2089/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3696/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης ανέγνωσε την από 25-11-2011 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated2089/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της κατά τα ειδικώτερον στο διατακτικό αναφερόμενα (άρθρ. 176, 183, 189 § 1 και 192 § 2 Κ.Πολ.Δ.).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2089 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2089/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου-Πηλιχού και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρησης Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η. Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3696/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης ανέγνωσε την από 25-11-2011 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπηρεσιακή κατάσταση των εργαζομένων στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ" διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4-10-1973 ΕΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 1274/1973, κυρώθηκε με το αρ. 2 νδ 210/1974 και έχει ισχύ νόμου.
Ο κανονισμός αυτός ορίζει ότι το προσωπικό συνδέεται με την ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο, έκτακτο δε είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη εκτάκτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης (άρθ. 2§§1 και 3), ύστερα από απόφαση του Διοικητή, στην οποία καθορίζονται το είδος της απασχόλησης και ο μισθός των ούτω (ως εκτάκτων) προσλαμβανομένων μισθωτών και το έργο, για τις ανάγκες του οποίου προσλαμβάνονται, και μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του Διοικητή, ύστερα από γνώμη του Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεως (άρθ. 42§§2 και 4).
Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε Κλάδους υποδιαιρουμένους σε Κατηγορίες, που μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθ. 3 (Α, Β, 1-14, η κατάταξη στα οποία αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση του προσωπικού και δεν παρέχει σ' αυτό δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στην διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ), και αριθμός οργανικών θέσεων, κάθε δε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, κατηγορία και κλάδο για την πλήρωση οργανικής θέσης.
Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο και είναι αντίστοιχος προς την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της ΔΕΗ, η κατανομή δε αυτών γίνεται με απόφαση του Διοικητή ανάλογα με τις ανάγκες που υπάρχουν κάθε φορά. Μεταξύ των κλάδων, που αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού σύμφωνα με το είδος της απασχόλησης του, περιλαμβάνονται: (1) Ο κλάδος μισθωτών γενικών υπηρεσιών, που περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες, μεταξύ των οποίων των εργατών (ΓΥ5) που έχει δύο βαθμίδες (α-β), η τελευταία δε περιλαμβάνει τα μισθολογικά κλιμάκια 10-13 και για την ένταξη σ' αυτήν απαιτείται απολυτήριο εξαταξίου δημοτικού σχολείου σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με απαιτουμένη συναφή προς την οικεία ειδικότητα εμπειρία, και (2) Ο κλάδος διοικητικοοικονομικού προσωπικού που περιλαμβάνει δύο κατηγορίες, ήτοι την κατηγορία ΔΟ1-πτυχιούχοι και την ΔΟ2-λοιποί διοικητικοοικονομικοί.
Η κατηγορία ΔΟ1-πτυχιούχοι έχει πέντε βαθμίδες (α, β, γ, δ και ε) και εννέα μισθολογικά κλιμάκια. Ως τυπικό προσόν για την ένταξη σ' αυτήν και μισθολογική εξέλιξη απαιτείται πτυχίο Ανώτατης Σχολής συναφούς με τις διοικητικοοικονομικές και εμπορικές επιστήμες κατεύθυνσης ή ισότιμο αλλοδαπής. Η κατηγορία Δ02 έχει πέντε βαθμίδες και ένδεκα μισθολογικά κλιμάκια.
Ως τυπικό προσόν για την ένταξη και τη μισθολογική εξέλιξη απαιτείται απολυτήριο εξαταξίου Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής. Κατά το άρθρο 5 του Κανονισμού η ένταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του Διοικητή ύστερα από πρόταση της ιεραρχίας και το Διοικητικό Συμβούλιο με εισήγηση του Διοικητή αποφασίζει για την ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε κλιμάκιο κάθε κατηγορίας, ενώ κάθε προσλαμβανόμενος πρέπει να έχει τα γενικά και ειδικά προσόντα που απαιτούνται για την εργασία, για την οποία προσλαμβάνεται (άρθ. 5§§1,2,3,4 και 5 εδ.
ζ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ο χρόνος υπηρεσίας του μισθωτού που προηγήθηκε της ένταξης του στο τακτικό προσωπικό, θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο ο οποίος κατά το άρθρο 22 απαιτείται για την πρώτη, μετά την ένταξη, μισθολογική προαγωγή, λογιζόμενος ότι διανύθηκε στο μισθολογικό κλιμάκιο της εντάξεως.
Μετάταξη από κατηγορία σε κατηγορία, του ίδιου ή άλλου Κλάδου, για την οποία πρέπει ο μισθωτός να έχει τα απαιτούμενα προσόντα για την κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής, μπορεί να γίνει για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας με απόφαση του Διοικητή μετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωμάτευση του Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Κρίσης (άρθ. 23).
Εξάλλου, με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ", η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 227/1990), έγινε ανακλιμάκωση των μισθολογικών κλιμακίων εξελίξεως του προσωπικού της ΔΕΗ, ορίσθηκε, πλην άλλων, ότι για την κατηγορία ΓΎ5 (εργάτες γενικά), που ανήκει στον Κλάδο Μισθωτών Γενικών Υπηρεσιών, απαιτείται απολυτήριο εξαταξίου Δημοτικού Σχολείου ή απολυτήριο Γυμνασίου ή ενδεικτικό Γ' τάξης Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής σε συνδυασμό ενδεχομένως με απαιτουμένη συναφή εμπειρία (άρθ. 4 ΚΚΠ/ΔΕΗ).
Επίσης ορίστηκε ότι για το εισαγωγικό κλιμάκιο της ΔΟ1 κατηγορίας είναι το 7 μ.κ. και της ΔΟ2 κατηγορίας το 10 μ.κ., με την παράγραφο 4.1 δε αυτής χορηγήθηκε από 1-10-1991 στο τακτικό προσωπικό μισθολογική προαγωγή ενός μισθολογικού κλιμακίου πέρα του κατεχομένου και με την παράγραφο 4.3 ορίσθηκε ότι στην περίπτωση αυτή ο χρόνος που έχει διανυθεί στο ήδη κατεχόμενο κατά την 30-9-1991 μισθολογικό κλιμάκιο, θεωρείται ως διανυθείς στο νέο μισθολογικό κλιμάκιο, για τον καθορισμό της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσης για προαγωγή στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι, για την ένταξη αυτή, η οποία από της προσλήψεως του μισθωτού αποτελεί υποχρέωση της Δ.Ε.Η. που έχει ως γενεσιουργό λόγο τις ανωτέρω διατάξεις του κανονισμού, δεν προβλέπονται, εκτός από τις οριζόμενες στην παρ. 5 του άρθρου 5 τυπικές προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να συγκεντρώνει ο μισθωτός, ειδικώς ορισμένες προϋποθέσεις και έτσι επί της εντάξεως θα εφαρμοσθεί ο κανόνας του άρθρου 288 Α.Κ., σύμφωνα με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Επομένως τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ, προκειμένου να εντάξουν το προσωπικό σε κλάδο, κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο, πρέπει να λάβουν υπόψη για μεν την ένταξη του στον κλάδο, το είδος της απασχολήσεως του, για δε την ένταξη σε κατηγορία και μισθολογικό κλιμάκιο τα γενικά και ειδικά προσόντα, τα οποία έχει εκείνος που προσλήφθηκε για την προσφορά της συναφούς εργασίας και ιδίως το ήθος, τη μόρφωση, την ικανότητα, την πείρα και το κύρος, που κέκτηται για την ενάσκηση των καθηκόντων του (Ολ.
ΑΠ 4/2007). Επομένως, η ένταξη του μισθωτού από τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ, ειδικά ως προς την κατηγορία, γίνεται πάντοτε για την πλήρωση κενής οργανικής θέσης, με την συνδρομή των προϋποθέσεων και προσόντων του άρθ. 5 που έχει ο προσληφθείς για την προσφορά της συναφούς (με και κατά την πρόσληψη) εργασίας, την ιδιότητα και την ειδικότητα για την οποία προσλήφθηκε ως έκτακτος και το είδος της μέχρι την ένταξη απασχόλησης του, εφόσον η πρόσληψη του είχε γίνει για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της επιχείρησης.
Τα τυχόν συντρέχοντα κατά τον χρόνο της πρόσληψης του, σύμφωνα με τους τίτλους των σπουδών του, υπέρτερα τυπικά προσόντα του είναι καθοριστικά κατ' άρθ. 288 ΑΚ και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ένταξη του, μόνον όταν τα γνωστοποίησε κατά την πρόσληψη του στην επιχείρηση και η τελευταία έκτοτε και για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την ένταξη του στο τακτικό προσωπικό της τον απασχόλησε σε εργασία διαφορετική εκείνης, για την οποία τον προσέλαβε, για την εκτέλεση δε αυτής ήταν απαραίτητα τα κατεχόμενα από τον έκτακτο μισθωτό υπέρτερα τυπικά προσόντα (ΑΠ 696/10, 1106/09).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρίθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση η ήδη αναιρεσείουσα με την από 16-9-1997 αγωγή της, εξέθετε ότι με βάση τα προσόντα της ως κατόχου απολυτηρίου λυκείου και της απασχόλησης της από την αρχική της πρόσληψη ως διοικητικό-οικονομικής υπαλλήλου, αν και προσλήφθηκε ως καθαρίστρια, η εναγομένη έπρεπε, κατά τις διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ και τις αρχές του άρθρου 288 του Α.Κ., να την εντάξει από 15-9-1985 στην Κατηγορία ΔΟ2 και στο μισθολογικό κλιμάκιο (μ.κ.) 12, προαγόμενη στην ίδια Κατηγορία του τακτικού προσωπικού της και ακολούθως στα αναφερόμενα στην αγωγή μισθολογικά κλιμάκια.
Η εναγομένη όμως την ενέταξε από 1-2-1989 στο τακτικό της προσωπικό στην κατηγορία ΓΥ4/Δ και στο μ.κ.12. Ζητούσε δε με την αγωγή της να αναγνωρισθεί ότι: α) ότι η αντίδικος της ΔΕΗ κακώς της χορήγησε από 15.9.1986 (ημερομηνία απασχόλησης σε καθήκοντα διοικητικοοικονομικού υπαλλήλου) αποδοχές που αντιστοιχούσαν στις αποδοχές του μ.κ. 13 και ότι όφειλε να της χορηγήσει από το χρονικό αυτό διάστημα αποδοχές αντιστοιχούσες στο μ.κ. 12 κατατάσσοντας την από τις 15.9.1986 στο μ.κ. 12 της κατηγορίας ΔΟ2 και όχι στο μ.κ. 13 της Κατηγορίας ΓΥ4 στο οποίο την κατέταξε και β) η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει τις προκύπτουσες από την ως άνω ορθή ένταξη και κατάταξη της στα ως άνω μισθολογικά κλιμάκια μισθολογικές διαφορές.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεχόμενο ότι το κύριο και βασικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας για ένταξη της στο μισθολογικό κλιμάκιο 12 της Κατηγορίας ΔΟ2 του τακτικού προσωπικού της εναγομένης από 15-9-1985, έχει υποπέσει στη σύντομη παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, επί της οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις δεν έχουν παραγραφεί, διότι δεν πρόκειται για αξιώσεις από αδικοπραξία, στη συνέχεια ερευνώντας την αγωγή δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη προσέλαβε την ενάγουσα στις 15-9-1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι ετήσιας διάρκειας (έως την 14-9-1986), προκειμένου η τελευταία να απασχοληθεί ως έκτακτη μισθωτή με την Ειδικότητα της καθαρίστριας (Κατηγορία ΓΥ4) στη Διεύθυνση Περιφέρειας Νήσων.
Με όμοιες ετήσιες συμβάσεις που καταρτίσθηκαν από 15-9-1986, 15-9-1987 και 15-9-1988 απασχολήθηκε η ενάγουσα στην παραπάνω υπηρεσία της εναγομένης, ανήκουσα στο έκτακτο προσωπικό της εναγομένης έως την 1-2-1989, οπότε εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της τελευταίας και στην Κατηγορία για την οποία καταρτίσθηκαν οι προαναφερόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δηλαδή στην Κατηγορία Γενικών Υπηρεσιών (ΓΥ4/Δ Καθαριστές-θαλαμηπόλοι) και στο ισχύον τότε εισαγωγικό 11ο μισθολογικό κλιμάκιο της εν λόγω Κατηγορίας, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΚΠ της εναγομένης, που, όπως προαναφέρθηκε στην αρχή της σκέψεως αυτής, επιβάλλουν την ένταξη του έκτακτου προσωπικού στο τακτικό μόνο με βάση την περί προσλήψεως αυτής ως έκτακτης σύμβαση εργασίας, δηλαδή με βάση την ιδιότητα και την Ειδικότητα με την οποία προσλήφθηκε ως έκτακτη, ανεξάρτητα από το μη αμφισβητούμενο από την εναγομένη γεγονός, ότι η ενάγουσα ολόκληρο το χρόνο που είχε την ιδιότητα της έκτακτης απασχολήθηκε και κάλυψε ανάγκες διοικητικό-οικονομικού υπαλλήλου (ΔΟ2).
Επομένως ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγομένη όφειλε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ αυτής και τις αρχές του άρθρου 288 του Α.Κ. να την εντάξει στην Κατηγορία ΔΟ2 και μάλιστα από το χρόνο της αρχικής πρόσληψης αυτής κατά την 15-9-1985, κατά τον οποίο δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της η απαραίτητη προϋπόθεση της κατοχής απολυτηρίου Λυκείου ή απολυτηρίου εξατάξιας σχολής μέσης γενικής ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής (βλ.
προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από 7-7-1988 αντίγραφο του "απολυτηρίου" του ιδιωτικού νυκτερινού λυκείου Αναστασίας Λαζαροπούλου, από το οποίο προκύπτει ότι η ενάγουσα απέκτησε απολυτήριο λυκείου, ισότιμο και αντίστοιχο με απολυτήριο δημόσιου σχολείου, μόλις στις 7-7-1988), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσία, όχι μόνο σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της σκέψεως αυτής αλλά και διότι δεν μπορούσε κατά την αρχική της πρόσληψη να τοποθετηθεί σε θέση Διοικητικό-οικονομικού υπαλλήλου, ως στερούμενης της κατοχής του προαναφερόμενου τίτλου σπουδών.
Εξάλλου την ανωτέρω ένταξη της η ενάγουσα αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα με την από 17-2-1989 προσκομιζόμενη σε αντίγραφο "ΔΗΛΩΣΗ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΕΩΣ". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, έλαβε μετάταξη από την Κατηγορία ΓΥ στην Κατηγορία /Ειδικότητα ΔΟ2/Γ (δακτυλογράφοι) από 1-12-1989 και κατετάγη στο ισχύον τότε 11ο μισθολογικό κλιμάκιο της εν λόγω Κατηγορίας, ενώ η μετέπειτα μισθολογική της εξέλιξη ήταν:
από 10-9-1991 στο 10ο μ.κ., από 1-10-991 στο 8ο μ.κ., από 10-9-1994 στο 7ο μ.κ. και από 10-9-1997 στο 6ο μ.κ .... ενώ η ίδια η ενάγουσα με την αγωγή της επιδιώκει να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να λάβει τα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια από: 15-9-1991 (ήτοι κατά 5 ημέρες αργότερα από το χρόνο που της χορηγήθηκε το 10ο μ.κ. στην πραγματικότητα), 1-10-1991 (ήτοι κατά το χρόνο που πραγματικά της χορηγήθηκε το 8ο μ.κ.), 15-9-1994 (ήτοι κατά 5 ημέρες αργότερα από το χρόνο που της χορηγήθηκε πραγματικά το 7ο μ.κ) και 15-9-1997 (ήτοι κατά 5 ημέρες αργότερα από το χρόνο που της χορηγήθηκε πραγματικά το 6ο μ.κ,).
Επομένως οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας, πλην της πρώτης περί μισθολογικής προαγωγής της στο 11ο μ.κ. της εν λόγω Κατηγορίας ΔΟ2 από 15-9-1988, το οποίο κρίνεται ως αβάσιμο, αφού στηρίζεται στη μη υφιστάμενη προϋπόθεση της εντάξεως της στην Κατηγορία αυτή από 15-9-1985, έχουν ικανοποιηθεί ήδη, με αποτέλεσμα η εξεταζόμενη αγωγή της να παρίσταται ως αβάσιμη κατ' ουσία και να κρίνεται για το λόγο αυτό ως απορριπτέα και ως προς τις εν λόγω αξιώσεις.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση αυτού έκρινε όμοια δηλαδή, ότι η αξίωση της ενάγουσας, να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να ενταχθεί από 15-9-1985 στην Κατηγορία ΔΟ2 και στο 12ο μ.κ. της Κατηγορίας αυτής, παρίσταται ως αβάσιμη κατ' ουσία, όπως και οι λοιπές αξιώσεις αυτής περί της επικαλούμενης μισθολογικής εξέλιξης της και οι συναφείς και συνδεόμενες αναγκαστικά με τις προηγούμενες αξιώσεις της περί μισθολογικών διαφορών και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση των αποδείξεων, με αποτέλεσμα, τα αντίθετα από την εκκαλούσα με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης της υποστηριζόμενα, να κρίνονται ως αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η τελευταία στο σύνολο της, ανεξάρτητα από το ότι η εκκαλουμένη αυτή, της οποίας το αιτιολογικό αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δέχθηκε εσφαλμένα τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας στηρίζονται σε αδικοπραξία της πρώτης και ως εκ τούτου υφίσταται έλλειψη έννομου συμφέροντος της πρώτης, λόγω αποσβέσεως της βασικής της αξίωσης με την παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ. (ΑΠ 854/2003 Νόμος/334956), ενώ έπρεπε να απορρίψει το σχετικό ισχυρισμό ως αβάσιμο, δεδομένου ότι οι επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας θεμελιώνονται στη συμβατική υποχρέωση της εναγομένης περί εντάξεως του προσωπικού αυτής σύμφωνα με τους όρους του ΚΚΠ αυτής, όπως αναφέρθηκε αναλυτικά στην αρχή της σκέψεως αυτής".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, έστω και με την εσφαλμένη αιτιολογία της έλλειψης , δηλαδή έννομου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, λόγω αποσβέσεως της βασικής της αξίωσης με την παραγραφή του άρθρου 937 του Α.Κ., αιτιολογία η οποία αντικαταστάθηκε με την πιο πάνω (άρθρο 534 του ΚΠολΔ).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε με την επάλληλη αιτιολογία του ότι η αναιρεσείουσα κατά το αρχικό χρόνο της προσλήψεως της (15-9-1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (ενός έτους), προκειμένου να εργαστεί ως έκτακτη με την ειδικότητα της καθαρίστριας (κατηγορία ΓΥ4), δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της η απαραίτητη προϋπόθεση της κατοχής απολυτηρίου Λυκείου ή εξατάξιας σχολής μέσης γενικής ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής , για την ένταξη της στην κατηγορία ΔΟ2, κατά τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ, έστω και αν αυτή ολόκληρο το χρόνο που είχε την ιδιότητα της έκτακτης κάλυψε ανάγκες διοικητικοοικονομικού υπαλλήλου (ΔΟ2), ορθώς με την αιτιολογία αυτή απέρριψε το πρώτο αίτημα της αγωγής, με το οποίο η αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη ΔΕΗ έπρεπε να της χορηγήσει από 15.9.1985 (στο αιτητικό της αγωγής αναφέρεται από 15-9-86) αποδοχές που αντιστοιχούσαν στις αποδοχές του μ.κ. 12 κατατάσσοντας την από την ημερομηνία αυτή στην κατηγορία ΔΟ2 (και όχι στο μ.κ. 13 της Κατηγορίας ΓΥ4 στο οποίο την κατέταξε) και δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις προαναφερόμενες τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 3 και 4, 6, 22 παρ. 2 και 3β 42 παρ. 4 του ισχύν νόμου έχοντος ΚΚΠ/ΔΕΗ και του άρθ. 288 ΑΚ.
Επίσης το Εφετείο δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις, απορρίπτοντας και τα λοιπά αιτήματα της αγωγής (για την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών, που προκύπτουν από την ορθή ένταξη και κατάταξη της αναιρεσείουσας σε μισθολογικά κλιμάκια) με τις παραδοχές του ότι, μετά την μετάταξη της αναιρεσείουσας στην κατηγορία ΔΟ2/Γ από 1-12-1989, με τα δεκτά γενόμενα πιο πάνω περιστατικά, "οι σχετικές αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας, πλην της πρώτης περί μισθολογικής προαγωγής της στο 11ο μ.κ.
της εν λόγω Κατηγορίας ΔΟ2 από 15-9-1988, το οποίο κρίνεται ως αβάσιμο, αφού στηρίζεται στη μη υφιστάμενη προϋπόθεση της εντάξεως της στην Κατηγορία αυτή από 15-9-1985, έχουν ικανοποιηθεί ήδη", έκρινε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις ,είναι αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά η πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενη απόφασης με την οποία απορρίφθηκε το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής για την ένταξη της αναιρεσείουσας στην Κατηγορία ΔΟ2 από 15-9-1985 κλπ , διότι, όπως αναφέρεται στην απόφαση, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΚΠ-ΔΕΗ, που "επιβάλλουν την ένταξη του έκτακτου προσωπικού στο τακτικό μόνο με βάση την περί προσλήψεως αυτής ως έκτακτης σύμβαση εργασίας, δηλαδή με βάση την ιδιότητα και την ειδικότητα με την οποία προσλήφθηκε ως έκτακτη, ανεξάρτητα από το μη αμφισβητούμενο από την εναγομένη γεγονός, ότι η ενάγουσα ολόκληρο το χρόνο που είχε την ιδιότητα της έκτακτης απασχολήθηκε και κάλυψε ανάγκες διοικητικοοικονομικού υπαλλήλου (ΔΟ2)", είναι εσφαλμένη, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, Όμως. με την αναφερόμενη στην προηγούμενη παράγραφο επάλληλη αιτιολογία, το Εφετείο επαρκώς στηρίζει την απόφαση του κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημα αυτό της αγωγής, αφού η ένταξη της αναιρεσείουσας στην κατηγορία αυτή (ΔΟ2), δεν ήταν εφικτή, διότι εστερείτο του απαραίτητου τίτλου σπουδών.
Συνεπώς, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες και με την αναίρεση πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από τις αιτιολογίες αυτές δεν τελεσφορεί, ο λόγος αναιρέσεως, που προσβάλλει την τελευταία αυτή (εσφαλμένη) αιτιολογία, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της κατά τα ειδικώτερον στο διατακτικό αναφερόμενα (άρθρ. 176, 183, 189 § 1 και 192 § 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της 3696/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ