Supreme Court quashes appeal court verdict for improper jurisdiction due to new criminal procedure law changes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal against the Athens Multi-Member Court of Appeal's decision, ruling it procedurally flawed. The defendant argued the lower court lacked jurisdiction because a 2015 law transferred specific crimes to the Mixed Criminal Court, a change the lower court failed to apply retroactively. The court agreed that without a specific transitional provision, the new law applied immediately, rendering the lower court's judgment void and remanding the case to the correct Mixed Criminal Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 128(1) and 129(a)(1) of the Code of Criminal Procedure; The Code of Criminal Procedure applies immediately to pending cases unless a specific transitional provision dictates otherwise, meaning lower courts must apply new jurisdictional laws retroactively to pending appeals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2088 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2088/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X... J... του K., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …. που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Πάρσαρη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1544/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6-8-2018 αίτησή του αναιρέσεως και τους από 10-10-2018 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1127/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6.8.2018 αίτηση του X... J... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1544/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 και 3 Κ.Π.Δ. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Ι. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 Π.Κ., "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη". Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 ΠΚ, όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 είχε προστεθεί με το άρθρο 25 παρ. 4 του Ν. 3772/2009 ΦΕΚ Α' 112/10.7.2009, "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Εάν ο υπαίτιος της πράξης αυτής ενήργησε με καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Ήδη το ανωτέρω άρθρο 380 παρ. 1 Π.Κ., όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4α του Ν. 4322/2015, ΦΕΚ Α' 42/27.4.2015, διαμορφώθηκε στο ότι: "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, αφαιρεί από άλλον ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη. Η τέλεση της πράξης του προηγουμένου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση.
ΙΙ. Κατά τα άρθρα 128 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, "τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο για όλα τα άλλα συναφή". Κατά δε το άρθρο 129 περ. α' του ίδιου Κώδικα, "συναφή εγκλήματα θεωρούνται όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως, είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, ή από πολλούς όχι συναιτίους στον ίδιο τόπο και χρόνο".
Με τις διατάξεις αυτές επέρχεται παρέκταση της καθ` ύλην αρμοδιότητας, ώστε το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για το βαρύτερο έγκλημα, να είναι αρμόδιο και για όλα τα συναφή, τα οποία αν εκδικάζονταν αυτοτελώς, θα υπάγονταν στην καθ` ύλην αρμοδιότητα άλλων δικαστηρίων. Ως βαρύτερο έγκλημα θεωρείται εκείνο εναντίον του οποίου απειλείται στον νόμο βαρύτερη ποινή.
Όταν δε πρόκειται για απόπειρα, λαμβάνεται υπόψη η ποινή την οποία ορίζει ο νόμος για το τετελεσμένο έγκλημα, διότι αυτή προσδιορίζει τη βαρύτητα τούτου (άρθρα 18, 19 ΠΚ και 119 ΚΠΔ) και όχι η ηπιότερη ποινή της απόπειρας (ΑΠ 158/2000). Τούτο δε διότι η εν αποπείρα πράξη, δεν αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα, αλλά μορφή εμφάνισης του εγκλήματος και ως εκ τούτου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα του κακουργήματος ή πλημμελήματος από την ποινή που απειλείται στον νόμο για το τετελεσμένο έγκλημα.
Αυτό προκύπτει πιο συγκεκριμένα και από την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 42 του ΠΚ, που επιτρέπει στον δικαστή, αν κρίνει ότι η ελαττωμένη, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, ποινή δεν επαρκεί για να αποτρέψει τον υπαίτιο από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων, να επιβάλει σε αυτόν την προβλεπόμενη για την ολοκληρωμένη πράξη.
Οι διατάξεις του άρθρου 42, στην πρώτη παράγραφό του, καθορίζουν απλώς ένα πλαίσιο ποινής, που έχει ανώτατο όριο την ποινή της τελεσμένης πράξης και κατώτατο την ποινή, όπως διαμορφώνεται από τις μειώσεις του άρθρου 83 ΠΚ, το οποίο όμως δεν καθιερώνει και ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση του δράστη, όσον αφορά την παραγραφή του εγκλήματος που διέπραξε.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε από τον δικαστή στη συγκεκριμένη περίπτωση, μέσα στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο, είναι άνευ σημασίας για τον κατά το άρθρο 19 ΠΚ χαρακτηρισμό του είδους του εγκλήματος και για την κατά το άρθρο 111 ΠΚ παραγραφή του, ενώ η παραδοχή αντίθετης εκδοχής θα καθιστούσε τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 2 ΠΚ ανεφάρμοστες (Ολ.
ΑΠ 18/2001 - ΑΠ 284/2001).
ΙΙΙ. Από τα άρθρα 119 και 120 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι α) την αρμοδιότητα σύμφωνα με τα άρθρα 109-115 την προσδιορίζει ο χαρακτηρισμός της πράξης από τον ποινικό κώδικα ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος, που βασίζεται στα πραγματικά περιστατικά τα οποία περιέχονται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην κλήση του εισαγγελέα (στην περίπτωση της απευθείας εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο) και β) το δικαστήριο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει την καθ' ύλην αρμοδιότητά του σε κάθε στάδιο της δίκης.
Έτσι, πριν από την έναρξη της συζήτησης εξετάζει αυτεπαγγέλτως εάν η εισαχθείσα σ' αυτό υπόθεση, όπως εκτίθεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στο κλητήριο θέσπισμα όταν εισήχθη με απ' ευθείας κλήση στο ακροατήριο, υπάγεται κατά τις κείμενες διατάξεις στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του και αν κρίνει ότι είναι αναρμόδιο παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο.
Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 121 του Κ.Π.Δ., το δικαστήριο που δικάζει κατ' έφεση, αν κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ' αυτό ή σε κατώτερο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και δικάζει ανέκκλητα το ίδιο την υπόθεση στην ουσία (άρθρ. 502 παρ. 3), σε κάθε άλλη περίπτωση καθ' ύλην αναρμοδιότητας ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ενεργώντας ταυτόχρονα όσα προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 120.
IV. Κατά το άρθρο 109 Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 4055/2012, ΦΕΚ Α'51/12.3.2012, το μεικτό ορκωτό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο βαθμό α) τα κακουργήματα, εκτός από εκείνα που ανήκουν στην αρμοδιότητα των μονομελών και τριμελών εφετείων και β) τα πολιτικά πλημμελήματα κατά δε το νέο άρθρο 110 του ιδίου Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ιδίου νόμου, το μονομελές εφετείο δικάζει τα πιο κάτω εγκλήματα, εκτός αν στο νόμο απειλείται κατά αυτών η ποινή της ισόβιας κάθειρξης 1) τα κακουργήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 308 Α', καθώς και αυτά της παραγράφου 1 του άρθρου 308 Β', εφόσον για την τελευταία έχει συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής, 2) τα κακουργήματα των άρθρων 114 του Ν. 1892/1990, 66 του Ν. 2121/1993 και 52 του Ν. 4002/2011 και 3) τα κακουργήματα των νόμων 2725/1999 και 3028/2002.
V. Κατά το άρθρο 111 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 27 Ν. 3772/2009, ΦΕΚ Α' 112/10.7.2009, το δικαστήριο εφετών δικάζει τα κακουργήματα που προβλέπονται από το Ποινικό Κώδικα σχετικά με το νόμισμα, τα υπομνήματα, την ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δίκαια, την ψευδή βεβαίωση υπαλλήλου, νόθευση, απιστία και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αν τελέστηκαν από πολίτες άσχετα με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας ή αν τελέστηκαν από στρατιωτικούς και στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 α' του Ποινικού Κώδικα και εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων δραχμών (150.000 ευρώ).
Τα κακουργήματα της δωροδοκίας που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας του άρθρου 370 Α' του Ποινικού Κώδικα. "Τα κακουργήματα του άρθρου 173 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα και εκείνα που τελέσθηκαν από πρόσωπο που έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού και προβλέπονται στα άρθρα 189 παρ. 3 και 380 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα".
Ήδη το άρθρο 111 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως ο τίτλος και η πρώτη περίοδος αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 Ν. 4055/2012 ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012 και το τελευταίο εδάφιο, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 27 Ν. 3772/2009, ΦΕΚ Α' 112/10.7.2009, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 παρ.6 Ν.4322/2015 ΦΕΚ Α' 42/27.4.2015 το τριμελές εφετείο δικάζει τα αναφερόμενα στις πιο κάτω περιπτώσεις κακουργήματα, από τα υπαγόμενα δε στην αρμοδιότητα του μονομελούς εφετείου (άρθρο 110) εκείνα κατά των οποίων στο νόμο απειλείται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης "Τα κακουργήματα που προβλέπονται από τον Ποινικό Κώδικα σχετικά με το νόμισμα, τα υπομνήματα , την ιδιοκτησία, τα περιουσιακά δίκαια, την ψευδή βεβαίωση υπαλλήλου, νόθευση, απιστία και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, αν τελέστηκαν από πολίτες άσχετα με το πρόσωπο του παθόντα και το ποσό του οφέλους ή της ζημίας ή αν τελέστηκαν από στρατιωτικούς και στρέφονται οπωσδήποτε κατά του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 α' του Ποινικού Κώδικα και εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε με αυτά ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων δραχμών (150.000 ευρώ).
Τα κακουργήματα της δωροδοκίας που αναφέρονται στα άρθρα 159, 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας του άρθρου 370 Α' του Ποινικού Κώδικα. Το κακούργημα του άρθρου 173 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτό πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα".
Με το δικονομικό αυτό νόμο, ο οποίος δεν περιείχε ειδική μεταβατική διάταξη για τις εκκρεμείς υποθέσεις, δεν ορίζεται αν η νέα καθιερούμενη καθ' ύλην αρμοδιότητα καταλαμβάνει και τις ποινικές υποθέσεις που δεν είχαν εκδικασθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, για τις οποίες είχαν επιδοθεί παραπεμπτικά βουλεύματα και δη αμετάκλητα για να εκδικασθούν από τα αρμόδια Τριμελή Εφετεία Κακουργημάτων, σύμφωνα με την προϊσχύουσα δικονομική διάταξη.
Όμως, με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 596 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ., οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από του χρόνου έναρξης της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις.
Δηλαδή η διαδικασία χωρεί κατά το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και συνεπώς οι μεν πράξεις οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας, επομένως και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο, από το καθοριζόμενο με το νεότερο νόμο ως αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο (ΑΠ 1455/2016 - ΑΠ 1216/2016).
VI. Μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατά ποινικής απόφασης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. περιλαμβάνεται υπό στοιχείο Η' και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία, με βάση το γενικό ορισμό, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Έτσι στην περίπτωση που το δικαστήριο κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο, ενώ ήταν κατά το νόμο αρμόδιο, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του (Ολ. Α.Π. 10/2005), ενώ στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο ενώ ήταν αναρμόδιο καθ' ύλην δεν κήρυξε την αναρμοδιότητά του αλλά δίκασε την υπόθεση, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του. Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις ιδρύεται ο προαναφερθείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης.
VIΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα επισκοπούμενα για τη διερεύνηση του βάσιμου ή μη των λόγων της αναίρεσης έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. 2034/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που εκδόθηκε την 25.4.2013, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων X... J... παραπέμφθηκε αρμοδίως, σύμφωνα με την ισχύουσα, κατά τον χρόνο αυτό, διάταξη του άρθρου 111 παρ. 1 εδ.
τελευταίο του Κ.Π.Δ., ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί α) για το κακούργημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού, β) το κακούργημα της ληστείας από κοινού κατά συρροή από υπαίτιο που ενήργησε με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και γ) για τα πλημμελήματα της κλοπής της παράνομης οπλοφορίας, της οπλοχρησίας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού.
Η υπόθεση προσδιορίστηκε προς εκδίκαση για την δικάσιμο της 2.9.2016, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 3339/9.9.2016 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της απόπειρας ανθρωποκτονίας, της ληστείας από κοινού κατά συρροή από υπαίτιο που ενήργησε με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, της κλοπής, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και αθώο της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι εννέα (29) ετών και έξι (6) μηνών, με εκτιτέα ποινή κάθειρξης είκοσι πέντε (25) έτη.
Κατά της εν λόγω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε την από 12.9.2016 έφεση με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης …. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1544/19.5.2017 προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι τριών (23) ετών και εννέα (9) μηνών.
Όμως, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 111 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ., σύμφωνα με την οποία το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων δίκαζε και εκείνα τα κακουργήματα που τελέσθηκαν από πρόσωπο που έχει καλυμμένα ή αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά αυτού και προβλέπονται στα άρθρα 189 παρ. 3 και 380 του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα συναφή με αυτά πλημμελήματα και κακουργήματα, έστω και αν τα τελευταία τιμωρούνται βαρύτερα από τα ως άνω κύρια κακουργήματα, είχε αντικατασταθεί ήδη από 27.4.2015, με το αρθ. 20 παρ.6 ν.4322/27.4.2015 ήτοι πριν την εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών για τα κακουργήματα (2.9.2016) και κατ' έφεση από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών (15.5.2017), κατά το οποίο τα προαναφερόμενα εγκλήματα δεν υπάγονταν πλέον στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων αλλά σε εκείνη του Μ.Ο.Δ.
Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι με τον ανωτέρω δικονομικό νόμο 4322/2015, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, δεν περιέχει ειδική μεταβατική διάταξη για τις ήδη εκκρεμείς υποθέσεις, αρμόδιο προς εκδίκαση ήταν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 109 περ. α', 128 παρ. 1 και 129 περ.α' Κ.Π.Δ. το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και όχι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και κατ' έφεση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο και όχι το Πενταμελές Εφετείο.
Επομένως, το τελευταίο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών) που προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης, αντί, με βάση την προαναφερθείσα γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου ότι οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 121 Κ.Π.Δ., υπερέβη θετικά την εξουσία του και κατέστησε για το λόγο αυτόν την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα, κατά τον βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Η' του Κ.Π.Δ. σχετικό λόγο της κρινόμενης αναίρεσης.
Επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της κρινόμενης αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των από 10.10.2018 προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκαν δυνάμει ειδικής εξουσιοδότησης από τον Άγγελο Πάρσαλη, πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 1544/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο αρμόδιο ως εκ του τόπου τελέσεως των πράξεων δικαστήριο, ήτοι στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών (άρθρο 516 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1544/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών .Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ