2089/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14/2/2005 και 9/9/2005 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 813/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2007 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2007 αίτησή του και τους από 16/9/2008 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated2089/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εκμίσθωση του ως άνω καταστήματος έγινε με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό που έλαβε χώρα στον ...την .... Με την διακήρυξη αυτή με τον 17ο όρο της είχε οριστεί ότι το μηνιαίο μίσθωμα που θα επιτευχθεί στη δημοπρασία θα αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά ποσοστό 10% επί του καταβαλομένου κατά το προηγούμενο έτος μηνιαίου μισθώματος και ότι ο όρος αυτός ισχύει και για την περίπτωση παράτασης της μίσθωσης...
Full text
Απόφαση 2089 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2089/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτου Ελευθερίου Μάλλιου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευφροσύνης Τσαμολιά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ ΑΔΕΛΦΩΝ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΥΠΑΛΔΟΥ" που εδρεύει στο Ληξούρι Παλικής Κεφαλλονιάς και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Δελλαπόρτα, ο οποίος ανακάλεσε την από 2/2/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14/2/2005 και 9/9/2005 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 813/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2007 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2007 αίτησή του και τους από 16/9/2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 10/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης και των πρόσθετων σε αυτήν λόγων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1, 269 και 527 Κ.ΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή ενστάσεων για πρώτη φορά στην κατ έφεση δίκη ως λόγος εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως εάν δεν έχουν προταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στα άρθρα 527 και 269 Κ.Πολ.Δ. περιπτώσεις και συγκεκριμένα α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία β) αν προκύψουν για πρώτη φορά μεταγενέστερα γ) αν αποδεικνύονται με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι: Με το από ...ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης μεταξύ του ενάγοντος κοινωφελούς ιδρύματος <ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ ΑΔΕΛΦΩΝ Σ. ΤΥΠΑΛΔΟΥ> και του εναγομένου το ενάγον εκμίσθωσε στον τελευταίο ένα κατάστημα επιφανείας 323,23 τ.μ στο ισόγειο πολυορόφου κτιρίου επί της πλατείας ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον εναγόμενο ως πρακτορείο εκδόσεως εισιτηρίων και καφετέρια μετά μηχανημάτων βιντεοπαιγνίων. Η χρονική διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε με το ως άνω συμφωνητικό για δύο έτη και ως μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε το ποσόν των 581.106 δρχ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου προκαταβλητέο την πρώτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μηνός με συνέπεια να μην απαιτείται προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Κ.Πολ.Δ
Η εκμίσθωση του ως άνω καταστήματος έγινε με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό που έλαβε χώρα στον ...την .... Με την διακήρυξη αυτή με τον 17ο όρο της είχε οριστεί ότι το μηνιαίο μίσθωμα που θα επιτευχθεί στη δημοπρασία θα αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά ποσοστό 10% επί του καταβαλομένου κατά το προηγούμενο έτος μηνιαίου μισθώματος και ότι ο όρος αυτός ισχύει και για την περίπτωση παράτασης της μίσθωσης...
Μετά το πέρας του αρχικώς ορισθέντος με το συμφωνητικό μισθώσεως χρόνου της διετίας το ενάγον ίδρυμα με το υπ αρίθμ. πρ. 57/31-8-1998 έγγραφό του κάνοντας χρήση του σχετικού όρου της ως άνω διακήρυξης περί ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά ποσοστό 10% κατά το χρόνο παράτασης της μίσθωσης γνωστοποίησε στον εναγόμενο ότι εάν επιθυμεί να παραμείνει στο μίσθιο μετά την 21-8-1998 το ενοίκιο θα αναπροσαρμόζεται κατά 10% κατ έτος.
Ο εναγόμενος αποδέχτηκε την πρόταση αυτή του ενάγοντος με την από 17-9-1998 απαντητική επιστολή του . Ετσι επαναβεβαίωσε την αποδοχή του 17ου όρου της ως άνω συμβάσεως... Ο εναγόμενος αν και χρησιμοποίησε ανενόχλητα το μίσθιο συνέχισε να καταβάλει ως μηνιαίο μίσθωμα μόνο 1875,90 ευρώ, δηλαδή το μίσθωμα του Αυγούστου 1999 και από δυστροπία δεν κατέβαλε τη διαφορά των μισθωμάτων για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2001 μέχρι και Φεβρουάριο 2005.
Για την παραπάνω υπαίτια καθυστέρηση καταβολής μέρους των οφειλομένων μισθωμάτων από τον εναγόμενο το ενάγον ίδρυμα με την από 14-2-2005 κρινόμενη αγωγή του που επέδωσε στον εναγόμενο μισθωτή στις 18/2/2005 κατήγγειλε την επίδικη μίσθωση η οποία έτσι λύθηκε στις 19-3-2005 δηλαδή με την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας του ενός μηνός...
Μετά τη λήξη της μίσθωσης ο εναγόμενος μισθωτής δεν απέδωσε ως όφειλε το μίσθιο στο ενάγον ίδρυμα αλλά το παρακράτησε και συνέχισε να το παρακρατεί και να το χρησιμοποιεί ανενόχλητα μέχρι και κατά το χρόνο συζήτησης των αγωγών στις 13-10-2005. Στη συνέχεια απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι είχε εύλογες αμφιβολίες ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού του μισθώματος με συνέπεια να μην έχει ευθύνη για την μη έγκαιρη καταβολή των αιτουμένων με την αγωγή διαφορών και να μην είναι υπερήμερος, όπως και την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, όπως και την ανταγωγή που είχε ασκήσει ο εναγόμενος και με βάση όλα τα ανωτέρω έκρινε ότι η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή, ενώ η ανταγωγή που είχε ασκήσει ο εναγόμενος για αναπροσαρμογή του μισθώματος έπρεπε να απορριφθεί.
Οι ως άνω ισχυρισμοί απορίφθηκαν, εκείνος περί ευλόγων αμφιβολιών ως απαράδεκτος διότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν αναφέρονταν καμία από τις περιπτώσεις που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 Κ.Πολ.Δ. για το παραδεκτό της μεταγενέστερης προβολής του, ενώ εκείνος περί καταχρήσεως δικαιώματος ως αβάσιμος στην ουσία διότι δεν αποδείχτηκε.
Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου για έλλειψη ευθυνης του ως προς την καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων διαφορών των μισθωμάτων λόγω ευλόγων αμφιβολιών του ως προς το ποσόν του συμφωνηθέντος μισθώματος διότι δεν προτάθηκε παραδεκτά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προτάθηκε εμπρόθεσμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν δεν μπορούσαν να προκύψουν μετά την ως άνω συζήτηση, δεδομένου ότι η εύλογη αμφιβολία για να αποτελέσει γεγονός από το οποίο εμποδίζεται η υπερημερία του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που είναι καταβλητέο το οφειλόμενο μίσθωμα.
Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αυτοτελής βρίσκει νομικό έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 342 του ΑΚ σκοπεύει στην ανατροπή του τεκμηρίου της υπαιτιότητας του υπερήμερου οφειλέτη και πρέπει να προτείνεται και να αποδεικνύεται από τον τελευταίο όπως και κάθε άλλος, δεν μπορεί να είναι οψιγενής ούτε και να αποδεικνύεται από έγγραφα και επομένως δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά με την έφεση ή τους πρόσθετους σε αυτήν λόγους για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Επομένως ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ 8 και 14 Κ.ΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο ο ως άνω ισχυρισμός του είναι αβάσιμος την ουσία και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο διατυπώνονται αιτιάσεις για την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής είναι απαράδεκτος διότι η εν λόγω ένσταση εξετάστηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε μετά από συνεκτίμηση όλου του αποδεικτικού υλικού ως αβάσιμη στην ουσία και οι προβαλλόμενες αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Με την αναίρεση διάσπαρτα προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα, όπως και με τους πρόσθετους λόγους αυτής, αιτιάσεις για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του ισχυρισμού του περί υπάρξεως ελαττωμάτων στο μίσθιο και για το λόγο αυτό παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 574, 575 και 578 του Α.Κ και υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ. 8, 9 Κ./Πολ.Δ που αποδίδει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και από την περ. 1 του ίδιου ως άνω άρθρου που αποδίδεται με τους σχετικούς πρόσθετους λόγους της αναίρεσης. Για το ορισμένο όμως των λόγων αυτών έπρεπε να αναφέρεται στο αναιρετήριο πότε και πως προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας για να είναι εφικτή η κρίση για το παραδεκτό αυτών (Α.Π 1917/2005). Τέτοια όμως αναφορά δεν υπάρχει στο αναιρετήριο και στις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, εντελώς αόριστα αναφέρεται ότι ο ως άνω ισχυρισμός υποβλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος. Πέραν δε αυτού τον ισχυρισμό του αυτόν τον προέβαλε στο Εφετείο με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης δεν προκύπτει όμως αν είχε προτείνει αυτόν νόμιμα και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση σε αυτό. Η δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου που επικαλείται ο αναιρεσείων διατυπώνεται υποθετικά για την περίπτωση που θεωρηθεί ότι προτάθηκε εμπρόθεσμα.
Λαμβανομένου υπόψη του ότι τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν έπρεπε να υπάρχουν κατά το χρόνο της οφειλής των μισθωμάτων διότι διαφορετικά δεν δικαιολογείται η μείωση του συμφωνημένου μισθώματος ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορούσε να είναι οψιγενής ούτε και να αποδεικνύεται από έγγραφα και επομένως δεν μπορούσε να συντρέχει καμία από τις απαιτούμενες από τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις για το παραδεκτό της εκπρόθεσμης προβολής τους για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Τα περιστατικά και τα έγγραφα που επικαλείται ο αναιρεσείων για να δικαιολογήσει τη βραδεία προβολή του ως άνω ισχυρισμού του ως οψιγενούς και αποδεικνυόμενου από έγγραφα αναφέρονται στο χρόνο που αποκτήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία για τα περιστατικά που θεμελιώνουν τον ως άνω ισχυρισμό όχι δε και το χρόνο που γεννήθηκαν τα εν λόγω περιστατικά, ενώ από τα έγγραφα και μόνο δεν μπορεί να αποδειχτούν αυτά.
Επομένως το Εφετείο το οποίο δεν έλαβε υπόψη και τον ως άνω ισχυρισμό και την ομολογία του αναιρεσιβλήτου δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες που αποδίδονται από τον αναιρεσείοντα με τον ανωτέρω λόγο της αναίρεσης και πρέπει και ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία. Ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ 11 Κ.ΠολΔ, με τη αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα τα οποία με λεπτομέρεια αναφέρει πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος δεδομένου ότι όλα τα εν λόγω έγγραφα αφορούν τους ως άνω ισχυρισμούς του οι οποίοι απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, με συνέπεια τα έγγραφα αυτά, να μην ασκούν καμία επίδραση στην παρούσα δίκη και να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω το Εφετείο όπως προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές του στην απόφασή του διέλαβε αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως λόγω δυστροπίας καταβολής των συμφωνημένων μισθωμάτων σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Συγκεκριμένα με σαφήνεια προσδιορίζεται το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως μισθώσεως ο τόπος και ο χρόνος πληρωμής των μισθωμάτων και η υπερημερία του εναγομένου με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται πλήρως το δικαίωμα του ενάγοντος εκμισθωτή, για την καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως. Κατά συνέπεια δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 288 281 του ΑΚ, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ για την ερμηνεία της συμβάσεως μισθώσεως ως προς τον όρο περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, εφόσον δεν διαπίστωσε κάποιο κενό ως προς τον όρο αυτό και δεν κατέφυγε σε ερμηνεία.
Κατά συνέπεια δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από το άρθρο 559 περ. 1 και 19 του Κ.ΠολΔ και γι αυτό ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται διάσπαρτα διαφορετικές αιτιάσεις είναι αβάσιμος στην ουσία και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος όλες οι αιτιάσεις των λόγω αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για πράγματα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2007 αίτηση του Χ1 και τους πρόσθετους σε αυτήν λόγους για αναίρεση της με αρίθμ. 530/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οχτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ