Supreme Court partially allows appeal against enforcement seizure, ruling debtor liable for full mortgaged property value.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a final enforcement seizure decision, ordering the case remitted to the Court of First Instance. The Court found the appellant liable for the full value of mortgaged properties, not just the registered mortgage amount, despite the lower court's contrary ruling. Consequently, the appeal was upheld in part, the case was sent back for further trial, and the appellant was awarded court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The debtor is liable for the full value of mortgaged properties subject to seizure, regardless of the specific amount registered in the mortgage notation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2088 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2088/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.
Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "WHITE STAR I.K.E.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Λ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τσιάντο και κατέθεσαν προτάσεις.Της αναιρεσιβλήτου:
Μονοπρόσωπης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "SPECIAL FINANCIAL SOLUTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "SPECIAL FINANCIAL SOLUTIONS ΝΙ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Αγγέλη και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2020 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο … Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/1/2023 αίτησή τους και τους από 20/12/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΜε την κρινόμενη, από 18-1-2023 αίτηση αναίρεσης και τον από, 20-12-2023 πρόσθετο αυτής λόγο, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμό 125/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της καθής η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της 58/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου … , που είχε δεχθεί την από 11-3-2020 ανακοπή των ανακοπτόντων, ήδη αναιρεσειόντων, για την ακύρωση των αναφερόμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1). Επίσης, παραδεκτός είναι και ο ως άνω πρόσθετος λόγος, ο οποίος ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ.
τη με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Ε. Ε.). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 808/2025, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1640/2022) και ακολούθως να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ανακόπτοντες - καθών η εκτέλεση, η πρώτη αυτών, ως τρίτη κυρία των βεβαρημένων με προσημείωση υποθήκης ακινήτων, δυνάμει της με αριθμό 1456/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και ο δεύτερος ως εγγυητής στην αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης, σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η με αριθμό .../2017 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ήδη αναιρεσείοντες, με την από 11-3-2020, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου … , ανακοπή, κατά της αναιρεσίβλητης, καθής η ανακοπή - επισπεύδουσας την εκτέλεση, μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία, "SPECIAL FINANCIAL SOLUTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", υπό την ιδιότητά της, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού, "AMOEBA ISSUER DESIGNATED ACIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της αρχικής δανείστριας, "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", λόγω μεταβίβασης στην αλλοδαπή αυτή εταιρία, μετά την έκδοση της άνω διαταγής πληρωμής, της ένδικης απαίτησης από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", δυνάμει της από 31-10-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, με τιτλοποίησή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, ζήτησαν για τους αναφερόμενους λόγους, την ακύρωση, α) της από ...-2020 επιταγής προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία η αναιρεσίβλητη επέταξε την πρώτη από αυτούς, ως τρίτη κυρία των περιγραφομένων σε αυτή ακινήτων και στην έκταση που έκαστο εξ αυτών βαρύνεται µε προσηµείωση υποθήκης, 500.000 ευρώ, που είχε εγγραφεί δυνάµει της με αριθμό 1456/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, διαζευκτικά, α) να καταβάλει έως το ποσό των 500.000 ευρώ, για έκαστο ακίνητο στην αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού, "AMOEBA ISSUER DESIGNATED ACIVITY COMPANY", όπως νόµιµα εκπροσωπείται από την καθής, τα ποσά, τα οποία έχει υποχρεωθεί να καταβάλει, ως οφειλέτης της Τράπεζας Πειραιώς, ο δεύτερος ανακόπτων, δηλαδή για επιδικασθέν κεφάλαιο, 4.700.000 ευρώ, νοµιµοτόκως από 21-3-2017, όπως εξειδικεύεται στην επιταγή πλέον δικαστικής δαπάνης και λοιπών εξόδων, άλλως, να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση που θα επισπευσθεί επί των ακινήτων της, µέχρι το ποσό των 500.000 ευρώ, για κάθε ακίνητο, που βρίσκονται στην Φοινικιά Θήρας, όπως περιγράφονται στην επιταγή ως κατοικίες, υπό στοιχ. 1α έως 5α και υπό στοιχ. 3, 4 και 5 κατοικίες, δηλαδή συνολικά 12 κατοικίες, β) της ...-2020 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης των ακινήτων αυτών του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αιγαίου, Π.
Χ. και γ) του με αριθμό ...-2020 αποσπάσματος της κατασχετήριας αυτής έκθεσης. Επί της ανακοπής, εκδόθηκε η 58/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου … , το οποίο δέχθηκε την ανακοπή, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της, που αφορούσε την ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας, λόγω της μη συγκοινοποίησης των αναφερόμενων στην απόφαση εγγράφων, κατ' άρθρο 925 ΚΠολΔ, και ακύρωσε τις ανακοπτόμενες πράξεις εκτέλεσης, χωρίς να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους ανακοπής, ενώ κατόπιν έφεσης της αναιρεσίβλητης - καθής η ανακοπή, κατά της παραπάνω απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, με αριθμό 125/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της, που έπλητταν αυτή, κατά το μέρος που είχε δεχθεί την ανακοπή, ακολούθως δε το Εφετείο, ερευνώντας τους λοιπούς μη εξεταθέντες πρωτοδίκως λόγους ανακοπής, μεταξύ των οποίων τον πρώτο λόγο ανακοπής, περί ακυρότητας της εκτελεστικής διαδικασίας, απέρριψε τους λόγους αυτούς και την ανακοπή στο σύνολό της.
Από τα άρθρα, 1257, 1258, 1260, 1269 εδ. 1, 1270, 1281 και 1317 του ΑΚ, προκύπτει ότι, σε ξένο ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης, με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα. Η υποθήκη αποκτάται εφόσον υπάρχει τίτλος, ο οποίος χορηγεί δικαίωμα υποθήκης και γίνει εγγραφή της στο βιβλίο υποθηκών, πάντοτε για ορισμένο χρηματικό ποσό.
Το ποσό της υποθήκης, η χρηματική δηλαδή ποσότητα για την οποία εγγράφεται, προσδιορίζει αριθμητικά το όριο της προνομιακής ικανοποίησης του ενυπόθηκου δανειστή, σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού, δεν αποτελεί, όμως, περιγραφή του μεγέθους της ασφαλιζόμενης απαίτησης, η οποία είναι αυτοτελές αναγκαίο στοιχείο της υποθήκης, που μπορεί να έχει διάφορο, από το ποσό της εγγραφής της υποθήκης, ύψος.
Αν το ποσό της εγγραφής είναι μικρότερο της ασφαλιζόμενης απαίτησης, η καταβολή της απαίτησης μέχρι του ποσού αυτού, δεν επιφέρει απόσβεση της υποθήκης, αφού ασφαλιζόμενη είναι ολόκληρη η απαίτηση, σύμφωνα με την αρχή του αδιαιρέτου της υποθηκικής ευθύνης και υπεγγυότητος (άρθρο 1281 ΑΚ), με εξαίρεση, όμως, την περίπτωση του άρθρου 1294 ΑΚ.
Απόσβεση δε της υποθήκης επέρχεται με την ολοσχερή απόσβεση της ασφαλιζόμενης απαίτησης, κατ' άρθρο 1317 ΑΚ (ΑΠ 16/2016). Η διάκριση, συνεπώς, μεταξύ του ασφαλισμένου και του μη ασφαλισμένου με υποθήκη μέρους της απαίτησης, έχει έννομη συνέπεια μόνο για την κατάταξη που γίνεται μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού (ΟλΑΠ 564/1986, ΑΠ 560/2006, ΑΠ 872/1996).
Περαιτέρω, στα άρθρα 1294 και 1297 του AK ορίζεται, αντίστοιχα, ότι, ''ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη, καθώς και κάθε τρίτος που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο, υπόκειται στην εμπράγματη αγωγή του δανειστή με την αναγκαστική εκτέλεση πάνω στο κτήμα, αν δεν προτιμά να εξοφλήσει όλες τις ενυπόθηκες απαιτήσεις, στην έκταση που ασφαλίζονται με την υποθήκη'' και ότι, ''αν δοθεί υποθήκη για εξασφάλιση εγγύησης, ο τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου κτήματος έχει δικαίωμα να απαιτήσει να εναχθεί πρώτα ο πρωτοφειλέτης''.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων, 1295 και 1296 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου ακινήτου είναι αυτός που παραχώρησε υποθήκη σε ακίνητό του, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής αλλότριου χρέους ή αυτός που απέκτησε το ακίνητο βεβαρημένο με την υποθήκη, χωρίς, όμως, να διαδεχθεί και την οφειλή και ο οποίος, συνεπώς, δεν ευθύνεται ο ίδιος ενοχικά, αλλά υπόκειται απλώς στην αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου του, για την πληρωμή του ξένου χρέους (ΑΠ 411/2010, ΑΠ 1546/2007).
Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 1260, 1264, 1329, 1306, 1274 και 1276 ΑΚ, προκύπτει ότι η υποθήκη και η προσημείωση εγγράφονται πάντοτε για ορισμένη ποσότητα, ήτοι γι' αυτή που ορίζεται στον τίτλο, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα για την εγγραφή τους. Επομένως, αν με δικαστική απόφαση ή άλλο τίτλο από τους αναφερόμενους στα άρθρα 1261-1263 του ίδιου Κώδικα, επιτραπεί η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης για την ασφάλεια ορισμένης απαίτησης μέχρι ορισμένο ποσό, το ακίνητο που υποθηκεύτηκε ή προσημειώθηκε ασφαλίζει την απαίτηση αυτή μόνο για το ποσό μέχρι το οποίο έχει επιτραπεί η εγγραφή της υποθήκης.
Μετά την εξόφληση του ποσού αυτού επέρχεται η απόσβεσή τους, σύμφωνα με τα άρθρα 1317 και 1323 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, δεν έχει εφαρμογή ούτε το άρθρο 1289 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι αν το κεφάλαιο για το οποίο έχει εγγραφεί η υποθήκη είναι γραμμένο ως τοκοφόρο, αυτή εξασφαλίζει το κεφάλαιο αυτό και τους τόκους από την κατάσχεση και ένα έτος πριν απ' αυτή μέχρι την εξόφληση ή μέχρι το αμετάκλητο του πίνακα κατάταξης.
Πράγματι, αφού το ποσό είναι καθορισμένο στο σύνολό του για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, μέχρι το οποίο θα επιβαρυνθεί το ενυπόθηκο ή προσημειούμενο ακίνητο, δεν μπορεί να εξαρτηθεί η προαναφερόμενη επιβάρυνση από το χρόνο που θα περάσει από την κατάσχεση και ένα χρόνο πριν απ' αυτή, μέχρι την εξόφληση.
Το αδιαίρετο της υποθήκης για το οποίο γίνεται λόγος στη διάταξη του άρθρου 1281 ΑΚ, που ισχύει και στην προσημείωση, αφού και αυτή είναι υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση, δεν οδηγεί σε αντίθετη λύση, διότι αυτό έχει την έννοια ότι το ενυπόθηκο ή προσημειωμένο ακίνητο, ακόμη κι αν τεμαχισθεί, καθίσταται ολόκληρο υπόχρεο για ολόκληρη την ασφαλισμένη απαίτηση, δηλαδή για το ποσό, μέχρι το οποίο έχει επιτραπεί η υποθήκη ή προσημείωση.
Το ίδιο ισχύει και όταν υπάρχει η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1264 και 1270 ΑΚ πολλαπλή υποθήκη, ήτοι όταν για την ίδια απαίτηση, έχει εγγραφεί συγχρόνως ή διαδοχικά υποθήκη ή προσημείωση σε περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στο ίδιο ή σε διαφορετικά πρόσωπα, ή η εγγραφή έχει γίνει σε ιδανικά μερίδια του ίδιου ακινήτου που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα.
Στην περίπτωση αυτή, ναι μεν καθεμιά από τις περισσότερες υποθήκες ή προσημειώσεις είναι, καταρχήν, ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες, πλην, όμως, όλες τις συνδέει το γεγονός ότι ασφαλίζουν την ίδια απαίτηση. Έτσι η ολική εξόφληση της ασφαλισμένης με αυτές απαίτησης, επιφέρει την απόσβεση όλων των υποθηκών ή προσημειώσεων, ενώ το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, όταν χωρήσει μερική μόνο εξόφληση (ΑΠ 1141/2012, ΑΠ 156/1994).
Κατά την έννοια δε της διάταξης του πιο πάνω άρθρου, 1281 ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή του αδιαίρετου της υποθήκης στην περίπτωση εγγραφής υποθήκης σε περισσότερα ακίνητα προς εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης και δη για ορισμένο χρηματικό ποσό και προς εξασφάλιση της απαίτησης μόνο μέχρι του ποσού αυτού, το καθένα από τα ακίνητα εξακολουθεί να είναι υπέγγυο μέχρι την ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης αυτής, ήτοι για ολόκληρο το ποσό αυτό και μόνο, και όχι για πολλαπλάσιο αυτού επί τον αριθμό των ενυπόθηκων ακινήτων, ήτοι για το ποσό αυτό αθροιστικά όσα είναι τα εν λόγω υπέγγυα ακίνητα (ΑΠ 711/1992).
Επίσης, από το συνδυασμό, των πιο πάνω διατάξεων, με αυτή του άρθρου 1269 εδ. α ΑΚ, συνάγεται σαφώς ότι, ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου μπορεί να επιφέρει την απόσβεση της υποθήκης καταβάλλοντας στο δανειστή το ποσό για το οποίο έγινε η εγγραφή της υποθήκης, έστω και αν αυτό είναι μικρότερο από την ασφαλιζόμενη απαίτηση, η οποία έτσι δεν εξοφλείται ολοσχερώς, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται, χωρίς όμως, να μπορεί να προβληθεί κατά του τρίτου κυρίου (ΑΠ 783/1994).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 706 ΚΠολΔ και 1274 του ΑΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αποτελεί κατά τον ΚΠολΔ, ασφαλιστικό μέτρο, που μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Παρέχεται δε στο δανειστή, που δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαίτησής του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης, πάντοτε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό.
Ενόψει δε του ότι η προσημείωση υποθήκης είναι ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο του οφειλέτη για να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ' αυτού η προνομιακή ικανοποίηση χρηματικής ή μετατρέψιμης σε χρήμα απαίτησης του δανειστή, όταν στο μέλλον εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί αυτή θεσμό και του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274 έως 1280, 1323, 1330 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για την προσημείωση υποθήκης, η οποία στο πλαίσιο αυτό αποτελεί ειδικότερα υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277, 1323 αριθμ. 2 ΑΚ (ΑΠ 410/2005).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ανακοπή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1299/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες - ανακόπτοντες, με τους, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, περί ακυρότητας της εκτέλεσης, εξαιτίας του ότι η πρώτη ανακόπτουσα, ως τρίτη κυρία των ακινήτων στα οποία έχει εγγραφεί η προσημείωση για το ποσό των 500.000 ευρώ, υπόκειται στην εμπράγματη αγωγή της επισπεύδουσας την εκτέλεση - καθής η ανακοπή, μέχρι το ανωτέρω ποσό, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 1281 και 1294 ΑΚ, δεχόμενο ότι, επί πολλαπλής προσημείωσης υποθήκης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος κύριος των ακινήτων που παραχωρεί υποθήκη μέχρι ορισμένου ποσού, ευθύνεται για το ποσό αυτό, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό των ακινήτων, επί των οποίων έχει εγγραφεί ισόποση προσημείωση.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης, από 11-3-2020 ανακοπής, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, εξέθεσαν, μεταξύ άλλων σ' αυτή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τους άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα: Ότι η πρώτη αυτών, με τα αναφερόμενα συμβόλαια αγοραπωλησίας και πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, κατέστη κυρία των περιγραφόμενων ακινήτων, επί των οποίων επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, βεβαρημένα με προσημειώσεις υποθήκης, μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 1456/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε πριν τη μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων, στην ίδια, κατόπιν αίτησης της Τράπεζας Πειραιώς, (αρχικής δανείστριας) κατά του δικαιοπαρόχου της, Λ. Κ., με συναίνεσή του, για την εξασφάλιση απαιτήσεών της, που προέρχονται από τη με αριθμό .../1994 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό - αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις.
Ότι για τις απαιτήσεις αυτές, εκδόθηκε η .../2017 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της ανώνυμης εταιρείας "... ΚΑΙ ... Α.Ε.", ως πρωτοφειλέτριας, του β' από αυτούς (δεύτερου αναιρεσείοντος) και του Α. Κ., ως εγγυητών, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, δυνάµει του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση με αναγκαστική κατάσχεση των ιδιοκτησιών της πρώτης αυτών και ότι από την άνω απόφαση που αποτέλεσε τον τίτλο εγγραφής, όσο και την περίληψη, µε βάση την οποία έγινε η εγγραφή, προκύπτει ότι η προσηµείωση υποθήκης, δυνάµει της οποίας επισπεύδεται σε βάρος της πρώτης αυτών (αναιρεσείουσας) αναγκαστική εκτέλεση, έχει εγγραφεί προς εξασφάλιση µέρους της συνολικής απαίτησης της Τράπεζας Πειραιώς, για την οποία είχε εγγυηθεί ο β' από αυτούς, (ασφαλιζόµενη απαίτηση) και ότι το ποσό της εγγραφής ορίσθηκε για µέρος της μεγαλύτερης ασφαλιζόµενης απαίτησης, µέχρι το ύψος των 500.000 ευρώ, ενιαίο για το σύνολο των ακινήτων επί των οποίων συμφωνήθηκε να εγγραφεί η προσηµείωση και όχι για κάθε ακίνητο ξεχωριστά.
Ακολούθως δε, οι ανακόπτοντες, επικαλούμενοι ότι η αναγκαστική εκτέλεση επισπεύδεται σε βάρος της πρώτης αυτών, με την ιδιότητα της τρίτης κυρίας των βεβαρυμένων με προσημείωση υποθήκης ακινήτων, ότι λόγω της ιδιότητάς της αυτής, η ευθύνη της έναντι της καθής η ανακοπή είναι περιορισμένη μέχρι του ύψους του ποσού, για το οποίο επιτράπηκε η εγγραφή με την απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και ότι με την προσβαλλόμενη από ...-2020 επιταγή επιτάσσεται να καταβάλει στην καθής, δωδεκαπλάσιο ποσό, ήτοι ποσό 500.000 ευρώ για κάθε μία από τις 12 προσημειωμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες και συνολικά 6.000.000 ευρώ, ποσό μεγαλύτερο και από αυτό που επιδικάστηκε με την άνω διαταγή πληρωμής, ύψους 4.700.000 ευρώ, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, με βάση τον οποίο επισπεύδεται εκτέλεση, με τις προσβαλλόμενες πράξεις (κατασχετήρια έκθεση και απόσπασμα), με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους πρόβαλαν ακυρότητα της αναγκαστικής εκτέλεσης για το λόγο ότι επισπεύδεται για ποσό πέραν του μέρους της απαίτησης που ασφαλίζεται με τις προσημειώσεις.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως νομικά αβάσιμο, με τις παραδοχές ότι, ''ο τρίτος κύριος που νέµεται µε νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο έχει την υποχρέωση να ανεχθεί την σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση επί του συγκεκριμένου ακινήτου, επί του οποίου ενεγράφη η υποθήκη, η δε ευθύνη του εκτείνεται έως την αξία του ενυπόθηκου κτήµατος (άρθρο 1296 ΑΚ) και όχι µόνο έως το ορισμένο ποσό για το οποίο ενεγράφη η υποθήκη ή η προσηµείωση υποθήκης, διότι µε την υποθήκη/ προσηµείωση υποθήκης ασφαλιζόµενη είναι ολόκληρη η απαίτηση του δανειστή, το δε ποσό για το οποίο ενεγράφη η υποθήκη/προσηµείωση αντιπροσωπεύει το ποσό, για το οποίο ο δανειστής έχει δικαίωµα προνοµιακής ικανοποίησης της απατησής του κατά το στάδιο της κατάταξης, για το υπόλοιπο δε ποσό της απαίτησής του κατατάσσεται ως εγχειρόγραφος δανειστής''.
Ωστόσο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δηλαδή επί πολλαπλής προσημείωσης υποθήκης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος κύριος του προσημειωμένου ακίνητου ευθύνεται κατ' αποτέλεσμα, για το ποσό της προσημείωσης υποθήκης (ύψους 500.000 ευρώ), πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό των ακινήτων του, επί των οποίων έχει εγγραφεί ισόποση προσημείωση υποθήκης και ότι αυτός δεν απαλλάσσεται με την καταβολή άπαξ του συγκεκριμένου τμήματος της απαίτησης, το οποίο επεδίωκαν τα μέρη να εξασφαλίσουν με την πολλαπλή προσημείωση υποθήκης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 1281 και 1294 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, η πρώτη αναιρεσείουσα, με τα αναφερόμενα συμβόλαια πώλησης και πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας, που μεταγράφηκαν νόµιµα, έχει καταστεί κυρία των πιο πάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, λόγω της πώλησής τους προς αυτή, από το δικαιοπάροχό της, δεύτερο αναιρεσείοντα - εγγυητή στην με αριθμό .../1994 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, βεβαρηµένων καθεμία από αυτές, με προσηµείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού 500.000 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 1456/30-4-2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε µε συναίνεση του δεύτερου ανακόπτοντος - δεύτερου εκκαλούντος, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων.
Η εν λόγω μεταβίβαση προς την πρώτη αναιρεσείουσα έγινε από το δεύτερο αναιρεσείοντα, προηγούμενο κύριο των ιδιοκτησιών και παραχωρήσαντα τις προσημειώσεις, σε βάρος του οποίου εκδόθηκε η .../2017 διαταγή πληρωμής, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, (με την οποία υποχρεώθηκαν η πρωτοφειλέτρια στην άνω σύμβαση πίστωσης και οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων, ο δεύτερος αναιρεσείων, να καταβάλουν στην δανείστρια, το ποσό των 4700.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων), χωρίς αυτή να είναι συγχρόνως και προσωπική οφειλέτης της ειδικής διαδόχου της αρχικής δανείστριας Τράπεζας Περαιώς, αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού, "AMOEBA ISSUER DESIGNATED ACIVITY COMPANY", όπως νόµιµα εκπροσωπείται από την αναιρεσίβλητη, και ως εκ τούτου αυτή (πρώτη αναιρεσείουσα) είναι τρίτη, κατά την έννοια του άρθρου 1294 ΑΚ.
Επομένως, η τελευταία, η οποία απέκτησε τα άνω ακίνητα βεβαρημένα με προσημείωση υποθήκης, ευθύνεται, μέχρι του ποσού της προσημείωσης, αφού η παραχώρηση των βεβαρημένων ακινήτων, δεν την καθιστά, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα και υποκείμενο της ενοχικής σχέσης, ήτοι ευθυνόμενη και προσωπικά, για την καταβολή του, με την προσημείωση του εξασφαλισθέντος χρέους του ενεχόμενου οφειλέτη, δεύτερου αναιρεσείοντος.
Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση, της πολλαπλής προσημείωσης υποθήκης, ναι μεν καθεμιά από τις περισσότερες προσημειώσεις είναι, καταρχήν, ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες, πλην, όμως, όλες τις συνδέει το γεγονός ότι ασφαλίζουν την ίδια απαίτηση, μέχρι του ποσού για το οποίο έγινε η εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, ποσό το οποίο, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, διακρίνεται σαφώς από το ποσό της ασφαλιζόμενης απαίτησης, που αποτελεί αυτοτελές στοιχείο, ανεξάρτητο από το ποσό της εγγραφής της προσημείωσης.
Ενόψει αυτών, η πρώτη αναιρεσείουσα, τρίτη κυρία των βεβαρημένων με προσημείωση υποθήκης ακινήτων ευθύνεται μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ, έστω και αν αυτό είναι μικρότερο από την ασφαλιζόμενη απαίτηση, η οποία έτσι δεν εξοφλείται ολοσχερώς, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται, χωρίς όμως, να μπορεί να προβληθεί κατά της τρίτης κυρίας (ΑΠ 783/1994).
Επομένως, οι παραπάνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων, 1281 και 1294 ΑΚ, είναι βάσιμοι.Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα.
Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθού η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντα τo διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά.
Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου ''δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση'' είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολόγητα την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία.
Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ' ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε, υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (σχετ.
ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006, επί καθολικής διαδοχής σε περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών). Αντίστοιχα, στην περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην με αριθμό, 161338/2003 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ' εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (πρβλ για το συναφές ζήτημα επί αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής ΑΠ 434/2022, ΑΠ 909/2021).
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).
Με την άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο ''απαράδεκτο'' νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις ''επιτευκτικές'' διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ένδικων μέσων (ΑΠ 371/2008), των πρόσθετων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018), συνεπώς με τον λόγο αυτό ελέγχεται και το έγκυρο της έναρξης ή της συνέχισης της αναγκαστικής εκτέλεσης από τον καθολικό ή τον ειδικό διάδοχο του δικαιούχου, κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 739/2024).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο αλλά και τον δεύτερο λόγο εφέσεως, η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουµένη απόφαση έκανε δεκτό τον πέμπτο λόγο ανακοπής, δεχόµενη ότι οι ανακοπτόµενες πράξεις εκτέλεσης πάσχουν ακυρότητα, αφενός επειδή στο συγκοινοποιηθέν απόσπασμα από το βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου, αναφέρονται τραπεζικοί λογαριασμοί, οι οποίοι φέρεται να κινήθηκαν στα πλαίσια της επίδικης υπ’ αριθ. .../1994 σύμβασης πίστωσης µε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, οι οποίοι όµως δεν είναι οι ίδιοι που αναφέρονται στην υπ' αριθ. .../2017 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, βάσει της οποίας ξεκίνησε η εκτέλεση κατά των ανακοπτόντων, καθώς επίσης και επειδή στο προαναφερθέν απόσπασμα δεν γίνεται µνεία της ως άνω σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού, αφετέρου, δε, επειδή δεν συγκοινοποιήθηκαν µε την επίδικη διαταγή προς πληρωμή, η από .../2018 σύμβαση μεταβίβασης απαιτήσεων από την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε στην εταιρεία "ΑΜΟΕΒΑ ISSUER DAC", η από .../2018 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, µε την οποία η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία διόρισε διαχειριστή των απαιτήσεων της, την καθ'ης, καθώς και το παράρτηµα της από .../2018 σύμβασης, παρά µόνο ακριβή αντίγραφα καταχώρισης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών.
Ότι αντίθετα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, θα έπρεπε να απορρίψει τον ως άνω λόγο ανακοπής αφού τα επιδοθέντα έγγραφα ήταν τα µόνα έγγραφα, τα οποία απαιτείται να κοινοποιηθούν µε την επιταγή προς πληρωμή και τα οποία αποδεικνύουν πλήρως την µεταβίβαση της επίδικης έννοµης σχέσης και την νομιμοποίηση της εκκαλούσας να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση.
Από την εκτίμηση ....... αποδείχθηκαν πλήρως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 27-1-2020 η καθ' ης επέδωσε στους ανακόπτοντες αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθ. .../2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί κατά της ανώνυμης εταιρείας µε την επωνυμία "...
Α.Ε." ως πρωτοφειλέτιδος και κατά του δεύτερου ανακόπτοντος (δεύτερου αναιρεσείοντος) και του Α. Κ. του Λ., ως εγγυητών. Με την εν λόγω επιταγή η καθ' ης επέταξε την πρώτη ανακόπτουσα, ως τρίτη κυρία των περιγραφόμενων σ' αυτήν προσημειωµένων ακινήτων και στην έκταση που έκαστο εξ αυτών βαρύνεται µε προσηµείωση υποθήκης, 500. 000 ευρώ, εγγραφείσες δυνάμει της υπ' αριθ. 1456/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, διαζευκτικά:
α) να καταβάλει έως το ποσό των 500.000 ευρώ για έκαστο ακίνητο στην αλλοδαπή εταιρεία µε την επωνυμία "ΑΜΟΕΒΑ ISSUER DAC", διά της καθ' ης, τα ποσά, τα οποία έχει υποχρεωθεί να καταβάλει ως οφειλέτης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας µε την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς" ο δεύτερος ανακόπτων (δεύτερος αναιρεσείων), για επιδικασθέν κεφάλαιο 4.700.000 ευρώ, νοµιµοτόκως από 21/3/2017, πλέον εξόδων και δαπανών, άλλως, β) να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση που θα επισπευσθεί επί των ανωτέρω ακινήτων μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ για κάθε ακίνητο, που βρίσκονται στη Φοινικιά Θήρας και περιγράφονται στην εν λόγω επιταγή, ως κατοικίες υπό στοιχεία 1α, 1β, 2α, 2β, 3α, 3β, 4α, 4β, 5α, 3, 4, 5.
Μαζί µε τη νέα αυτή επιταγή, η καθής η ανακοπή συγκοινοποίησε στους ανακόπτοντες: α) ακριβές αντίγραφο της καταχώρισης, στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, της από .../2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων από την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε στην εταιρεία "ΑΜΟΕΒΑ ISSUER DAC", β) ακριβές αντίγραφο της καταχώρισης, στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (αριθ.
πρωτ. 249/2-11-2018, τόµος 9, αριθ.445), της από .../2018 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, µε την οποία η εταιρεία "ΑΜΟΕΒΑ ISSUER DAC", διόρισε διαχειριστή των απαιτήσεων της την καθ'ής, γ) ακριβή αντγραφα των αποσπασμάτων του παραρτήματος της από 31-10-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, από τα οποία προκύπτει ότι οι απαιτήσεις για τις οποίες επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση, περιλαμβάνονται στις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, δ) ακριβές αντίγραφο του υπ' αριθ. ...-2018 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Θ. και ε) τη µε αριθ. πρωτ. ...-2020 ανακοίνωση καταχώρισης στο ΓΕΜΗ, σχετικά µε την τροποποίηση του καταστατικού της εκκαλούσας εταιρείας (αναιρεσίβλητης). Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι στους ανακόπτοντες συγκοινοποιήθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα, κατ' άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύµφωνα και µε όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, που αποδεικνύουν την ιδιότητα της εκκαλούσας ως εκπροσώπου της ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου και νομιμοποιούµενης να επισπεύσει την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση και ότι αυτή νόμιμα ενήργησε, απορριπτοµένου του περί ακυρότητας πέμπτου λόγου της ανακοπής.
Για τη νομιμότητα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης από την εκκαλούσα, δεν απαιτούνταν να συγκοινοποιηθεί ολόκληρο το κείµενο της από 31-10-2018 σύμβασης µεταβίβασης τιτλοποιούµενων απαιτήσεων µαζί µε τα παράρτηµα δηλ. πλέον των 7.000 σελίδων, όπως ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες µε τον ως άνω λόγο ανακοπής τους, καθώς µία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση δεν συμπορεύεται µε το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αναλύθηκε στην προηγηθείσα µείζονα σκέψη.
Ας σημειωθεί, δε, ότι η Τράπεζα Πειραιώς προέβη στην καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης, την 17-1-2017 και έκλεισε οριστικά τους τηρούµενους για την εξυπηρέτση της σύμβασης λογαριασμούς (υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ...), μεταφέροντας τα οριστικά υπόλοιπα αυτών, συνολικού ποσού 8.317.838,24 ευρώ, σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, γεγονός που σημειώνεται στην υπ' αριθ. .../2017 διαταγή πληρωμής.Συνεπώς, κατά το χρόνο μεταβίβασης των απαιτήσεων στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού καταχωρίστηκαν στο παράρτημα της σύμβασης μεταβίβασης οι τηρούμενοι λογαριασμοί οριστικής καθυστέρησης, µε α) ..., στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αριθ. ..., λογαριασμού, β) ..., στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αριθ. ...
λογαριασμού, γ) ..., στον οποίο µεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αριθ. ... λογαριασμού, δ) ..., στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αριθ. ... λογαριασμού, ε) ..., στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αριθ. ... λογαριασμού και στ) ..., στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αριθ. ... λογαριασμού. Επομένως, για την ταυτοποίηση της µεταβιβαζόμενης απαίτησης δεν είναι απαραίτητο οι, καταχωρισθέντες στο παράρτηµα της σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, λογαριασμοί και τα υπόλοιπα αυτών να ταυτίζονται µε αυτούς που αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής, καθώς, όπως εκτθεται και στην εν λόγω διαταγή πληρωμής, τα υπόλοιπα των τηρούµενων για την εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμών μεταφέρθηκαν σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, σύμφωνα µε το συμβατικό δικαίωµα της πιστώτριας τράπεζας, οι οποίοι έφεραν άλλους αριθμούς προς εξυπηρέτηση της λογιστικής τάξης αυτής, τα δε υπόλοιπα αυτών είναι διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής, διότι χρεώθηκαν µε επιπλέον τόκους.
Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγος εφέσεως, να κριθεί απορριπτέος ο πέµπτος λόγος ανακοπής, αφού έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκανε αυτόν δεκτό, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουµένη απόφαση και να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο στην ουσία, ως προς τους λοιπούς λόγους της ανακοπής .......".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας τον άνω (πέμπτο) λόγο της ανακοπής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει άκυρη την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των αναιρεσειόντων, εγγυητή στη σύμβαση πίστωσης, σε βάρος του οποίου είχε εκδοθεί η διαταγή πληρωμής και τρίτης κυρίας των επίδικων και βαρυνόμενων με προσημείωση υποθήκης ακινήτων, προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησης, καθόσον τα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως κοινοποιηθέντα, για την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, έγγραφα εκ μέρους της επισπεύδουσας αναιρεσίβλητης, εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία είχε νομίμως ανατεθεί από την αναφερόμενη εταιρία ειδικού σκοπού, η είσπραξη και διαχείριση της ένδικης απαίτησης, ήταν αρκετά για να αποδείξουν, κατά τα άρθρα 919 και 925 ΚΠολΔ, αφενός ότι η τρίτη αναιρεσείουσα κατέστη ειδικός διάδοχος της ασφαλισμένης με προσημείωση υποθήκης, στα κατασχεθέντα ακίνητα, απαίτησης του αρχικής δικαιούχου Τράπεζας Πειραιώς, αφού η τελευταία είχε μεταβιβάσει, κατά το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, την ένδικη απαίτησή της και η μεταβίβαση αυτή είχε καταχωρηθεί νόμιμα κατά τα αναγκαία και ουσιώδη στοιχεία της σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, με την καταχώρηση δε αυτή, που επέχει θέση αναγγελίας της εκχώρησης, μεταβιβάστηκε και το παρεπόμενο δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης στα ακίνητο της πρώτης αναιρεσείουσας, αφετέρου δε ότι η αναιρεσίβλητη ήταν νομίμως αδειοδοτηθείσα κατά τον ν. 4354/2015 εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία η εκδοχέας της απαίτησης, είχε αναθέσει, με σύμβαση που επίσης καταχωρήθηκε στο ανωτέρω βιβλίο, την είσπραξη και διαχείριση της απαίτησης, με συνέπεια να νομιμοποιείται αυτή (αναιρεσίβλητη) να αρχίσει την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, να κοινοποιήσει και το συνολικό κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας και, ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει κατά παραδοχή των άνω, πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, δεχόμενο ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, ως τρίτη κυρία των αναφερόμενων ακινήτων, που βαρύνονται με προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ, επί των οποίων έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση για την ικανοποίηση απαίτησης της εκπροσωπούμενης από την αναιρεσίβλητη, αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού, ευθύνεται έως την αξία όλων των προσημειωμένων ακινήτων, και όχι έως το ορισμένο ποσό για το οποίο έχει εγγραφεί η προσηµείωση υποθήκης επί των ακινήτων αυτών, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του μοναδικού πρόσθετου λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των άνω λόγων που κρίθηκαν βάσιμοι.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αποτελούμενο, από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει, την από, 18-1-2023 αίτηση και τον από, 20-12-2023 πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της με αριθμό 125/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.Αναιρεί την άνω απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.Παραπέμπει την υπόθεση κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου.Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης