002 και συνέταξαν την από 11-11-2002 Έκθεση Ελέγχου Μισθοδοσίας και Πρόσθετων Αμοιβών, η οποία έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου .../20-2-2003. Στην έκθεση αυτή αποτυπώθηκαν διαπιστώσεις περί διάπραξης παραβάσεων σε ζητήματα αποζημιώσεων, ανάθεσης διδακτικού έργου σε στελέχη, υπαλλήλους και ωρομίσθιους εκπαιδευτές, οι οποίοι -όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η εν λόγω έκθεση- είτε δεν διέθεταν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα είτε δεν πραγματοποιούσαν το έργο για το οποίο προσελήφθησαν και αμείβονταν.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η εν λόγω έκθεση δεν αναφέρεται επ’ ουδενί στο πρόσωπό μου ούτε αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού στο παραμικρό η δική μου θητεία ως Αντιπρόεδρος στον .... Κατόπιν των περιεχομένων στην εν λόγω Έκθεση Ελέγχου διαπιστώσεων περί παραβατικών συμπεριφορών, στη σύνταξη της οποίας συνέπραξε και ο πρώτος των εγκαλουμένων κ.Γ.

Μ., ο τότε Πρόεδρος του ...., κ. Π. Μ., έδωσε εντολή με την υπ’ αριθ. πρωτ. ...-2-2003 απόφασή του για τη διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης με σκοπό την πλήρη διαλεύκανση των καταγγελλομένων. Η Ε.Δ.Ε. ολοκληρώθηκε στις 11-7-2003 και αφού έλαβε υπόψη της το σύνολο των καταγγελλομένων παραβάσεων, κατέληξε μεταξύ άλλων στην εξαγωγή των ακόλουθων συμπερασμάτων: "Θεωρούμε ότι στο πλαίσιο διενέργειας αυτής της Ε.Δ.Ε.

δεν υπάρχει ανάγκη να προσεγγίσουμε καθεμία από τις αναφερόμενες περιπτώσεις στα κεφάλαια Α έως ΙΓ. Και τούτο διότι με (...) απόφαση του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτήθηκε κλιμάκιο έμπειρων υπαλλήλων του ΕΣ με κυρίως έργο την ταυτοποίηση των στοιχείων του πρωτογενούς ελέγχου του κλιμακίου του ΓΛΚ και την επιβολή καταλογισμών εκταμιευθέντων ποσών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων.

Άλλωστε ούτε ιδιαίτερη νομική επάρκεια διεκδικούμε ούτε, πολύ περισσότερο, αντικειμενικά έχουμε τη δυνατότητα να πραγματευθούμε το πολύπλοκο ζήτημα των καταλογισμών και του ύψους τους. Αυτό που κάναμε ήταν να ζητήσουμε από τους αναφερόμενους στην Έκθεση να υποβάλουν υπομνήματα και να εκθέσουν τον αντίλογό τους για να αποτελέσουν στοιχεία προς συνεκτίμηση κατά τον επικείμενο έλεγχο του Γενικού Λογιστηρίου ...

Στο πλαίσιο της έρευνάς μας δεν έγινε δυνατόν να εξακριβωθεί αν οι αποζημιώσεις που δόθηκαν είναι αντίστοιχες πράγματι καταβληθείσας εργασίας, αν την υπερβαίνουν ή αν δεν αντιστοιχούν καθόλου σε έργο ή εργασία. Θεωρούμε δε ότι πολύ δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί και τεκμηριωθεί περίπτωση χαριστικής καταβολής αποζημίωσης ή αργομισθία στο πλαίσιο οποιασδήποτε έρευνας.

Και τούτο διότι, ακόμη και το τεκμήριο του χρονικώς αδυνάτου που χρησιμοποιεί ο έλεγχος του ΓΛΚ, δηλαδή ότι στο πλαίσιο του 24ώρου δεν μπορούν να αναληφθούν και να εκτελεστούν τα κύρια καθήκοντα της θέσης και όλες οι πρόσθετες αμειβόμενες απασχολήσεις στην Κ.Υ. και στα Ι.Ε.Κ., μπορεί να κλονιστεί εν μέρει με τον ισχυρισμό ότι εξαιρετικές περιστάσεις μετατόπιζαν την εκτέλεση υποχρεώσεων στα Ι.Ε.Κ. (διδακτικό έργο, συντονισμοί) σε Σαββατοκύριακα και Αργίες (αναπληρώσεις) και με δεδομένο το γεγονός ότι παρουσιολόγια και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία έχουν ήδη καταστραφεί ...

πιστεύουμε ότι τα ανωτέρω στελέχη και υπάλληλοι της Κ.Υ. του .... δεν υπέπεσαν στο πειθαρχικό - ποινικό αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, αφού δεν μπορεί να τους καταλογισθεί: α) δόλος (πρόθεση παράβασης υπαλληλικού καθήκοντος), β) σκοπός προσπορισμού παράνομου οφέλους στον εαυτό τους ή σε τρίτο ή βλάβης του κράτους ή τρίτου.

Ενδεχομένως, θα μπορούσε να τους καταλογισθεί πλημμέλεια περί την εκτέλεση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, υπό την ελαφρυντική περίσταση του υπερβολικού φόρτου εργασίας, παράπτωμα για το οποίο έχει διανυθεί ο χρόνος της ουσιαστικής του παραγραφής ... γ) Οι κατά την άποψη των συντακτών της Έκθεσης Ελέγχου του ΓΛΚ υπερβαλλόντως αποζημιωθέντες ως παρασχόντες είτε διδακτικό ή άλλο έργο στα Ι.Ε.Κ.

είτε υπηρεσίες ειδικού σύμβουλου ή ειδικού συνεργάτη παρά τω Προέδρω, εφόσον δεν συνέπραξαν στην έκδοση διοικητικών πράξεων, θεωρούμε ότι δεν εκδήλωσαν δόλια συμπεριφορά, αφού ούτε γνώριζαν ούτε όφειλαν να γνωρίζουν το πλαίσιο νομιμότητας των όποιων απολαβών τους. Ιδιαίτερα δε, αφού οι ίδιοι παρείχαν πράγματι εργασία πέραν της τακτικώς ή υπερωριακώς αποζημιούμενης (οι φερόμενοι ως παροχείς διδακτικού ή άλλου έργου σε Ι.Ε.Κ., αλλά καταβαλόντες πράγματι αυτήν στην Κ.Υ.

του .... ή με άλλη μορφή πλην του διδακτικού έργου σε Ι.Ε.Κ.) ή υπηρεσία ειδικού συμβούλου ή ειδικού συνεργάτη και δεν παραπλάνησαν την υπηρεσία ή τις ελεγκτικές αρχές". Κατόπιν της εξαγωγής των ως άνω συμπερασμάτων από τη διενεργηθείσα Ε.Δ.Ε., ξεκίνησε μια δικαστική διαμάχη με μηνύσεις και αγωγές μεταξύ του πρώτου των εγκαλουμένων κ.

Γ. Μ. και του πρώην Διευθυντού Οικονομικού του .... κ. Γ. Κ., για το συκοφαντικό, ανακριβές και αναληθές περιεχόμενο της Εκθέσεως του κ. Γ. Μ. και των συναδέλφων του. Συγκεκριμένα, στην από 3-2-2004 έγκλησή του σε βάρος του κ.Γ. Κ., ο πρώτος των εδώ εγκαλουμένων κ. Γ. Μ. ανέφερε επί λέξει τα εξής: "Απ’ όσα προεξετέθησαν με σαφήνεια προκύπτει ότι η μήνυση (ενν.

εναντίον του από τον κ. Γ. Κ.) βασίζεται εξ ολοκλήρου σε ψευδή, διαστρεβλωμένα και συκοφαντικά στοιχεία με προφανή σκοπό τη δυσφήμησή μου ως ελεγκτή, τη δίωξή μου από τις αρχές και τη δημιουργία ερεισμάτων για την απαλλαγή του μηνυτή και της συζύγου του, που με τις ενέργειές τους ή με τις παραλείψεις οφειλόμενων ενεργειών ζημίωσαν τον Οργανισμό με σημαντικά ποσά και μείωσαν το κύρος και την αξιοπιστία του".

Είναι πραγματικά απορίας άξιο με ποιο δικαίωμα ο εγκαλούμενος κ. Γ. Μ. αγνοεί το αθωωτικό πόρισμα της διενεργηθείσας Ε.Δ.Ε., καθώς και τις απόψεις του κλιμακίου εμπείρων υπαλλήλων τού Ελεγκτικού Συνεδρίου και φθάνει μέχρι του σημείου να υποκαθιστά και να αποπειράται να παραπλανήσει την ίδια τη Δικαιοσύνη, κρίνοντας περί αθώων και ενόχων, διαβιβάζοντας την Έκθεσή του στον Εισαγγελέα και παραβιάζοντας κατάφωρα το τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.

Παρά ταύτα, εν συνεχεία και σε εκτέλεση των υπ’ αριθ. ...14.8.2003 και .../26.2.2004 αποφάσεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, αμφότεροι οι εγκαλούμενοι διεξήγαγαν έλεγχο για το χρονικό διάστημα από το 1997 έως και το 2002, με σκοπό την έκδοση καταλογιστικών πράξεων με βάση το περιεχόμενο και τις διαπιστώσεις της από 11-11-2002 ως άνω αναφερθείσας Εκθέσεως Ελέγχου Μισθοδοσίας και Πρόσθετων Αμοιβών.

Ο πρώτος των εγκαλουμένων, όμως, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη εμπλακεί σε δικαστικό αγώνα για την ως άνω προηγηθείσα ελεγκτική του δραστηριότητα και το συκοφαντικό περιεχόμενο της Εκθέσεώς του, δεν ζήτησε -ως όφειλε- την εξαίρεσή του από τη συγκρότηση του προκείμενου ελεγκτικού μηχανισμού κατά προφανή και κατάφωρη παραβίαση των αρχών της νόμιμης σύνθεσης συλλογικού οργάνου (ταύτιση προσώπου ελέγχοντος και ελεγχομένου), της χρηστής διοικήσεως, της αμερόληπτης κρίσης της Διοικήσεως και του Κράτους Δικαίου.

Η συμπεριφορά του δε αυτή είναι και ποινικώς κολάσιμη κατ’ άρθρο 254 Π.Κ. Αμφότεροι οι εγκαλούμενοι, μετά το πέρας του ελέγχου που διενήργησαν, συνέταξαν μια Πορισματική Έκθεση Ελέγχου Μισθοδοσίας και Πρόσθετων Αμοιβών, η οποία αφορά στο τμήμα του διαχειριστικού ελέγχου στον .... και άπτεται αμιγώς μισθολογικών θεμάτων και η οποία ολοκληρώθηκε επίσημα και υπεγράφη από τους εγκαλούμενους την 31-5-2006.

Στην εν λόγω πορισματική έκθεση και συγκεκριμένα στις σελίδες 118-121, οι εγκαλούμενοι αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και στο ζήτημα της απασχόλησης και αποζημίωσης της συζύγου μου από τον ...., την οποία εθεώρησαν ως μη σύννομη. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή τους και με βάση τα στοιχεία που συνέλεξαν, υπήρξε παραβίαση του διαδικαστικού και εν γένει κανονιστικού πλαισίου απασχόλησης και αμοιβής της συζύγου μου, καθόσον όσον καταστρατηγήθηκαν -κατά την άποψη πάντα των εγκαλουμένων- οι διέπουσες το όλο ζήτημα διατάξεις.

Με αφορμή το σύνολο των διαπιστώσεων των εγκαλουμένων διενεργήθηκε Ένορκη Διοικητική Εξέταση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 11-7-2003 και ουδέν το μεμπτό προσήψε στη σύζυγό μου αναφορικά με τις εν λόγω παρατηρήσεις και αιτιάσεις των εγκαλουμένων. Ανεξάρτητα, όμως, από την ορθότητα ή μη των αιτιάσεων αυτών, οι εγκαλούμενοι, κατά προφανή ανευθυνότητα και υπέρβαση εξουσίας, ανέφεραν στην εν λόγω Πορισματική Έκθεσή τους και συγκεκριμένα στο τέλος της σελ. 121 αυτής, τα εξής συκοφαντικά λόγια: "Κατόπιν αυτών, θεωρούμε ότι το θέμα των μη σύννομων απασχολήσεων - αποζημιώσεων της Κας Π.

Β. (...) χρήζει και ποινικής διερεύνησης και αξιολόγησης. Κατά την άποψή μας πρέπει να διερευνηθεί και η τυχόν εμπλοκή-συμμετοχή του συζύγου της Κας Π. Β., κ. Ι. Π., στην εν λόγω υπόθεση, δεδομένου ότι οι ανωτέρω μη σύννομες απασχολήσεις -αποζημιώσεις συμπίπτουν με το χρονικό διάστημα της παρουσίας του στη θέση του Αντιπροέδρου του Οργανισμού".

Ποια είναι άραγε τα αδικήματα αυτά που επικαλούνται οι εγκαλούμενοι στην έκθεσή τους και στα οποία φέρομαι ως εμπλεκόμενος; Αν είχαν πράγματι ενδείξεις ή αποδείξεις σε βάρος μου, γιατί δεν κάνουν την παραμικρή αναφορά σε αυτές; Καταδεικνύεται, ως εκ τούτου, ο δόλος συκοφαντίας, η νοσηρή φαντασία και η εμπάθεια των εγκαλουμένων προς το πρόσωπό μου, οι οποίοι, υπερβαίνοντας την ελεγκτική εξουσία και κατά παράβαση των καθηκόντων τους, χωρίς την παραμικρή ένδειξη -πολλώ δε μάλλον απόδειξη- σε βάρος μου, τόλμησαν να με παρουσιάσουν ως εμπνευστή και συνεργό παράνομων μεθοδεύσεων και ενεργειών σε βάρος των συμφερόντων του Οργανισμού.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι περί μη σύννομων ενεργειών αιτιάσεις τους σε βάρος της συζύγου μου ουδόλως απεδείχθησαν -με βάση την περατωθείσα από 11-7-2003 Ε.Δ.Ε.- ότι ευσταθούν και μπορούν να καταλογιστούν σε βάρος της. Εντελώς αυθαίρετα και καταχρηστικά, κινούμενοι από ευτελή και ιδιοτελή κίνητρα, οι εγκαλούμενοι συνέδεσαν το πρόσωπό μου με όσα καταλόγισαν στο πλαίσιο του ελέγχου τους στη σύζυγό μου, θέλοντας να αμαυρώσουν την προσφορά και το έργο μου στον Οργανισμό κατά την περίοδο της θητείας μου ως Αντιπροέδρου και να σπιλώσουν την προσωπική και επαγγελματική μου αξία ...

Επειδή οι ως άνω αναφερόμενες αιτιάσεις και τα δυσφημιστικά γεγονότα που επικαλέστηκαν και διέδωσαν οι εγκαλούμενοι σε βάρος μου, είναι εντελώς ανεδαφικά, ψευδή, ανήθικα και συκοφαντικά, τα κατασκεύασαν δε οι εγκαλούμενοι με άμεσο δόλο να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή μου και να εξυπηρετήσουν ιδιοτελή συμφέροντά τους.

Επειδή οι εγκαλούμενοι γνώριζαν την αναλήθεια των ισχυρισμών τους και εν τούτοις, εδράζοντας αυτούς σε αυθαίρετες και νοσηρής φαντασίες εικασίες, που περιήλθαν σε γνώση ανυπολόγιστου αριθμού τρίτων προσώπων, υπερέβησαν την εξουσία τους και επιδίωξαν να σπιλώσουν την αξιοπρέπειά μου ως ανθρώπου και ως επαγγελματία, να προκαλέσουν έντονη αμφισβήτηση της τιμιότητάς μου και να απαξιώσουν την προσφορά μου στον ....

κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως Αντιπροέδρου και έτσι έβλαψαν ανεπανόρθωτα το κύρος και την προσωπικότητά μου .....

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΕΓΚΑΛΩ...". Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η σύζυγος του εκκαλούντος, Π. Β., είναι απόφοιτος εξατάξιου Γυμνασίου και διαθέτει πτυχίο προγραμματιστή ηλεκτρονικών υπολογιστών του ...), από το οποίο αποφοίτησε το έτος 1971. Η ανωτέρω απασχολήθηκε ως ωρομίσθια εκπαιδευτής: α) Στο ... από τον Μάρτιο του 1999 έως και τον Ιανουάριο του 2000 (με την από 23-2-1999 σύμβαση για τα μαθήματα "Κινητή Προσθετική", "Χρήση Η/Υ" και "WINDOWS" των ειδικοτήτων "Οδοντοτεχνική Πορσελάνης", "Τεχνικός Ραδ/κών και Ηλεκτ/κών Διατάξεων" και "Ειδικός Γεωγραφικών Συστημάτων", αντίστοιχα και με την από 4-10-1999 σύμβαση για τα μαθήματα "Θεωρία Πορσελάνης" της ειδικότητας "Οδοντοτεχνική Πορσελάνης", "Τεχνικός Εγκαταστάσεων Ψύξης", "Επεξεργασία Κειμένου" της ειδικότητας "Ειδικός Γεωγραφικών Συστημάτων") και β) στο ... από τον Μάρτιο του 1999 έως και τον Φεβρουάριο του 2000 (με την από 23-2-1999 σύμβαση για τα μαθήματα "Λειτουργικά Συστήματα DOS-Windows" και "Μηχανογραφημένη Λογιστική I,

ΙΙ" των ειδικοτήτων "Ειδικός Εφαρμογών Πληροφορικής με Πολυμέσα" και "Ειδικός Φοροτεχνικού Γραφείου", αντίστοιχα και με την από 4-10-1999 σύμβαση για τα μαθήματα "Νοσηλευτική Χειρουργική II", "Πρώτες Βοήθειες" και "Θεραπευτική Διαιτολογία" των ειδικοτήτων "Νοσηλευτική Χειρουργείου", "Νοσηλευτική Τραυματιολογία" και "Ειδικός Εφαρμογών Διαιτητικής", αντίστοιχα).

Επίσης, η ανωτέρω προσελήφθη στον .... ως συντονίστρια πρακτικής άσκησης των καταρτιζομένων των ... δυνάμει της υπ’ αριθ. .../8-10-1999 απόφασης του τότε Προέδρου του ...., καθώς και των α) από 1-7-1999 σύμβασης με τον Διευθυντή του ..., β) από 23-2-1999 και 1-7-1999 συμβάσεων με τον Διευθυντή του ... και γ) από 1-10-2000 σύμβασης με τον Διευθυντή του ....

Κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, που η Π. Β. φέρεται ότι απασχολήθηκε ως ωρομίσθια εκπαιδευτής και παράλληλα ως συντονίστρια πρακτικής άσκησης, το άρθρο 19 της υπ’ αριθ. 121/25-5-1992 "Κανονισμός λειτουργίας του ...." απόφασης του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β’ 371/9-6-1992), όπως αυτό αναριθμήθηκε από 22 σε 19 με την παρ. 24 του άρθρου 1 της υπ’ αριθ.

Φ1/Ε/6527/28-7-1993 απόφασης του ίδιου ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ 580/3-8-1993), όριζε τα εξής: "Ωρομίσθιο Προσωπικό -Προσωπικό με σύμβαση εργασίας ή έργου. Α’ Ωρομίσθιοι Εκπαιδευτές. 1. Για τις εκπαιδευτικές ανάγκες των ΙΕΚ είναι δυνατή η πρόσληψη προσωπικού με ωριαία αντιμισθία. Η πρόσληψη του προσωπικού αυτού γίνεται από σχετικούς πίνακες που συντάσσονται κατά ΙΕΚ για κάθε εξάμηνο κατάρτισης.

Η σύνταξη των πινάκων αυτών ολοκληρώνεται πριν την έναρξη των μαθημάτων κάθε εξαμήνου και ισχύουν για το επόμενο εξάμηνο κατάρτισης. 2. Κατόπιν εγκρίσεως του Προέδρου του .... εκδίδεται απόφαση του Διευθυντή του οικείου ΙΕΚ, στην οποία καθορίζονται τα απαιτούμενα προσόντα του ανωτέρω προσωπικού. Περίληψη της απόφασης αυτής δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον εφημερίδες του ημερήσιου τύπου και γίνεται πρόσκληση των ενδιαφερομένων να υποβάλουν σχετική αίτηση στο ΙΕΚ μέσα σε τακτή προθεσμία. 3.

Ο Διευθυντής του ΙΕΚ, μετά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, προβαίνει στον έλεγχο των υποβληθέντων δικαιολογητικών και στη συνέχεια καταρτίζει πίνακες υποψηφίων κατά ειδικότητα, στους οποίους περιλαμβάνονται μόνο οι υποψήφιοι που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα και έχουν υποβάλει την αίτησή τους εμπρόθεσμα.

Οι πίνακες αυτοί, μαζί με τις αιτήσεις και τα λοιπά δικαιολογητικά που ορίζονται με την προκήρυξη, τίθενται υπόψη Επιτροπής, που συγκροτείται με απόφαση του Διευθυντή του οικείου ΙΕΚ και αποτελείται από έναν εκπρόσωπο του ...., που ορίζεται από τον Πρόεδρο αυτού και τον Αναπληρωτή Διευθυντή του ΙΕΚ, ως μέλη και τον Διευθυντή του ΙΕΚ ως Πρόεδρο.

Καθήκοντα Γραμματέα της Επιτροπής ασκεί υπάλληλος που υπηρετεί στο ΙΕΚ. 4. Η Επιτροπή, κατά τη κρίση της, εκτιμά την καταλληλότητα εκείνων που πρόκειται να απασχοληθούν ως ωρομίσθιοι εκπαιδευτές και τους κατατάσσει, κατά σειρά, σε πίνακες, οι οποίοι υπογράφονται από όλα τα μέλη και τον Πρόεδρο της Επιτροπής. 5.

Οι πίνακες αυτοί ισχύουν για το εξάμηνο κατάρτισης για το οποίο έχουν συνταχθεί και βάσει αυτών, καθώς και των εκπαιδευτικών αναγκών του οικείου ΙΕΚ, γίνεται η πρόσληψη του ωρομίσθιου προσωπικού με την υπογραφή από τον προσλαμβανόμενο και τον Διευθυντή του οικείου ΙΕΚ ειδικής σύμβασης, στην οποία καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε άλλη λεπτομέρεια απασχόλησης του προσλαμβανομένου. 6.

Εάν, κατά τη διάρκεια ισχύος των πινάκων, προκύψει ανάγκη πρόσληψης ωρομισθίου προσωπικού ειδικότητας που δεν περιλαμβάνεται στους πίνακες ή ειδικότητας της οποίας οι υποψήφιοι έχουν ήδη προσληφθεί ή έχουν ανακαλέσει την αίτησή τους, ο Διευθυντής του οικείου ΙΕΚ προβαίνει στην απ’ ευθείας ανάθεση ωριαίας διδασκαλίας, με την υπογραφή της σύμβασης της προηγούμενης παραγράφου, σε υποψηφίους που διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου." Περαιτέρω, κατά το ίδιο ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, το άρθρο 19 παρ. 9 της ανωτέρω Υπουργικής απόφασης όριζε τα εξής: "α.

Για την πραγματοποίηση της πρακτικής άσκησης των καταρτιζομένων σε εργαστήρια, υπηρεσίες και παραγωγικές μονάδες του Δημοσίου καθώς και του ιδιωτικού τομέα είναι δυνατόν να προσλαμβάνονται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 του κεφαλαίου Α’ του παρόντος άρθρου και για κάθε εξάμηνο κατάρτισης, εκπαιδευτές από τους εργαζόμενους στο χώρο της πρακτικής άσκησης.

β. Για τον συντονισμό και εποπτεία της κατά την προηγούμενη παράγραφο πρακτικής άσκησης ο Δ/ντής του ΙΕΚ με αιτιολογημένη απόφασή του, η οποία κοινοποιείται στη Δ/νση Κατάρτισης του ...., προσλαμβάνει συντονιστή πρακτικής άσκησης. γ. Η πρόσληψη του συντονιστή και των εκπαιδευτών πρακτικής άσκησης καταρτίζεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου με ωριαία αντιμισθία, η οποία υπογράφεται από τον Δ/ντή του ΙΕΚ και τους προσλαμβανόμενους".

Εξάλλου, το άρθρο 5 της υπ’ αριθ. Ζ’ /1802/6-2-1996 "Πρακτική άσκηση αποφοίτων ΙΕΚ" απόφασης του ίδιου ως άνω Υπουργού (ΦΕΚ Β’ 104/22-2-1996) όριζε τα εξής : "1. Για την εποπτεία της Πρακτικής Άσκησης ορίζονται οι συντονιστές Πρακτικής Άσκησης του αντίστοιχου ΙΕΚ, των οποίων η πρόσληψη και η αποζημίωση γίνεται σύμφωνα με τα εδάφια β’ και γ’ της παραγράφου 9 του άρθρου 19 της Υπουργικής Απόφασης 121/25.5.92 (ΦΕΚ 371 τ.

Β’ ), όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, μετά από έγκριση του Προέδρου του .... Με απόφαση του Προέδρου του .... καθορίζεται ο αριθμός των συντονιστών ανά ΙΕΚ, ανάλογα με το πλήθος των ασκούμενων που αυτά εποπτεύουν και με το πλήθος των φορέων που έχουν αναλάβει τη διεξαγωγή της Πρακτικής Άσκησης. 2.

Έργο των συντονιστών Πρακτικής Άσκησης είναι η πραγματοποίηση επισκέψεων στους χώρους Πρακτικής Άσκησης, χωρίς να έχει προηγηθεί ειδοποίηση, όπου ελέγχουν την παρουσία του καταρτιζόμενου, το αντικείμενο της Πρακτικής Άσκησης εάν είναι σύμφωνο με τα δηλωθέντα, το περιβάλλον εργασίας, τον Ατομικό Φάκελο Πρακτικής Άσκησης κλπ. 3.

Η άσκηση της εποπτείας και συντονισμού θεωρείται ως κανονική διδακτική απασχόληση και αντιστοιχεί με τέσσερις ώρες διδακτικής απασχόλησης για κάθε επίσκεψη, επιπλέον του τυχόν λοιπού εκπαιδευτικού έργου τους. 4. Ο αριθμός των επισκέψεων ανά τμήμα και συντονιστή καθορίζονται με απόφαση του Προέδρου του O.E.E.Κ.

Οι συντονιστές οφείλουν να εκθέτουν εγγράφως στη Δ/νση Κατάρτισης του .... τα όσα διαπιστώνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι τα προσόντα των συντονιστών πρακτικής άσκησης πρέπει να έχουν σχέση με το αντικείμενο του καταρτιζομένου ή αποφοίτου, δεδομένου ότι ο έλεγχος του αντικειμένου της πρακτικής άσκησης, ήτοι εάν αυτό είναι σύμφωνο με τα δηλωθέντα, καθώς και η αντιστοίχιση του συντονισμού με τέσσερις ώρες διδακτικής απασχόλησης για κάθε επίσκεψη, προϋποθέτουν οπωσδήποτε και κάποια γνώση του συντονιστή σε σχέση με το αντικείμενο της πρακτικής άσκησης.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την υπ’ αριθ. πρωτ. ...17-10-2004 εγκύκλιο του τότε Προέδρου του .... Χ. Μ., σύμφωνα με την οποία η εποπτεία της Πρακτικής Άσκησης δεν απαιτεί τυπικά προσόντα και εξειδίκευση, αντίστοιχα των αντικειμένων των ασκουμένων, αλλά συνέπεια και υπευθυνότητα στον έλεγχο των θεσμοθετημένων διαδικασιών, δεδομένου μάλιστα ότι ο ίδιος στη μεταγενέστερη υπ’ αριθ.

πρωτ. .../2-5-2007 επιστολή του αναφέρει ότι "οι συντονιστές Πρακτικής Άσκησης Αποφοίτων αντλούνται είτε από εκπαιδευτές ΙΕΚ που προέρχονται από την κατάσταση (Η2) των αξιολογηθέντων εκπαιδευτών για παροχή (συντονισμό) πρακτικής άσκησης του αντίστοιχου ΙΕΚ είτε από συντονιστές πρακτικής άσκησης που έχει πραγματοποιηθεί σε εργαστήρια, υπηρεσίες και παραγωγικές μονάδες του Δημοσίου ή του Ιδιωτικού τομέα και εφόσον η ειδικότητά τους είναι αντίστοιχη με εκείνη του τομέα, τουλάχιστον, των αντικειμένων των ασκουμένων αποφοίτων." Αποδεικνύεται, επίσης, ότι η Π.

Β. δεν διέθετε τα απαιτούμενα από το νόμο προσόντα, προκειμένου να της ανατεθούν καθήκοντα ωρομίσθιου εκπαιδευτή σε ΙΕΚ και συντονιστή πρακτικής άσκησης καταρτιζομένων και αποφοίτων ΙΕΚ και δη για τα αντικείμενα που ειδικότερα αναφέρονται πιο πάνω, ενώ η πρόσληψή της ως ωρομίσθιας εκπαιδευτή έγινε χωρίς να τηρηθεί η προεκτεθείσα νόμιμη διαδικασία.

Η ανωτέρω από την προαναφερόμενη απασχόλησή της εισέπραξε τα ακόλουθα ποσά: α) ως συντονίστρια πρακτικής άσκησης το συνολικό ποσό των 1.956.894 δραχμών και β) ως ωρομίσθια εκπαιδευτής το συνολικό ποσό των 2.411.083 δραχμών. Σύμφωνα με την από 24-8-2012 συμπληρωματική πορισματική έκθεση ομάδας ελέγχου (του Ελεγκτικού Συνεδρίου) στον ...., τα ανωτέρω υπό στοιχ.

α’ και β’ ποσά, που εισέπραξε η Π. Β., πρέπει να αναζητηθούν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.

Συνεπώς, τα αναφερόμενα στην από 11-11-2002 έκθεση ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών στον ...., καθώς και στην από 31-5-2006 πορισματική έκθεση ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών στον .... σε σχέση με τη σύζυγο του εκκαλούντος, Π. Β., ήταν αληθή. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι μετά τη σύνταξη της από 11-11-2002 έκθεσης ελέγχου ξεκίνησε δικαστική διαμάχη μεταξύ του εκ των συντακτών της εν λόγω έκθεσης Γ.

Μ., ήδη εφεσίβλητου, και του τότε Διευθυντή Οικονομικού του ...., Γ. Κ., με υποβολή εκατέρωθεν εγκλήσεων, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε ο εφεσίβλητος στη Γενική Δ/νση Οικονομικής Επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όταν με τις υπ’ αριθ. πρωτ. ...14-8-2003 και .../26-2-2004 αποφάσεις της ως άνω Υπηρεσίας του ανατέθηκε η από κοινού με συνάδελφό του Π.

Κ. ολοκλήρωση του ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών στον ..., για το χρονικό διάστημα από 1997 έως 2002, και η έκδοση καταλογιστικών πράξεων σε βάρος των αχρεωστήτως λαβόντων με βάση την προηγούμενη από 11-11-2002 έκθεση ελέγχου. Η ανωτέρω Υπηρεσία έκρινε, όμως, ότι το προαναφερόμενο γεγονός δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης του εφεσιβλήτου από τη διαδικασία συγκέντρωσης στοιχείων που αφορούν τον Γ.

Κ. και τη σύζυγό του, Σ. Π. (βλ. το υπ’ αριθ. πρωτ. .../12-6-2007 έγγραφο της ανωτέρω Υπηρεσίας) και ακολούθως συντάχθηκε τους ορισθέντες Οικονομικούς Επιθεωρητές Γ. Μ. (εφεσίβλητο) και Π. Κ. η από 31-5-2006 πορισματική έκθεση ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών στον ...., η οποία ουδόλως αναφέρεται στη Σ. Π.. Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι το περιεχόμενο της με ...4-12-2006 έγκλησης του εκκαλούντος σε βάρος του εφεσιβλήτου ήταν ψευδές και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου, ο δε εγκαλών γνώριζε ότι τούτο ήταν ψευδές, ωστόσο υπέβαλε την ως άνω έγκληση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εφεσιβλήτου για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης.

Του ως άνω ψευδούς και συκοφαντικού περιεχομένου της από 4-12-2006 έγκλησης έλαβαν γνώση, εκτός του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και του Γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, τα μέλη της Διοίκησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, δεδομένου ότι η έγκληση σε βάρος δημοσίου υπαλλήλου κοινοποιείται στην υπηρεσία του.

Αποδεικνύεται, επίσης, ότι συνεπεία της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εκκαλούντος υπέστη προσβολή η προσωπικότητα του εφεσιβλήτου, καθόσον εθίγησαν η τιμή και η υπόληψή του, γεγονός το οποίο του προξένησε ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, ενόψει των συνθηκών τέλεσης της πράξης, του βαθμού υπαιτιότητας του εκκαλούντος, της κοινωνικής θέσης και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, κρίνεται ως εύλογο το ποσό των 25.000 ευρώ".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, με την οποία ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων επεδίωκε την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο -κατά μερική παραδοχή της αγωγής του- το ποσό των 25.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 362, 363 και 367 του Π.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητος του αναιρεσιβλήτου, με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη της εκ της διατάξεως του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ.

καταλυτικής ενστάσεως του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι τα γεγονότα που διαλαμβάνονται στην κατά του αναιρεσιβλήτου μήνυση του αναιρεσείοντος και αφορούν τη διάπραξη εκ μέρους του των αδικημάτων της ψευδούς κατ’ αυτού καταμηνύσεως, της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως, της παραβάσεως καθήκοντος, καθώς και την επίδειξη εκ μέρους του μεροληψίας κατά τη διενέργεια του ελέγχου, την εξ εμπαθείας υπέρβαση της ελεγκτικής του εξουσίας, την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων και τα ευτελή και ιδιοτελή κίνητρα αυτού, προκειμένου να κινηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, είναι αναληθή και ο αναιρεσείων τα ισχυρίσθηκε εν γνώσει της αναληθείας των και με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου ως ατόμου και ως υπαλλήλου, και συνεπώς τέλεσε εις βάρος του την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και του προξένησε ηθική βλάβη που θεμελιώνει τη ένδικη αξίωσή του προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως οι περί του αντιθέτου (τέσσαρες συνολικώς) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση επάλληλες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία δηλαδή και εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τυγχάνουν αβάσιμοι.

IV. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό και λόγο εφέσεως αυτού που αφορά την πρόσληψη και τα προσόντα των συντονιστών πρακτικής ασκήσεως και δη ότι σύμφωνα με το άρθρο 19 της υπ’ αριθμ. 121/1992 Αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων δεν απαιτούνται τυπικά προσόντα και εξειδίκευση των αντικειμένων των ασκουμένων, όπως αναφέρει στην έκθεσή του ο αναιρεσίβλητος, αλλά συνέπεια και υπευθυνότητα στον έλεγχο των θεσμοθετημένων διαδικασιών, παρεβίασε την εν λόγω υπουργική απόφαση και συνακολούθως τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 362-363 του Π.Κ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ανεξαρτήτως του αν ορθώς ή εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι οι προϋποθέσεις προσλήψεως των συντονιστών πρακτικής ασκήσεως καθορίζονται από τις διατάξεις της παρ.9 περ.Α του άρθρου 19 περί ωρομισθίων εκπαιδευτών της 121/1992 Κανονιστικής Αποφάσεως και ότι η πρόσληψή των γίνεται από τον πίνακα της παρ.4 του άρθρου 19 που ισχύει για τους εκπαιδευτές, τυγχάνει αλυσιτελής, αφού και αληθής υποτιθέμενος ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν αναιρεί την αδικοπρακτική συμπεριφορά και ευθύνη τούτου και δεν άγει σε εσφαλμένη νομική υπαγωγή αυτής στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρονται ανωτέρω.

V. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων παρομοίως προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό του που αφορούσε το καθεστώς αξιολογήσεως και επιλογής των εκπαιδευτών και δη των πρόσθετων- εργαστηριακών εκπαιδευτών και συγκεκριμένα ότι σύμφωνα με το άρθρο 19 της ως άνω Αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων - πριν την έκδοση της Κοινής Εγκυκλίου των Διευθύνσεων Κατάρτισης και Διοικητικού του ..., που θεσμοθέτησε τη συμπλήρωση Πινάκων Η1, Η2 και Η3- η επιλογή των εκπαιδευτών με βάση τα προσόντα αυτών ανετίθετο σε Τριμελή Επιτροπή που συγκροτείτο σε κάθε ΙΕΚ και μάλιστα με Εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ προεβλέπετο η πρόσληψη και πρόσθετων εκπαιδευτών όταν το πλήθος των καταρτιζομένων σε εργαστηριακά μαθήματα υπερέβαινε ανά τμήμα τον αριθμό 12, παρεβίασε την ως άνω υπουργική απόφαση και κατ’ ακολουθία τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 362-363 του Π.Κ.

Και αυτός ο λόγος αναιρέσεως, τυγχάνει αλυσιτελής, αφού και αληθής υποτιθέμενος ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν αναιρεί την αδικοπρακτική συμπεριφορά και ευθύνη τούτου και δεν άγει σε εσφαλμένη νομική υπαγωγή αυτής στις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

VI. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος και πάλι τους δύο πρώτους ως άνω λόγους αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής από το Εφετείο της νομοθεσίας ως προς την διαδικασία προσλήψεως της συζύγου του, ψέγει την προσβαλλομένη απόφαση διότι με πλημμελείς αιτιολογίες απέρριψε τον βάσιμο ισχυρισμό του περί δόλιας εσφαλμένης εφαρμογής από τον αναιρεσίβλητο των ανωτέρω διατάξεων και περί αποσιωπήσεως από αυτόν λόγου εξαιρέσεως, ο οποίος (ισχυρισμός) σε κάθε περίπτωση ήταν απολύτως εύλογος και όχι εν γνώσει του ψευδής, καθόσον αποτελούσε σθεναρή και απολύτως εύλογη πεποίθησή του, με βάση την συμπεριφορά του, ότι υπέπεσε στις αντίστοιχες αξιόποινες πράξεις και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η τέλεση, εκ μέρους του, του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση αιτιάσεων από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται ευθέως η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού δεν συντρέχει εν προκειμένω οποιαδήποτε εκ των εξαιρετικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην διάταξη αυτή.

Απαράδεκτος επίσης ως αναγόμενος στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι και ο τέταρτος, και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, διότι, με την απόρριψη του προαναφερθέντος ισχυρισμού του ότι η υποβολή της μηνύσεώς του οφείλεται στην εύλογη πεποίθηση αυτού για την νομιμότητα της υπηρεσιακής καταστάσεως της συζύγου του και την άδικη δίωξή του από τον αναιρεσίβλητο, εσφαλμένως δεν εχώρησε στην εφαρμογή της περί απλής δυσφημήσεως διάταξη του άρθρου 362 Π.Κ.

και συνακολούθως στην αποδοχή της εκ του άρθρου 367 § 1 Π.Κ. ενστάσεώς του.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση του Ι. Π. του Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2349/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ