Legislator Case Law & Legislation
2089/2013 AI generated

2089/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2089/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2089/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2089 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2089/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. θυγ. Α. Φ., κατοίκου ... ως εξ απογραφής κληρονόμου του αποβιώσαντα την 5-6-2008 αρχικού διαδίκου πατέρα της Α. Φ., κατοίκου εν ζωή .., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αργυριάδη, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, που κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, αφού έλαβε το λόγο, δεν συναίνεσε στο αίτημα αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με την παρουσία και της γραμματέως και απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6217/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2584/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αρχικώς ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος Α. Φ..

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 11 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μετά τον κατά την 5-6-2008 θάνατο του αναιρεσείοντος Α. Φ. παραδεκτά συνεχίζεται η δίκη στο πρόσωπο της θυγατέρας του Κ. Φ. ων εξ αδιαθέτου κληρονόμου του με το ευεργέτημα της απογραφής (υπ'αριθ.1482/29-9-2008 δήλωσης ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), με την επίδοση προς αυτήν της από 13-11-2012 κλήσης της αναιρεσίβλητης με δήλωσή συνέχισης - επανάληψης της δίκης κατ'αρθ.291 ΚΠολΔ, μετά και τις αποποιήσεις της κληρονομίας του από τη σύζυγό του Α.

και τον γιό της Γ… με τις υπ'αριθ.1480 και 1481/29-9-2008 δηλώσεις τους στον ίδιο Γραμματέα. Κατά τη διάταξη του αρθρ.559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2995). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.

Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ρητά η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί νόμιμο τίτλο ως αιτία παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και ότι συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ' ου η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα.

Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει σύμβασης", όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με τα άρθρα 1017 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 199, 513, 1192 και 1198 Α.Κ., ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, η οποία ενεργείται υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή.

Εάν ο υπερθεματιστής καταβάλλει ολόκληρο το οφειλόμενο πλειστηρίασμα, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, το φόρο μεταβίβασης και την αναλογία στα έξοδα περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, γεννάται υποχρέωση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού να του χορηγήσει περίληψη ύστερα από αίτηση του.

Με την έκδοση και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο), η κυριότητα και η νομή του πλειστηριασθέντος ακινήτου μεθίστανται, χωρίς ιδιαίτερη παράδοση, στον υπερθεματιστή, ο οποίος έχει εκλεκτικό δικαίωμα ή να προβεί στην εκτέλεση της περίληψης αυτής κατά του οφειλέτη, ή του κατέχοντος το πράγμα στο όνομα του καθ' ου η εκτέλεση, ή να επιδιώξει την αποβολή του με τις περί νομής αγωγές των άρθρων, 987, 989 Α.Κ.

καθόσον, νομέας ή είναι πλέον ο υπερθεματιστής, η δε παραμονή στο πλειστηριασθέν ακίνητο, του οφειλέτη ή των διαδόχων του, παρά τη θέληση εκείνου, αποτελεί παράνομη προσβολή της νομής του (Ολ.ΑΠ 2/1993, ΑΠ 605/2007, 242/2000).

Περαιτέρω αν ο πλειστηριασμός ακινήτου ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση τότε καθίσταται νομικά ελαττωματική η μεταβίβαση του πλειστηριασθέντος προς τον υπερθεματιστή και συνακόλουθα ο καθ' ου κύριος τούτου θεωρείται ότι ουδέποτε απώλεσε αυτό κατά κυριότητα. Δηλαδή είναι άκυρη η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στον υπερθεματιστή (ΑΠ 1773/2007) και η περίληψη κατακυρωτικης εκθέσεως ως τίτλος μετάθεσης, διά μεταγραφής, κυριότητας ουδέν αποτέλεσμα επάγεται, χωρίς να απαιτείται συμπροσβολή και συνακύρωσή της με την ακύρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Τούτο διότι η περίληψη κατακυρωτικης έκθεσης στην εν λόγω περίπτωση δεν αποτελεί διαδικαστική εκτελεστική πράξη στα πλαίσια του διενεργημένου πλειστηριασμού, αλλά ενεργεί στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τους κανόνες του οποίου, όταν η αιτία στην οποία στηρίζεται η μεταβίβαση πράγματος είναι άκυρη ή ακυρωθεί μεταγενεστέρως, επηρεάζεται αντιστοίχως και η μεταβίβαση. Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της αναγκαιότητας της προσβολής της περίληψης της κατακυρωτικης έκθεσης με την ανακοπή του 933 ΚΠολΔ και εντός των προθεσμιών του άρθρου 934 του ίδιου κώδικα προκειμένου να μη καταστεί απρόσβλητη ως τίτλος εκτελεστός, στα πλαίσια της νέας και αυτοτελούς εκτέλεσης για την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο ακίνητο που πλειστηριάσθηκε (ΑΠ 2233/2009).

Εξάλλου, με το άρθρο 934 του Κ.Πολ.Δ, καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής, με ανακοπή του άρθρου 933 του Κ.Πολ.Δ, των επί μέρους πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας. Η ακυρότητα μιας προηγούμενης πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την επόμενη πράξη, μόνον εφόσον και η επόμενη πράξη προβληθεί με ανακοπή και κηρυχθεί από το δικαστήριο η ακυρότητα της. Διαφορετικά, παρά την κήρυξη της ακυρότητας μιας προηγούμενης πράξης, που αποτελεί την προϋπόθεση της, εφόσον προχώρησε η εκτελεστική διαδικασία και δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως αυτοτελώς, με ανακοπή, έστω και σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ.1 περ.δ' του Κ.Πολ.Δ και η επόμενη πράξη, η τελευταία ισχυροποιείται και παραμένει απρόσβλητη, Τούτο συμβαίνει και με την τελευταία πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία στην εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (ΑΠ 909/2006).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 924 του ΚΠολΔ βασική προϋπόθεση του κύρους της επιταγής, προς εκτέλεση η οποία αποτελεί την πρώτη πράξη της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι η ύπαρξη εκτελεστού τίτλου. Αν η επιταγή έγινε για ποσό μεγαλύτερο από το πράγματι οφειλόμενο, ακυρότητα επέρχεται μόνο κατά το επιπλέον ποσό.

Η μερική ακύρωση της επιταγής δεν επηρεάζει το κύρος των μεταγενέστερων πράξεων εκτέλεσης οι οποίες μπορούν να στηριχθούν σ' αυτήν κατά το μέρος που δεν ακυρώθηκε. Ειδικότερα η μερική ακυρότητα της επιταγής για εκούσια συμμόρφωση του οφειλέτη, αναφορικά με μια από τις περισσότερες χρηματικές απαιτήσεις που επιτάσσεται να εκπληρώσει δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που επακολουθεί ως προς εκείνες τις χρηματικές απαιτήσεις, οι οποίες δεν πλήττονται από τη μερική ακυρότητα της επιταγής (ΑΠ 675/2ΟΟ1).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ.1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή, η αντίθεση δε της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης θεμελιώνει αντίστοιχο καταλυστικό ισχυρισμό και κατά της αγωγικής αξίωσης του υπερθεματιστή για παράδοση της νομής του πλειστηριασθέντος ακινήτου, κατά το μέρος που ο ίδιος ισχυρισμός προβάλλεται και στα πλαίσια δίκης ανοιγόμενης με αγωγή αποζημιωτικού χαρακτήρα κατά τα άρθρα 914 επ.

του Α.Κ., ή επιβοηθητικά, κατά τα άρθρα 904, επ. του Α.Κ. για τη θεμελίωση ή για την απόκρουση της αγωγής και με την προϋπόθεση ότι η άσκηση της αντίστοιχης αξίωσης να χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ώστε οι επαχθείς συνέπειες που δημιουργούνται από την άσκηση και δημιουργούν για τον υπόχρεο έντονη εντύπωση αδικίας (Ολ.

ΑΠ 49/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2584/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα που προκύπτουν και από τη συνεκτίμηση από το Δικαστήριο τούτο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης κατά τις διατάξεις του αρθ.558 παρ.1 ΚΠολΔ: "Δυνάμει της υπ' αριθμ.1364/1980 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών διατάχθηκε να καταβάλει στην εφεσίβλητη, το ποσό των 421.838 δραχμών, νομιμοτόκως από την 16-12-1979, οπότε έκλεισε η μεταξύ τους σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού.

Η παραπάνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον εναγόμενο δυο φορές, όμως δεν άσκησε κατ' αυτής ανακοπή και έτσι κατέστη τελεσίδικη. Στη συνέχεια η εφεσίβλητη, προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της για το κεφάλαιο και τους τόκους, ενέγραψε προσημειώσεις υποθήκης που τράπηκαν σε υποθήκες καθώς και υποθήκες κατά το χρονικό διάστημα, από 12.8.1976 έως 8.3.1996, επί ενός ακινήτου του οφειλέτη της, ήδη εκκαλούντος ειδικότερα δε επί μιας διώροφης οικοδομής επιφανείας κατόψεως 100 τ.μ., αποτελούμενης από ημιυπόγειο, υπερυψωμένο υπόγειο και πρώτο όροφο, που είναι κτισμένη επί του υπ' αρ. 4 οικοπέδου του Θ' Ο.Τ.

του …της Συνοικίας …, που βρίσκεται στη γωνία των οδών …αρ…και …αρ… και επί του δικαιώματος της καθ' ύψος επεκτάσεως πάνω από τον πρώτο όροφο της ανωτέρω οικοδομής, μετά του αντιστοιχούντος ποσοστού 9/18 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής. Την 9-7-1984, η ενάγουσα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του εναγομένου, κοινοποιώντας σ' αυτόν ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της διαταγής πληρωμής, με επιταγή προς πληρωμή των σ' αυτή αναφερομένων ποσών για κεφάλαιο, νόμιμους τόκους έξοδα και τόκους τόκων συνολικού ποσού 3.100.000 δραχμών, με εντολή προς εκτέλεση στη συνέχεια δε με την υπ' αριθμ.

…/13-7-1984 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ι. Β., κατέσχε την προαναφερόμενη ακίνητη περιουσία του εκκαλούντος οφειλέτη της. Μετά από διαδοχικές αναβολές του πλειστηριασμού, το ακίνητο τελικά πλειστηριάστηκε την 27-11-1991 και κατακυρώθηκε σε τρίτο υπερθεματιστή, ο οποίος δεν κατέβαλε το πλειστηρίασμα.

Ο εναγόμενος άσκησε ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1812/1992 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την ανακοπή, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 1325/1995 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας αποφάσεως, ο εκκαλών άσκησε αναίρεση η οποία έγινε δεκτή και αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε το κονδύλιο ανατοκισμού των τόκων κατά το οποίο η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής δεν αποτελούσε τίτλο εκτελεστό, εφ' όσον δεν επιδικάστηκε με αυτή τέτοιο κονδύλιο.

Η ενάγουσα Εθνική Τράπεζα, εξαιτίας της μη καταβολής του πλειστηριάσματος από τον τρίτο υπερθεματιστή και της παρελεύσεως έτους από της από 13-7-1984 κατασχέσεως, προέβη σε ανατροπή αυτής και επέδωσε προς τον εναγόμενο οφειλέτη της, την από 13-9-1996 νέα επιταγή κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της διαταγής πληρωμής με επιταγή προς εκτέλεση, με την οποία τον επέτασσε να της καταβάλει (εκτός των άλλων) και 14.559.083 δραχμές για δεδουλευμένους και ανατοκισθέντες τραπεζικούς τόκους.

Κατά της παραπάνω επιταγής ο εναγόμενος άσκησε ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 25936/98 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση. Την 20-11-1996 η ενάγουσα κοινοποίησε στον εναγόμενο το υπ' αριθμ. … /1996 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού.

Κατά της παραπάνω εκθέσεως, ο εναγόμενος άσκησε την από 9-12-1996 ανακοπή και αίτηση αναστολής εκτελέσεως που απορρίφθηκαν με τις υπ'αριθ.18723/1997 (τακτική διαδικασία) ερήμην του αναιρεσείοντος και 3079/1997 (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων) αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε δε το υπ' αριθμ.

…/24-4-1997 Α' επαναληπτικό πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, με το οποίο ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 11-6-1997. Στις 5-5-1997 εκδόθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου, επί της ασκηθείσης από τον εκκαλούντα αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία όπως προαναφέρθηκε έκρινε ότι η διαταγή πληρωμής δεν αποτελούσε νόμιμο τίτλο εκτελεστό, μόνο ως προς τους εξ ανατοκισμού τόκους.

Έτσι η ενάγουσα στις 11-6-1997 προέβη στον πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, κατά τον οποίο η ίδια αναδείχθηκε τελευταία υπερθεματίστρια, καταβάλλοντος εξ ολοκλήρου το πλειστηριασμό, όπως βεβαιώνεται από την υπάλληλο του πλειστηριασμού, Συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ιωάννα Μπιλίση - Χρουσαλά, στη συνταχθείσα από αυτή υπ' αριθμ. .../24-9-1997 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου Θεσσαλονίκης.

Επί της ασκηθείσας ανακοπής του εναγομένου περί ακυρώσεως της εκθέσεως αναγκαστική πλειστηριασμού και της κατακυρωτικής έκθεσης εκδόθηκε η υπ'αριθ.26002/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης με την όποια αυτή τελεσίδικα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω της μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων.

Στις 12-12-1997, η ενάγουσα, προκειμένου να προχωρήσει στην εκτέλεση της παραπάνω περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, κοινοποίησε στον εναγόμενο ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο από το υπ' αριθμ. 317/27-11-1997 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της υπ' αριθμ. .../97 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, με την από 9-12-1997 επιταγή προς απόδοση της νομής του πλειστηριασθέντος ακινήτου του εκκαλούντος.

Κατ' αυτής, ο τελευταίος άσκησε ανακοπή και αίτηση αναστολής εκτελέσεως, επί των οποίων εκδόθηκαν η υπ' αριθμ. 21558/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή λόγω της ερημοδικίας του ανακόπτοντος, ανεστάλη όμως η εκτέλεση με την υπ' αριθμ. 1739/1998 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επειδή κατά της αποφάσεως που απέρριψε την ανακοπή, ο εκκαλών άσκησε έφεση.

Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1650/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκη, με την οποία ύστερα από συνεκδίκαση των ....εφέσεων του αναιρεσείοντος που εκκρεμούσαν τότε και αφορούσαν τις δύο ανακοπές του αναιρεσείοντος κατά της από 23-4-1990 επιταγής προς πληρωμή και της από 9-12-1997 επιταγής για εκτέλεση της υπ'αριθ..../1997 κρίθηκε ότι η διαταγή πληρωμής δεν αποτελούσε τίτλο εκτελεστό για τους εξ ανατοκισμού τόκους και ακύρωσε:

α) την από 23-4-1990 επιταγή προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθμ. 1364/1980 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τη με βάση αυτή επισπευδόμενη η αναγκαστική εκτέλεση και β) την από 9-12-1997 επιταγή προς απόδοση της νομής και κατοχής της ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος, κάτω από το υπ' αριθμ. 317/27-11-1997 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της υπ' αριθμ. .../97 περιλήψεως καταχυρωτικής εκθέσεως της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση Χρουσαλά.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της έφεσης παραπονείται ο εκκαλών, για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, της προταθείσης από αυτόν ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, επειδή όπως ισχυρίζεται έχει καταβάλει στην εφεσίβλητη, σε μεγάλο μέρος αχρεωστήτως, ποσό που υπερβαίνει τα 9.000.000 δραχμές, γι' αυτό εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 489/97 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν ασκηθείσας από αυτόν αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1325/1995 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που τον δικαίωσε στο θέμα των πανωτοκιών. Όπως όμως προαναφέρθηκε, με την παραπάνω απόφαση κρίθηκε ότι η αποτελούσα τον εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής δεν αποτελούσε τέτοιο τίτλο μόνο ως προς τους τόκους των τόκων, ενώ κατά τα λοιπά δεν ακυρώθηκε, ούτε η διαταγή πληρωμής, ούτε ο διενεργηθείς πλειστηριασμός. Έτσι η άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της εφεσίβλητης, με την αγωγή για την απόδοση της νομής του πλειστηριασθέντος ακινήτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, αφού αυτή απέκτησε νόμιμα την κυριότητα αυτού του ακινήτου ακόμη και αν δεν έχει τη φυσική εξουσίαση επ' αυτού. Ο εκκαλών μπορεί να στραφεί ενοχικά κατά της εφεσίβλητης και να διεκδικήσει τα ποσά που της κατέβαλαν αχρεωστήτως για τον ανατοκισμό των τόκων".

Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά του αναιρεσείοντος για απόδοση της νομής των ένδικων εκπλειστηριασθέντων ακινήτων του δευτέρου, των οποίων η πρώτη αναδείχθηκε τελευταία υπερθεματίστρια σε πλειστηριασμό που επέσπευσε η ίδια την 11-6-1997 και απορρίφθηκε η ένσταση του αναιρεσείοντος για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της μερικής ακυρότητας της επιταγής για εκτέλεση της υπ' αριθ. 1364/1989 Διαταγής Πληρωμής, μόνο ως προς το κεφαλαίο των ανατοκιζομένων τόκων, για τους οποίους και μόνο δεν αποτελούσε εκτελεστό τίτλο, του απρόσβλητου του διενεργηθέντος στις 11-6-1997 αναπλειστηριασμού, και της εγκυρότητας της υπ' αριθ. .../24-9-1997 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, που δεν ακυρώθηκαν αυτοτελώς στο πλαίσιο της προηγηθείσης αντιδικίας των διαδίκων, αλλά και του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων διατηρεί κατά της αναιρεσίβλητης τις οποιεσδήποτε αξιώσεις του, δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος από τη διάταξη του αρθρ. 281 του ΑΚ.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι δεν συνέτρεχε λόγος να κριθεί στο πλαίσιο της παρούσης δίκης άκυρη ως εκτελεστός τίτλος η υπ' αριθμ. .../24-9-1997 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ούτε τέτοια ακυρότητα είχε διαγνωσθεί στο πλαίσιο της προηγηθείσας αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων.

Ούτε διαγνώσθηκε ακυρότητα του προηγηθέντος την 11-6-1997 αναπλειστηριασμού αυτοτελών που να συνεπάγεται και ακυρότητα του νομίμου τίτλου μετάθεσης της νομής και κυριότητας της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άθρ. 559 του ΚΠολΔ κατά της απόρριψης του πρώτου λόγου της έφεσης του (αναιρεσείοντος) κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, στηριζόμενα σε εσφαλμένες προϋποθέσεις όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αφού το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 116, 924 και 1005 παρ. 1 του ΚΠολΔ με το να μη: 1) κηρύξει ως άκυρη την ίδια περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, είτε ως τίτλο εκτέλεσης είτε ως νόμιμο τίτλο μετάθεσης κυριότητας και νομής επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, και 2)με το να μη δεχθεί την ύπαρξη παρόμοιας ακυρότητας ων αποτέλεσμα και αντανακλαστική συνέπεια της προηγηθείσας αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων:

α)επί της πρώτης ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της από 23-4-1990 επιταγής για πληρωμή και β)επί της .... ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της από 9-12-1997 επιταγής προς απόφαση της νομής και κατοχής του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου και την ακύρωση των δύο επιταγών με την υπ'αριθ.1650/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η συνέχιση της δίκης ως αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθ.176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2007 αίτηση του Α. Φ. την επί της οποίας δίκης συνεχίζει η θυγατέρα του Κ. Φ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.2584/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την συνεχίζουσα τη δίκη ως αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ