Legislator Case Law & Legislation
2088/2014 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, upholding lower court's finding of good faith acquisition.

Case Number 2088/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a disputed property. The appellants successfully argued that the State's claim of ownership was invalid due to the good faith acquisition of the property by the original owners and their successors. The court upheld the lower court's reasoning, rejecting the State's arguments based on the absence of good faith and lack of legal title.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 576 of the Code of Civil Procedure; The State's appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on a correct assessment of good faith acquisition and the absence of legal title.

Keywords

AI generated
good faith acquisition State ownership property title appeal dismissal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2088 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2088/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ε. Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. συζ. Β. Μ., κατοίκου ..., 2.Λ. Β. του Π., κατοίκου ..., 3 .Ε. χήρας Γ. Β., κατοίκου ..., 4.Π. Β. του Γ., κατοίκου ... και 5. Ε. Β. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ξυνογιαννακόπουλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5026/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3181/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 10-10-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 9-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την έκθεση επίδοσης ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Μ. προκύπτει, ότι ύστερα από έγγραφη παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών Ιωάννη Δ.Ξυνογιαννακόπουλου, ως πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, δυνάμει των πληρεξουσίων ... και ... των συμβολαιογράφων Αθηνών Μαρίας Κουτάντου του Σπυρίδωνος και Σωτηρίου Γ. Ματσανιώτη, αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 10.10.2013, αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 3181/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 17.9.2014) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον, το οποίο δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσείοντος.

ΙΙ. Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1./3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6. /1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6. /9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.

της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατείχοντο από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την από 27.6. /9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ' όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11. /1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες.

Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.

Έτσι. με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.33), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προΤσχύσαντος Β. Ρ. Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.ΑΧ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ'απλώς με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ'ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της ως εκ διάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δίκης του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ'οσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6 /3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν. δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύτηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ' αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ.

Α.Π. 75 /1987). Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998 /1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (Α.Π. 975 /2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3 /15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1.718.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.

ΨΝΖ της 27.3. /1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λίβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11.9.1915 (Α.Π. 1.281 /2002, Α.Π. 956 /1990).

Κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και ειδικότερα κατά το άρθρο 16 του ν. από 21.6. /3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", όπως και κατά τον Α. Κ., κατά το άρθρο 972 αυτού, τα αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή εκείνα τα οποία μπορεί να εξουσιάσει ο άνθρωπος, αλλά δεν υπάρχει κύριος αυτών, ανήκουν στο Δημόσιο (Α.Π. 532 /1980). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 148,26 τ.μ., που βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων, στη θέση "...", στο Ο.Τ. 94.166 και στη συμβολή των οδών ... και ..., επί της οποίας φέρει τον αριθμό 69α , αποτυπώνεται δε με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από μηνός Νοεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.Πουρναρά, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες, και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βορειοανατολικά σε πλευρά Γ-Δ, μήκους 7,60 μ.

με ιδιοκτησία Ε.ΥΔ.Α.Π., νοτιοανατολικά σε πλευρά Δ-Α, μήκους 19,82 μ. με τμήμα του ίδιου οικοπέδου που ρυμοτομήθηκε για τη διαπλάτυνση της οδού ..., στην οποία έχει ήδη πρόσωπο, νοτιοδυτικά σε πλευρά Α-Β μήκους 7,32 μ. με την οδό ... και βορειοανατολικά σε πλευρά Β-Γ μήκους 19,93 μ. με ιδιοκτησία αγνώστων. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στη συγκυριότητα των εφεσιβλήτων ως ακολούθως.

α)στην πρώτη εφεσίβλητη, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου δυνάμει της ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.Ματσανιώτη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, (τ.4.622 και αρ.166) με την οποία αυτή αποδέχθηκε την εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας της ..., το γένος ...

θετής θυγατέρας του ..., η οποία απεβίωσε στις 07.06.2000, β)στο δεύτερο εφεσίβλητο, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της 4.225/23.10.2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Π...., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τ.4.837 και αρ.182), με την οποία αυτός αποδέχτηκε την εξ αδιαθέτου κληρονομία της θετής μητέρας του ..., το γένος ..., θετής θυγατέρας του ..., η οποία απεβίωσε στις 22.07.1983 και γ)στην τρίτη εφεσίβλητη, κατά ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου, και σε καθένα των τετάρτου και πέμπτης εφεσίβλητων, κατά ποσοστό 9,375% εξ αδιαίρετου, δυνάμει της προαναφερόμενης 4.225/23.10.2008 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.Καπετάνου-Παπαδοπούλου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, με την οποία αποδέχτηκαν την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 29.01.2000, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών ...

του Παναγιώτη και για λογαριασμό του τελευταίου, την επελθούσα σ'αυτόν, προ του θανάτου του, εξ αδιαθέτου κληρονομιά της θετής μητέρας του ..., το γένος ..., θετής θυγατέρας ..., η οποία είχε προαποβιώσει στις 22.07.1983. Το εν λόγω ακίνητο εμπίπτει σε πολύ μεγαλύτερη εδαφική έκταση, εμβαδού 4.500 στρεμμάτων, γνωστή ως "..." ή "Ό.

Ε.". Επί της εκτάσεως αυτής δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο με το δικαίωμα του πολέμου, όπως αβάσιμα αυτό ισχυρίζεται, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε η Αττική δεν κατακτήθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα, αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του ελληνικού κράτους, στις 31.03.1833, κατ'εφαρμογή της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και μετά από σχετικές συμφωνίες ελληνικών και τουρκικών αρχών.

Εξάλλου, μετά από την έκδοση από τον σουλτάνο Μαχμούντ Β' του δωρητηρίου θεσπίσματος το έτος 1829, όπως αναφέρεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση το οποίο αναγνωρίστηκαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε όλα τα ακίνητα, τα οποία βρίσκονταν στην Αττική και κατέχονταν νόμιμα από έλληνες και Οθωμανούς, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο (δηλαδή με τίτλους "ταπί", "χοτζέτι" ή "βουγιουρδΐ"), κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκοκρατίας της Αθήνας, από 25-27.05.1927 έως 31.03.1833, άρχισαν να γίνονται σε ευρεία κλίμακα πωλήσεις ακινήτων της Αττικής από τούρκους και έλληνες σε άλλους έλληνες, αλλά και ξένους ιδιώτες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων.

Στα πλαίσια των πωλήσεων αυτών, δημιουργήθηκε το "..." ή "...", το οποίο αρχικώς τελούσε υπό την κατοχή με διάνοια κυρίου των μελών της ελληνικής οικογένειας Κ., και στη συνέχεια περιήλθε στην κατοχή του Α. Κ., που την ασκούσε με διάνοια κυρίου, κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων, με τα ακόλουθα πωλητήρια έγγραφα (ιδιωτικά και δημόσια), διακεκριμένων τμημάτων και ιδανικών μεριδίων της έκτασης αυτής από τα μέλη της ως άνω οικογένειας και τους δικαιοδόχους τους οι οποίοι ωστόσο δεν διέθεταν έστω και άκυρους τίτλους κατά το οθωμανικό δίκαιο.

Συγκεκριμένα : α)με τα από 02.04.1829, 25.04.1829, 06.05.1829, 29.06.1829, 13.07.1829 και 06.09.1829 έγγραφα, που συντάχθηκαν ενώπιον των δημοσίων νοταρίων (μνημόνων) Α. Δ. Π. (το πρώτο) και Ι. Λ. (τα υπόλοιπα έξι), οι αναφερόμενες σ'αυτά εκτάσεις μεταβιβάστηκαν, λόγω πωλήσεως, κατά κυριότητα και παραδόθηκαν από τα μέλη της οικογένειας Κ. στον Ι.

Κ., β)με τις ενώπιον του δημοσίου νοταρίου Σ. Ε. Ν. συνταχθείσες επί του σώματος των ανωτέρω εγγράφων από 23.11.1829 ισάριθμες (δηλαδή επτά) πράξεις, ο αγοραστής των ως άνω εκτάσεων Ι. Κ. μεταβίβασε αυτές, κατά κυριότητα, και τις παρέδωσε στο Ν. Μ., γ) με το από 02.09.1830 έγγραφο του Ι. Κ. και την 633/04.03.1833 εγκριτική συναφή πράξη (επιτροπικό έγγραφο) του ως άνω δημοσίου νοταρίου, οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παραδόθηκαν από τους Ι.

Κ. και Ν. Μ. στο Ν. Ζ., δ)με το ενώπιον του νοταρίου (μνήμονος) της πόλεως των Αθηνών Π. συνταχθέν από 13.02.1833 έγγραφο, οι ίδιες πιο πάνω εκτάσεις μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παραδόθηκαν από το Ν. Ζ. στον Α. Κ., ε) με το από 27.02.1833 έγγραφο που συντάχθηκε από τον πρόκριτο των Αθηνών Π. Β. ενώπιον των δημογερόντων Αθηνών Μ.Τ., Σ.Μ.

και Σ.Β., οι αδελφοί Γ. Μ. και Κ.Τ. μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παρέδωσαν στον Α. Κ. την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους Φυλακτής, θυγατέρας Παναγιώτη Κ. και στ) με τα ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ, Πιττάρη, οι αναφερόμενες σ' αυτά εδαφικές εκτάσεις μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παραδόθηκαν από διάφορα μέλη της οικογένειας Κ.

στον Α. Κ.. Κατόπιν των ανωτέρω αλλεπαλλήλων μεταβιβαστικών πράξεων, οι περιελθούσες στον Α. Κ. επί μέρους εδαφικές εκτάσεις διαμορφώθηκαν από αυτόν σε ενιαία έκταση, συνολικού εμβαδού 4.500 στρεμμάτων περίπου, η οποία περιελάμβανε καλλιεργήσιμα τμήματα, βοσκότοπους (λειβάδια), χέρσες εκτάσεις, λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρων, ασβεστοκάμινο και βουνά, εντός της οποίας, όπως προαναφέρθηκε και συνομολογεί το Ελληνικό Δημόσιο βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιλαμβανόταν σε ευρύτερη πεδινή καλλιεργήσιμη έκταση του ανωτέρω κτήματος.

Στην πραγματικότητα η ευρύτερη αυτή έκταση, που μεταβιβάστηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο στον Α. Κ., αποτελείται από δύο μεγάλα όμορα εδαφικά τμήματα, το κτήμα "..." και το κτήμα "Σ.", εκ των οποίων το δεύτερο έχει βόρειο όριο το πρώτο και διαμορφώθηκε από τον πιο πάνω αγοραστή της σε ενιαία περιοχή, η οποία προσδιορίζεται με ανατολικό-νοτιοανατολικό όριο την κορυφογραμμή των Τουρκοβουνίων και το Ψυχικό και με βόρειο-βορειοανατολικό όριο το ρέμα ..., όρια που θεωρούνται φυσικά και σταθερά, έτσι ώστε δικαιολογείται η αναφορά στα προαναφερόμενα έγγραφα ότι το ευρύτερο κτήμα "..." εκτείνεται δυτικά της κορυφογραμμής των Τουρκοβουνίων και νότια του ρέματος ...

και περιλαμβάνει και το συνεχόμενο κτήμα του "Σ.". Επομένως από ανατολικά και βόρεια, το ευρύτερο κτήμα οριοθετείται από σταθερά και φυσικά όρια που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση σε αντίθεση με τα δυτικά και νότια όρια, που εμφανίζουν ελαστικότητα, αφού φέρεται να συνορεύει δυτικά εν μέρει με τη Λ.Η. και νότια με το κτήμα ...

και το συντροφικό καμίνι του Π., χωρίς ωστόσο να επηρεάζεται ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσεως του επιδίκου ακινήτου, αφού τούτο κείται μακράν των ορίων αυτών. Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι οι περιγραφές των ακινήτων στα ως άνω συμβόλαια είναι ασαφείς. Πράγματι είναι γεγονός ότι οι μεταβιβαζόμενες εκτάσεις στα προαναφερόμενα συμβόλαια δεν προσδιορίζονται επακριβώς με τα εμβαδά τους, τις πλευρικές τους διαστάσεις και τα όμορα ακίνητα, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σαφούς προσδιορισμού της θέσης κάθε μεταβιβαζόμενης ιδιοκτησίας.

Ωστόσο τούτο δικαιολογείται, καθώς στην εποχή των πιο πάνω μεταβιβάσεων ήταν δύσκολη και δαπανηρή, αν όχι αδύνατη, η τοπογράφηση τόσο μεγάλων εκτάσεων που είχαν τότε μικρή οικονομική αξία. Έτσι, κατά τους χρόνους υπογραφής των "περί της ανεξαρτησίας της Ελλάδος" τριών πρωτοκόλλων (δηλαδή στις 03.02.1830, στις 16.06.1830 και στις 01.07.1833) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή στις 09.07.1832), αλλά και στις 31.03.1833, οπότε και ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο ελληνικό κράτος, το επίδικο ακίνητο, ως περιλαμβανόμενο στην πιο πάνω ευρύτερη έκταση του κτήματος των 4.500 στρεμμάτων, κατ'αρχήν ανήκε κατά κυριότητα στο οθωμανικό δημόσιο και, δυνάμει της πιο πάνω Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθε κατά κυριότητα στο ελληνικό δημόσιο, αλλά κατεχόταν από τον Α.

Κ., ο οποίος όπως και οι δικαιοπάροχοι του, δεν αποδείχθηκε ότι διέθεταν έστω και άκυρους οθωμανικούς τίτλους κυριότητας ('ταπί' ή 'χοτζέτί ή 'βουγιουρδί'), αφού αν διέθεταν τέτοιους τίτλους θα είχαν αναγνωρισθεί από το σουλτάνο κατά το έτος 1829, ως ιδιοκτήτες του όλου κτήματος. Πλην όμως, ο Α. Κ., κατά τον πιο πάνω χρόνο της ενσωμάτωσης της Αττικής στο ελληνικό κράτος (31.03.1833), είχε στην κατοχή του ολόκληρο το κτήμα "Β." ή "...", κατά τα προαναφερθέντα όρια, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, συμπεριφερόμενος ως κύριος και πιστεύοντας ότι του ανήκει, με βάση τους προαναφερόμενους ανίσχυρους κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλους (ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα), κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, που ωστόσο πίστευε, μετά και την ενσωμάτωση της Αθήνας στο νέο ελληνικό κράτος στις 30.03.1833, ότι του μεταβίβασαν την κυριότητα, έχοντας και την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα άλλου.

Εν τω μεταξύ, όμως, το κτήμα παρέμενε σε ιδιοκτησιακή εκκρεμότητα μεταξύ αφενός του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο περιήλθε κατά κυριότητα από το οθωμανικό δημόσιο, με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και αφετέρου, του Α. Κ., που πρόβαλλε δικαίωμα ιδίας κυριότητας. Μετά την έκδοση του β.δ. της 17.11/29.11.1836 'περί ιδιωτικών δασών', ο προαναφερόμενος δεν τήρησε την επιβαλλόμενη από αυτό ετήσια προθεσμία από τη δημοσίευσή του για να προσκομίσει στη γραμματεία των οικονομικών τους τυχόν οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας του ή νόμιμης εξουσιάσεως στα τμήματα του ευρύτερου κτήματος που αποτελούσαν δάση, εφόσον δεν διέθετε τέτοιους.

Συνεπεία της παράλειψης αυτής δημιουργήθηκε, για όσα από τα τμήματα του κτήματος ήταν δασοκτήματα τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επ'αυτών, ενώ ανάλογο τεκμήριο δημιουργήθηκε από τις 30.11.1837 και για όσα από τα τμήματα της ευρύτερης έκτασης αποτελούσαν λειβάδια. Όμως, ο Α. Κ.Κ. και οι πιο πάνω διάδοχοί του ουδέποτε έπαυσαν από τις 31.03.1833, οπότε ενσωματώθηκε η Αττική στο ελληνικό κράτος και στη συνέχεια, αρχικά μέχρι και τις 30.11.1837 και ακολούθως, μέχρι και τις 11.09.1915 να κατέχουν και να νέμονται ανεπίληπτα ολόκληρη την έκταση (ανεξαρτήτως της μορφολογίας της) του κτήματος, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι αυτής και ότι δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα άλλων με τη συμπεριφορά τους.

Ο Α. Κ. απεβίωσε στις 10.10.1864. Με την από 11.01.1864 μυστική διαθήκη του που δημοσιεύτηκε με το 08/11.11.1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών μη έχοντας άλλους πλησιέστερους συγγενείς εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του στο πιο πάνω κτήμα την Α. χήρα ... ή Μ., πρωτεξαδέλφου του, πολέμαρχου από το Σούλι, που συγκαταλέγεται μεταξύ των πεσόντων κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως.

Η παράδοση του κτήματος από τους εκτελεστές της διαθήκης στην πιο πάνω κληρονόμο, η οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομία με διάνοια κληρονόμου, πιστοποιείται με την 11785/1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.Ταβανάκη. Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η ως άνω πράξη έπρεπε να μεταγραφεί. Κατά το β.ρ.δ., όμως, που ίσχυε στην Αττική από τις 23.02.1835 έως την εισαγωγή του Α.Κ. (23.02.1946), για την αποδοχή της κληρονομιάς αρκούσε ο κληρονόμος να υπεισέλθει σ'αυτή και να αναμειχθεί με διάνοια κληρονόμου και δεν ήταν αναγκαία η μεταγραφή της αποδοχής και ο αντίθετος ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου είναι αβάσιμος.

Κατά την ως άνω μυστική διαθήκη, το παραπάνω κτήμα έχει επιφάνεια 15.000 περιφερειακά στρέμματα, που αντιστοιχούν σε 4.500 εμβαδομετρικά στρέμματα, καταμετρημένα από το μηχανικό Δ. Ζ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Α. χήρα ... ή Μ. απεβίωσε στις 21.01.1899, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλιπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της το γυιό της Γ.

Λ. Β. ή Μ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του, στην οποία περιλαμβανόταν και ολόκληρο το πιο πάνω κτήμα των 4.500 στρεμμάτων, επομένως και το επίδικο ακίνητο και αναμείχθηκε σ'αυτή. Ο Γ. Λ. Β. ή Μ. απεβίωσε στις 15.02.1911, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την επιζώσα σύζυγο του Ε., το γένος Κ.

Κ. και από τα τέσσερα τέκνα του, Α. συζ. Ε. Τ., Λ. Β., Α. ,Α. Ε. και Μ. Κ.. Η τελευταία αποποιήθηκε την κληρονομιά με την 63/03.03.1911 πράξη του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των άλλων κληρονόμων. Από τους υπόλοιπους, που όλοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμείχθηκαν σ'αυτή, ο Λ.

Β. με την απέ 31.08.1911 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε τη διανομή όλου του ως άνω ακινήτου, που είχε περιέλθει σ'αυτόν και στους συγκληρονόμους του. Κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ο Λ. Β. αγόρασε από τη μητέρα του Ε., χήρα Γ. Β. και την αδελφή του Α. Α.Ε., δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Ο., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αθηναίων (τ.744 και αρ.293) τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (1/4 εξ αδιαίρετου από την κάθε μία).

Ακολούθως, αυτός και η αδελφή του Α. ως μόνοι πλέον συγκύριοι του κτήματος, με το ... συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών K. Ρ., συμφώνησαν να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για τη διανομή του κτήματος και να προβούν σε εξώδικη διανομή. Επακολούθησε ο διορισμός πραγματογνώμονα διαιτητών και επιδιαιτητή, οι οποίοι ενήργησαν τη διανομή του κτήματος με την από 04.06.1927 απόφασή τους που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 7008/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών καθώς και με τα με αρ.

από 1 έως 16/1927 πρακτικά διαιτησίας τα οποία επίσης κηρύχθηκαν εκτελεστά με την 8855/1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Όλα τα έγγραφα αυτά συναποσχετικό, διαιτητική απόφαση και πρακτικά των διαιτητών μετεγράφησαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων (τ.954 και αρ.138). Ειδικότερα οι πιο πάνω διαιτητές μαζί τον επιδιαιτητή, προέβησαν στη διανομή του κτήματος αφού προηγουμένως το διέκριναν κατά τομείς, οικιστικό και αγροτικό και με βάση το εκπονηθέν από 08.04.1927 σχέδιο αυτών με κλίμακα 1:1500 για τον αγροτικό τομέα και με βάση το από 31.07.1920 σχέδιο του πολεοδόμου μηχανικού Ι Μ., που συνέταξε πολεοδομική μελέτη για τον οικιστικό τομέα, που ονόμασαν "Ξ" τομέα, ένα μεγάλο μέρος του οποίου εγκρίθηκε από παλαιά ως σχέδιο πόλεως από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων.

Με τη διανομή αυτή ο Λ. Γ.Β. Μ.. έλαβε το βόρειο τμήμα του αγροτικού τομέα, καθώς και άλλα διαιρετά τμήματα από τον οικιστικό τομέα του μείζονος κτήματος, όπως αυτά περιγράφονται στην απόφαση των διαιτητών, μεταξύ των οποίων και το επίδικο οικόπεδο, που ενέπιπτε στον οικιστικό "Ξ" τομέα και είχε τότε τον αριθμό 102 και μεγαλύτερη έκταση, δηλαδή 334,46 μ2, καθώς εκ των υστέρων, με την 3/03.02.1992 πράξη του Ε'Τμήματος της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αθηνών, ρυμοτομήθηκε, κατά τα 186,2 μ2 και μειώθηκε έτσι, η έκταση του σε 148,26 μ2 που είναι σήμερα (334,46 μ2-186,26μ2 =148,26 μ2), για τη διαπλάτυνση της οδού ..., η δε αδελφή του Α.

συζ. Επ.Τ. έλαβε το νότιο τμήμα του αγροτικού τομέα και διαιρετά τμήματα από τον οικιστικό τομέα του μείζονος κτήματος. Το επίδικο, λοιπόν, ακίνητο περιλαμβάνεται στα διαιρετά τμήματα από τον οικιστικό τομέα, που περιήλθαν κατά τον ως άνω τρόπο στον Λ. Γ. Β. ή Μ.. Ο τελευταίος απεβίωσε στις 13.09.1934 και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης, από τις θετές, με βάση την 5226/1925 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών περί υιοθεσίας, θυγατέρες του, Ι.

χήρα Χ. Α. και Ειρήνη χήρα Γ. Π., αμφότερες το γένος Γ. και Μ. Β. (η τρίτη θετή θυγατέρα του Ε., το γένος επίσης Γ. και Μ. Β. είχε προαποβιώσει, χωρίς κατιόντες). Έτσι, η κυριότητα του πιο πάνω βόρειου τμήματος του μείζονος κτήματος (αγροτικός τομέας και διαιρετά τμήματα από τον "Ξ" οικιστικό τομέα) περιήλθε κατά τα 2/4 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία κληρονόμο, με την από ...

ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 633/212/1934 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την 5904/1934 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την εκ διαθήκης κληρονομιά του θετού πατέρα τους αποδέχθηκαν οι πιο πάνω θετές θυγατέρες του και υπεισήλθαν σ'αυτή, καταλαμβάνοντας και παραλαμβάνοντας στην κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα, νομή και κατοχή τους και το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης.

Τις δύο αυτές αδελφές και κληρονόμους του Λάμπρου Γ.Β. κληρονόμησαν, κατά τα προαναφερόμενα, οι ενάγοντες. Οι προμνημονευόμενοι αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος Α. Κ. και όλοι οι αναφερόμενοι διάδοχοι του κατείχαν και νέμονταν αρχικώς ολόκληρο (και επομένως και την επίδικη έκταση) το ενιαίο ακίνητο και ακολούθως, κατά τα τμήματα που περιήλθαν στον καθένα από αυτούς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους και κληρονομικές διαδοχές, σύμφωνα με το β.ρ.δ.

που ίσχυε στην Αττική από 23.02.1835 και μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. στις 23.02.1946, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις, από τότε που ο Α. Κ. αγόρασε και το τελευταίο τμήμα του (1853) και μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23.02.1946) την πεποίθηση ότι, νεμόμενοι το κτήμα, δεν προσβάλλουν δικαίωμα κυριότητας τρίτων και αυτού ακόμη του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α.Κ.

έχοντας την πεποίθηση χωρίς βαριά αμέλεια, και σε κάθε περίπτωση ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο όλο ακίνητο και το επίδικο. Ειδικότερα, η μεγαλύτερη αυτή έκταση αποτελείτο από καλλιεργήσιμους πεδινούς αγρούς (στους οποίους περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο), οπωροφόρα δένδρα, δασοκτήματα, βοσκήσιμες εκτάσεις, ασβεστοκάμινους και λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρου.

Την έκταση αυτή οι προαναφερόμενοι νομείς την εκμίσθωναν σε τρίτους κατά τμήματα, προκειμένου ανάλογα με τη μορφολογία κάθε τμήματος να χρησιμοποιηθεί για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή και εξόρυξη λίθων κλπ. Επίσης, επισκέπτονταν το κτήμα, το επέβλεπαν ως δικό τους και προέβαιναν σε οριοθέτηση του.

Ακόμη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1867 έως το έτος 1909, δηλαδή συνεχώς για 40 και πλέον έτη, για τα τμήματα της ευρύτερης έκτασης, που δεν ήταν δεκτικά καλλιέργειας, πλήρωναν δημοτικό φόρο ιδιωτικών βοσκησίμων γαιών, που βάρυνε τον ιδιοκτήτη, κάτοχο ή διαχειριστή βοσκησίμων γαιών και έχουν εκδοθεί τα σχετικά διπλότυπα του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ.177 ν.ΣΙΒ (1852) 'περί δημοσίου λογιστικού', ενώ με την πιο πάνω ιδιότητα του ιδιοκτήτη υπέβαλλαν κατ'έτος στο Δήμο Αθηναίων τις, προβλεπόμενες από το άρθρο 52 του ν.ΒΠ/1892, δηλώσεις βοσκής.

Περαιτέρω, μεριμνούσαν για τη φύλαξη του όλου κτήματος, διορίζοντας οι ίδιοι αγροφύλακες και δασοφύλακες και προέβαιναν σε απόκρουση πράξεων τρίτων, διαταρακτικών της νομής τους. Μεταξύ δε των εδαφικών τμημάτων, τα οποία ήταν δεκτικά καλλιέργειας και τα καλλιεργούσαν, συγκαταλέγεται και το επίδικο ακίνητο, που ήταν καλλιεργήσιμος αγρός μέχρι την ένταξη του στον οικιστικό τομέα "Ξ" το έτος 1920, οπότε αυτό κατέστη αστικό ακίνητο (οικόπεδο με τον αρ. 102) και έπαυσαν να το καλλιεργούν, αλλά το επέβλεπαν, το οριοθετούσαν και το προστάτευαν από ενέργειες τρίτων.

Ειδικότερα και εντελώς ενδεικτικά, τέτοιες συμβάσεις με τις οποίες οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν πράξεις νομής, ανάλογα με τη μορφολογία κάθε εδαφικού τμήματος στην ευρύτερη έκταση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, που τότε ήταν καλλιεργήσιμος αγρός, είναι: α) τα ..., ..., ..., ... και ...

μισθωτήρια των νοταρίων Αθηνών Κ.Π. και Π.Π., με τα οποία ο Α. Κ. εκμίσθωνε σε τρίτους τμήματα του κτήματος "..." για καλλιέργεια και βοσκή, β) ... συμβόλαιο για τη σύσταση από τους Γ. Β. και Ν. Β. ποιμαντικής εταιρίας, στην οποία ο Α. Κ. παραχωρεί λειβάδι στην "..." αμισθί, γ) ... συμβολαιογραφική πράξη με την οποία παραχωρείται από το γυιό της Α.

Β., που ενεργεί για λογαριασμό της μητέρας του, λειβάδι στην ... για διατροφή κοινών ποιμνίων αιγοπροβάτων των κτηνοτρόφων Σ. και Ν. Β. και Γ. Β., δ) τα ... και ... μισθωτήρια με τα οποία παραχωρούνται από την ανωτέρω τμήματα του κτήματος "..." για βοσκή, καλλιέργεια και εκμετάλλευση, ε) η ... πράξη καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Κομνηνού που έχει μεταγραφεί από τότε στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Αθηναίων, με την οποία οι όμοροι του κτήματος ... εν μέρει από τη δυτική και νότια πλευρά αναγνωρίζουν και αποδέχονται τα όρια του κτήματος της Α. Β. ή Μ., στ) το ... εγγυητικό του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Βουτηρά με το οποίο ο Γ. Μ. παρέχει εγγύηση προς το Δημόσιο επί του κτήματος στη θέση ...

για το διορισμό του αγροφύλακα Α.Μ., ζ) το από ... συμφωνητικό μεταξύ του Γ. Μ. και των ιερομόναχων Θ. Κ. και Ι. Β., όπου αναφέρεται η έκταση του κτήματος και γίνεται περιγραφή αυτού, με το οποίο τους παραχωρείται από τον Γ.Μ. δωμάτιο, κείμενο πλησίον της εκκλησίας "Άγιος Γ." υπό τον όρο να περιποιούνται και να καλλωπίζουν αυτή, η) το ...

του Α. Π.Γ., Γ. Μ.ς πωλεί στον Χ. Γ. οικόπεδο από το κτήμα "...", στη Θέση "...", το οποίο είχε περιέλθει σ'αυτόν από κληρονομιά της μητέρας του Α. Μ., θ) το ... μισθωτήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.Σ., με το οποίο ο Γ.Μ. εκμισθώνει στον Π.Μ. τη χορτονομή του κτήματος "..." για 5 χρόνια μέχρι τις 22.03.1908, ι) το ... μισθωτήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Η.Κ., με το οποίο ο Γ.Β.

εκμισθώνει στους Γ.Α., Α.Τ. κλπ για 40 χρόνια διάφορα τμήματα του κτήματος "...", εκτάσεως 650 στρεμμάτων προς αποκλειστική και μόνο καλλιέργεια των σ'αυτό λατομείων και εξόρυξη από αυτό μαρμάρων κλπ, ια) το ... ενοικιαστήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.Γενοβέλη, με το οποίο ο Γ.Μ. εκμισθώνει στο Σ.Κ. από το κτήμα αυτό 50 παλιά στρέμματα για 5 χρόνια για καλλιέργεια, ιβ) το ...

μισθωτήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.Ρούσσου, με το οποίο ο Γ.Μ. εκμισθώνει στον Π.Γ. τα πεύκα στο κτήμα του "..." για εξαγωγή ρητίνης για 5 χρόνια, ιγ) την 3954/1908 απόφαση του ειρηνοδίκη βόρειας πλευράς Αθηνών, που δέχτηκε την αίτηση προσωρινών μέτρων του ΓΜ. κατά Σ.Κ., Ι.Π. κλπ, καθόσον αφορά το κτήμα "...", ιδ) δηλώσεις φόρου βοσκής των ετών 1897-1909 με μισθωτή τον κτηνοτρόφο Π.Μ., που λάμβανε το Ελληνικό Δημόσιο και βεβαίωνε φόρους, τους οποίους στη συνέχεια εισέπραττε, ιε)το ...

μισθωτήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.Παπαπάνου, με το οποίο ο Γ.Μ. ή Β. μισθώνει στον Π.Μ. τη χορτονομή του κτήματος "..." για 5 έτη από το 1911 έως το 1916. Επίσης κατά καιρούς, έχουν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια πολλά επιμέρους τμήματα του μείζονος ακινήτου, όπως 1.100 στρέμματα προς τον ..., που απαλλοτριώθηκαν το 1923 και σήμερα βρίσκονται εκεί οι οικισμοί Νεάπολης και Σαφράπολης και οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων έχουν αναγνωρισθεί δικαιούχοι της σχετικής αποζημίωσης με αντίδικο το Ελληνικό Δημόσιο.

Μετά την ένταξη της ευρύτερης έκτασης στο σχέδιο πόλεως, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ακολούθως οι ίδιοι ασκούσαν στο επίδικο πράξεις νομής, που προσιδιάζουν σε αστικής φύσης ακίνητα και συγκεκριμένα, οριοθέτηση, επίβλεψη και επισκέψεις.

Συνεπώς, οι διάδοχοι του Α. Κ. έγιναν κύριοι της όλης έκτασης του κτήματος, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.09.1915, κατά το προϊσχύσαν β.ρ.δ., αφού με βάση αυτό ήταν δυνατή η χρησικτησία και επί δημοσίων κτημάτων. Η κυριότητα αυτή των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους δεν ανατράπηκε μετά τις 11.09.1915, με άσκηση καλόπιστης νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 30 έτη, ώστε να καταστεί αυτό κύριο του όλου επίμαχου κτήματος, με έκτακτη χρησικτησία κατά το ίδιο προϊσχύσαν β.ρ.δ, ή μεταγενέστερα από 23.02.1946, με άσκηση νομής από το Ελληνικό Δημόσιο επί 20 έτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ.

Το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου στο μείζον κτήμα Β. (και επομένως και στο επίδικο ακίνητο). Αντιθέτως, πάντοτε θεωρούσε ως ιδιωτική έκταση τόσο το επίδικο ακίνητο, που δεν ήταν ποτέ δάσος, αλλά καλλιεργήσιμη πεδινή έκταση (αγρός) αρχικά και στη συνέχεια, μετά την ένταξη του στον οικιστικό τομέα "Ξ", το έτος 1920, οικόπεδο, όσο και την ευρύτερη έκταση, τμήματα της οποίας κατά το παρελθόν καλύπτονταν από δασική βλάστηση, η άποψη του δε αυτή εκφράστηκε με πλήθος δημοσίων εγγράφων και πράξεων των οργάνων του (άδειες δασαρχείου, γνωμοδότηση, πράξεις απαλλοτρίωσης κλπ) από το έτος 1912 έως το έτος 1957.

Επίσης, ουδέποτε κατέστη καθ'οιονδήποτε τρόπο αδέσποτο το επίδικο ακίνητο και αδέσποτη η ευρύτερη έκταση, ώστε να περιέλθουν εν συνεχεία στο Δημόσιο. Το τελευταίο άρχισε να αμφισβητεί τον ιδιωτικό χαρακτήρα της έκτασης, χωρίς ωστόσο να ασκήσει συγκεκριμένες πράξεις νομής επ'αυτής, μόλις το έτος 1987, με αφορμή δημοσίευμα σε ημερήσια εφημερίδα και το 6325/12.10.1982 έγγραφο του Δήμου Ν.Ιωνίας.

Κατόπιν του δημοσιεύματος τούτου, ακολούθησαν τα έγγραφα Δ6460/2072/ 30.12.1982 της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων και Ε.765/38/21.01.1983 της Διεύθυνσης Ειδικών Επιθεωρήσεων του Υπουργείου Οικονομικών, με τα οποία το Δημόσιο ανακίνησε το ιδιοκτησιακό καθεστώς της έκτασης των κληρονόμων Γ.Β. στην "Ομορφοκκλησιά Αττικής" και, ύστερα από εντολή του Υπουργού Οικονομικών, αρχικά ο επιθεωρητής δημοσίων κτημάτων Π.

Γ. και στη συνέχεια, η τοπογράφος μηχανικός Α. Π. διενήργησαν ερευνά και συνέταξαν τις 2/06.06.1983 και από 15.07.1986, αντίστοιχα εκθέσεις τους. Επακολούθησε η 23/28.05.1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, με την οποία το συμβούλιο αυτό εκτιμώντας ως αόριστους ιδίως ως προς την περιγραφή των ορίων, τους τίτλους που είχαν προσκομίσει οι κληρονόμοι Γ.Β.

και θεωρώντας ως κρίσιμο στοιχείο, το γεγονός ότι το έτος 1972 είχε κριθεί ως πλαστό, κατά την υπογραφή του, το αντίγραφο της ... πράξης οριοθεσίας του ειρηνοδίκη βόρειας πλευράς Αθηνών Σταματιάδη, -γεγονός, όμως, που δεν ασκεί επιρροή ούτε στην ύπαρξη και γνησιότητα του περιεχομένου του πρωτοτύπου,- αφού μάλιστα το πρωτότυπο φέρεται να λήφθηκε υπόψη από το ίδιο το συμβούλιο για τη σύνταξη της πιο πάνω γνωμοδότησης,- ούτε στην καλή πίστη των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, αφού δεν την αναιρεί (ΕφΑΘ 6.235/2010. 363/2006, 9632/2000 προσκομιζ.), ώστε να μη μπορούν να συνεχίσουν τη χρησικτησία που είχε αρχίσει ο απώτατος δικαιοπάροχός τους Α.

Κ., οι προαναφερόμενοι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, και κρίνοντας (το πιο πάνω συμβούλιο) επί πλέον ότι οι κληρονόμοι Γ.Β. ούτε χρησικτησία μπορούσαν να επικαλεστούν, διότι, κατά την κρίση του, δεν είχαν καλή πίστη, εισηγήθηκε να καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα, το κτήμα Β., όπως αυτό απεικονίζεται στο από Ιουλίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Α.Π..

Τη γνωμοδότηση αυτή αποδέχτηκε ο Υπουργός Οικονομικών με την Δ3954/756/20.07.1987 απόφασή του, με την οποία ζητήθηκε να καταγραφούν ως δημόσια κτήματα τα ακάλυπτα τμήματα (άκτιστα οικόπεδα) της έκτασης των 4500 στρεμμάτων του κτήματος Β. που βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Β.. Η απόφαση αυτή συμπληρώθηκε με την 1096684/6894/ Α0010/01.10.1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία ζητήθηκε και η καταγραφή ως δημοσίων κτημάτων και όλων των ακαλύπτων χώρων, που βρίσκονται μέσα στη μείζονα έκταση των 4.500 στρεμμάτων, ανεξάρτητα από το αν αυτοί βρίσκονται στην κυριότητα των κληρονόμων Γ.

Β. ή έχουν μεταβιβαστεί σε τρίτους. Με βάση την τελευταία αυτή απόφαση, το επίδικο ακίνητο, λόγω ακριβώς του ότι ήταν ακάλυπτο (άκτιστο οικόπεδο) και, ενώ στα όμορα αυτού ακίνητα έχουν ήδη οικοδομηθεί πολυώροφες οικοδομές, καταγράφηκε ως δημόσιο κτήμα, στις 24.05.1994, δηλαδή 16 χρόνια πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής (10.05.2010), με αύξοντα αριθμό βιβλίου καταγραφής ΑΒΚ 2533.

Συνεπώς, και εφόσον αποδείχθηκε ότι από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως τις 11.09.1915, δηλαδή συνεχώς και για διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών, νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια κυρίου και με ανεπίληπτη καλή πίστη, με βάση τους πιο πάνω τίτλους τους, οι προμνημονευόμενοι έμμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ενώ ποτέ δεν άσκησε διακατοχικές πράξεις το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο αντιθέτως θεωρούσε τους κληρονόμους Β.

ως κυρίους της ευρύτερης έκτασης, ανεξάρτητα από τη μορφολογία της (αν δηλαδή αυτή ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή λειβάδι το 1833-1834 ή, όπως το επίδικο τμήμα της, καλλιεργήσιμος αγρός) έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ. (άρθρο 51 ΕισΝ Α.Κ.). Η κυριότητα των εναγόντων και των εμμέσων δικαιοπαρόχων τους επί του επιδίκου, που θεμελιώθηκε κατά τα άνω στην έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε στις 11.09.1915, μεταβιβάστηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τελικώς στους ίδιους με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί κατά σειρά αναφέρθηκαν.

Eξάλλου, αποδείχθηκε χαρακτήρας του επιδίκου ακινήτου, ως αστικού ακινήτου (οικοπέδου) ήδη από το έτος 1920 και τη μεταγενέστερη ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως, ενώ μέχρι τότε αποτελούσε καλλιεργήσιμο αγρό και ανήκε στο ευρύτερο πεδινό καλλιεργήσιμο τμήμα του κτήματος Β., όπως άλλωστε κρίθηκε με την 1359/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που επικύρωσε σχετική 9632/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε σε προηγούμενη δίκη μεταξύ της πρώτης εφεσίβλητης και του Ελληνικού Δημοσίου και αφορούσε άλλο ακίνητο διάφορο μεν του επιδίκου αλλά από την ίδια ευρύτερη πεδινή καλλιεργήσιμη έκταση προερχόμενο.

Εν όψει των γεγονότων που αποδείχθηκαν, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το ίδιο είναι κύριο της επίδικης έκτασης, διότι αυτή καταλήφθηκε με τα όπλα και δημεύτηκε από αυτό πριν από το έτος 1830, κατά τη διάρκεια του πολέμου για την ανεξαρτησία από τον τουρκικό ζυγό ή διότι η έκταση αυτή περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω διαδοχής του οθωμανικού δημοσίου, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος του έτους 1832 και τα από 06.06.1830 και 07.07.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, ότι το επίδικο και η ευρύτερη έκταση, στην οποία αυτό εμπίπτει ανήκει στην κυριότητά του, καθόσον ήταν δάσος, κατά το έτος 1836 και δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας του μέσα στην προβλεπόμενη από το Β.Δ.

της 16.11.1836 'περί ιδιωτικών δασών' ανατρεπτική προθεσμία του ενός έτους ή διότι ήταν λειβάδι ή βοσκότοπος τα έτη 1833-1834, για την επικαρπία του οποίου κανένας δεν παρουσίασε έγγραφο 'ταπί', το οποίο είχε εκδοθεί από την τουρκική εξουσία ή διότι το επίδικο καταλήφθηκε πριν από το έτος 1837, ως αδέσποτο ή διότι κατά το έτος αυτό ήταν αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο με βούληση κυρίου, ή διότι το νεμόταν συνεχώς από την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους μέχρι την άσκηση της αγωγής, αφού, η με βάση τα πιο πάνω τεκμήρια και κατά το χρόνο εκείνο, κυριότητα του ελληνικού δημοσίου, καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία του Α.

Κ. και των διαδόχων του, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.09.1915, όπως ιστορούν με την αγωγή τους οι εφεσίβλητοι- ενάγοντες και έκτοτε, από τις 11.09.1915, ανήκε στην κυριότητα τους και μεταβιβάστηκε νομοτύπως στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και τελικώς στους ίδιους, η οποία δεν ανατράπηκε (καταλύθηκε) από το Ελληνικό Δημόσιο." Ακολούθως, - το Εφετείο - δέχτηκε ως βάσιμη και κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής όσο και όσον αφορά την απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών (ενστάσεων) του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της συνδρομής της ενδιάθετης κατάστασης και καλής πίστης στο πρόσωπο του αρχικού δικαιοπαρόχου Α.

Κ. και των διαδόχων του, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που αφορούν τόσο το περιεχόμενο της καλής πίστης, όσο και τα περιστατικά της κτήσης από το δικαιοπάροχο Α. Κ. και τους διαδόχους του, από τα οποία συνήγαγε τη συνδρομή του στοιχείου αυτού στο πρόσωπο αυτών κατά τις επί μέρους κτήσεις της νομής.

Επομένως, ο πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 10, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, υπό την επίκληση της πλημμέλειας αυτής, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι λήφτηκαν υπόψη και "όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων και μάλιστα και ως προς εκείνον του αναιρεσείοντος "περί της έλλειψης καλής πίστης των δικαιοπαρόχων των αντιδίκων του, κυρίως λόγω της πλαστογράφησης της με αριθμό 54/30.5.1853 πράξης οριοθεσίας του Ειρηνοδίκη βόρειας πλευράς Αθηνών Π.Σταματιάδη", έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες νόμιμα με επίκληση ενώπιόν του α)με αριθμό ...

γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και β)με αριθμό ... έκθεση του Επιθεωρητή Δημοσίων Κτημάτων ..., τις οποίες άλλωστε ρητά μνημονεύει αλλά και σχολιάζει, και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμησή του, από τον αριθμό 11 περ.γ'- και όχι και από τον αριθμό 8 περ.β'- του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.10.2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3181/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ