Legislator Case Law & Legislation
2088/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic death verdict due to insufficient causal explanation in court findings.

Case Number 2088/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a traffic fatality. The appellant argued the lower court failed to sufficiently explain the causal link between the victim's actions and the driver's fatal reaction. The Court found the Second Instance Court violated procedural and substantive laws by not adequately addressing the victim's potential foreseeability of the accident or the nature of the injuries sustained.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 300, 330, 914 et seq. of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: A court decision is void if it fails to provide a clear and complete explanation of the causal relationship between the parties' conduct and the resulting damage, thereby depriving the judgment of a legal basis.

Keywords

AI generated
traffic accident causation insufficient factual reasoning violation of civil code procedural error in judgment reversal of second instance verdict foreseeability of accident causal link analysis

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 300, 330, 914 et seq. of the Civil Code
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2088 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2088/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "GENERAL UNION A.E.E.Γ.A." (ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.), που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ζαχαριάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... χήρας Θ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μακρυγιάννη και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 3) ..., 4) ..., 5) ..., για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου τους, ..., 6) ..., όπως αυτός εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού γονείς του ... και ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Σ1 ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη ...απεβίωσε στις 1/6/2008 σύμφωνα με την με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Δήμου Θεσσαλονίκης..., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν για λογαριασμό της οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) ... χήρα Θ1, β) ..., γ) ..., του οποίους εκπροσώπησε και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 3/4/2002 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5627/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1757/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 23/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σερρών ...., αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσης για εμφάνιση σε αυτήν νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον έβδομο αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνιση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και δεν παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ούτε με πληρεξούσιο δικηγόρο στη δικάσιμο που ορίστηκε μετά από αναβολή κατά την αρχική δικάσιμο. Πρέπει συνεπώς να δικαστεί ερήμην, να προχωρήσει όμως το δικαστήριο στην εκδίκαση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681 Α Κ.Πολ.Δ. και δίκασε την υπόθεση με τη διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και εκείνες του άρθρου 914 του ΑΚ και 1 του ν. ΓΠΝ/1911, δεδομένου ότι όπως ισχυρίζεται, δεν έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα και δεν έχουν εφαρμογή οι ως άνω διατάξεις. Όπως όμως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε ότι ο θάνατος του συζύγου και πατέρα των έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων, εναγόντων για τον οποίο ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτών και επιπλέον η πρώτη και αποζημίωση για έξοδα κηδείας του θανατωθέντος, οφείλεται σε τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε από αμέλεια του έβδομου αναιρεσιβλήτου κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα και επομένως το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που του αποδίδεται με τον ανωτέρω λόγο ο οποίος συνεπώς είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Το άρθρο 559 αρίθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: <...Την ... και περί ώρα 15.30 οι οδηγοί Θ1 και Σ1 οδηγώντας τα με αρίθμ. κυκλοφορίας ...ΙΧΕ και ...ΔΧΕ αυτοκίνητο (ΤΑΞΙ) αντίστοιχα, εκινούντο ομορρόπως στην Εθνική Οδό ..., με κατεύθυνση προς ....

Οι ανωτέρω οδηγοί κατά τη διαδρομή από το ύψος των εγκαταστάσεων του εργοστασίου τσιμέντων "..." μέχρι τη διασταύρωση της ΕΟ με την οδό προς το ... και αφού είχαν διανύσει απόσταση πλέον των 2 χιλιομέτρων λογομάχησαν μέσα από τα οχήματά τους, για την προτεραιότητα κινήσεως στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας τους, δημιουργώντας ένταση και έριδες, με τις αλλεπάλληλες μεταξύ τους προσπεράσεις.

Όταν έφθασαν στη διασταύρωση της Ε.Ο. με την οδό προς ... σταμάτησαν προ του κόκκινου φωτεινού σηματοδότη, με πρώτο κατά σειρά στάθμευσης το ΤΑΞΙ και όπισθεν αυτού το ΙΧΕ αυτοκίνητο του Θ1. Ο τελευταίος, αν και η συνεπιβαίνουσα στο αυτοκίνητό του συνάδελφός του και εργαζόμενη στην ίδια με αυτόν εργασία, τον απέτρεψε από το να δώσει συνέχεια στο συμβάν και του ζήτησε να συνεχίσουν την πορεία τους, αυτός κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και κατευθύνθηκε προς το όχημα του εναγομένου οδηγού Σ1 (ΤΑΞΙ), χειρονομώντας και βρίζοντας εναντίον του, ενώ στη συνέχεια κατέβηκε από το ΤΑΞΙ και ο εναγόμενος οδηγός, ο οποίος επιτέθηκε και ώθησε αυτόν μέχρι το όχημά του.

Οι οδηγοί γρονθοκοπήθηκαν και ο θανών επέστρεψε στο αυτοκίνητό του και κάθισε στη θέση του οδηγού φανερά ταραγμένος από όσα συνέβησαν. Μόλις όμως κάθησε στη θέση του για να συνεχίσει την πορεία του, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός (Σ1) ήλθε στο αυτοκίνητο και τον χαστούκισε. Αμέσως ο Θ1 βγήκε από το αυτοκίνητο και έσπευσε να εμποδίσει την αναχώρηση του ΤΑΞΙ, ανεβαίνοντας με το σώμα του στην αριστερή πλευρά του εμπροσθίου καπώ, προκειμένου να κληθούν και έλθουν τα όργανα της Τροχαίας για να επιληφθούν του συμβάντος, δεδομένου ότι αυτός είχε τραυματισθεί κατά το προηγηθέν επεισόδιο και έφερε αίματα στο πρόσωπό του.

Τότε ο εναγόμενος οδηγός του ΤΑΞΙ, έθεσε σε κίνηση τη μηχανή για να τον αναγκάσει να φύγει, σέρνοντάς τον με το ως άνω όχημά του επί 4-5 μέτρα, με αποτέλεσμα να καταπέσει στο οδόστρωμα. Στη συνέχεια ο εναγόμενος αναχώρησε και έφυγε από το ως άνω σημείο, ενώ οι συνεπιβαίνοντες στο αυτοκίνητο του Θ1 καθώς και οι παρευρισκόμενοι εκεί ανασήκωσαν αυτόν από το οδόστρωμα και τον μετέφεραν στο άκρον της οδού, έχοντας αίματα στη μύτη και στο στόμα του, υποστάς κάταγμα ρινικού οστού, αυτός δε ευθύς αμέσως έγειρε χάνοντας τις αισθήσεις του και κατέληξε από ανακοπή της καρδιάς.

Ο θάνατος του ως άνω οδηγού τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του, ο οποίος προκλήθηκε κατά το ένδικο ατύχημα που θεωρείται ως τροχαίο, (τούτο δεν ανεξάρτητα αν το όχημα ήλθε σε επαφή με το θύμα). Ειδικότερα, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα, (αμέλεια) του εναγομένου οδηγού, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής του μέσου συνετού οδηγού την οποία μπορούσε και όφειλε εκ των περιστάσεων να καταβάλλει, όπως θα κατέβαλε στη θέση του και υπό ανάλογες συνθήκες κάθε μέσος συνετός οδηγός ο οποίος δεν φρόντισε κατά την οδήγηση του οχήματός του να αποφύγει οποιαδήποτε κίνηση ή συμπεριφορά που ήταν ενδεχόμενο να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή προσώπων και ιδιαίτερα πεζών, (άρθρ. 39 παρ. 1 εδ.

α', 12 παρ. 1 ΚΟΚ), αντιθέτως μάλιστα και παρά το γεγονός ότι οι ειδικότερες περιστάσεις επέβαλαν να κρατήσει ακινητοποιημένον σε διακοπή πορείας του το όχημά του προς τον έμπροσθεν αυτού ευρισκομένου ως άνω οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου αυτός ξεκίνησε κανονικά και τον παρέσυρε, στη συνέχεια δε από την πίεση και τον τρόμο που υπέστη από την πράσυρσή του και την πτώση του υπέστη ανακοπή καρδιάς.

Εξάλλου δεν απεδείχθη κάποια υπαίτια συμπεριφορά του θανόντος η οποία να συνετέλεσε στο ένδικο ατύχημα τούτο δε γιατί η προηγηθείσα φιλονικία του με τον οδηγό του ταξί δεν είναι δυνατόν να θεμελιώσει συνυπαιτιότητα του θύματος στο επισυμβάν θανατηφόρο ατύχημα. Με βάση δε τα ανωτέρω δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανάτου του ως άνω οδηγού ήταν ο οδηγός του ταξί.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του οδηγού του ταξί και του θανατωθέντος διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες με με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα για τη συνυπαιτιότητα του θανατωθέντος α) ενώ δέχεται ότι ο θάνατός του προήλθε από ανακοπή καρδιάς δεν εξηγεί με σαφήνεια και πληρότητα την συγκεκριμένη αιτία της ανακοπής αυτής, αλλά παραθέτει αρκετά περιστατικά τα οποία θα μπορούσαν να έχουν το ως άνω θανατηφόρο αποτέλεσμα, δεν εξηγεί γιατί περιορίζει την αιτία της ανακοπής μόνο στο τελευταίο επεισόδιο της παράσυρσης του θανατωθέντος από το ταξί, αποκλείοντας τα υπόλοιπα.

β) δεν εξηγεί αν ο θανών πριν το ατύχημα έπασχε από κάποιο καρδιακό νόσημα, αν το εγνώριζε αυτός ή όχι και στη θετική περίπτωση αν μπορούσε να προβλέψει ότι η εμπλοκή του στο επεισόδιο με τον οδηγό του ταξί ήταν δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα την ανακοπή της καρδιάς του και τελικά το θάνατό του γ) ενώ δέχεται ότι ο θανών υπέστη ανακοπή της καρδιάς του όταν τον παρέσυρε το ταξί και τον έρριψε επί του εδάφους, στην προσπάθεια του οδηγού του να απομακρυνθεί από τον τόπο του επεισοδίου και ότι προηγουμένως ο θανών είχε ανεβεί με το σώμα του στην αριστερή πλευρά του εμπροσθίου καπώ για να εμποδίσει την αναχώρηση του δεν διευκρινίζει αν μπορούσε με τις ικανότητες και τις γνώσεις που διέθετε ως μέσος συνετός άνθρωπος να προβλέψει ότι η συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατόν να προκαλέσει τον περαιτέρω εκνευρισμό του οδηγού του ταξί και να τον ωθήσει σε επικίνδυνες ενέργειες όπως εκείνη που πραγματοποίησε να θέσει σε κίνηση το αυτοκίνητό του.

δ) Δέχεται μεν ότι ο θανών μετά την πτώση του από την κίνηση του ταξί προς τα εμπρός βρέθηκε να έχει αίματα στη μύτη και το στόμα και ότι είχε υποστεί κάταγμα του ρινικού οστού, δεν διευκρινίζει όμως εάν τα εν λόγω τραύματα επήλθαν κατά την πτώση του από το ταξί, ή σε άλλη στιγμή του όλου επεισοδίου ούτε και αν αυτά συνετέλεσαν ή όχι στην επέλευση του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος.

Κατά συνέπεια το Εφετείο στέρησε την αποφασή του από νόμιμη βάση παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 297, 300, 330 914 επ. του ΑΚ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα με τους με λατινικούς αριθμ. III και V, υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ 19 που αποδίδωνται με τους άνω λόγους. Πρέπει επομένως οι λόγοι αυτοί να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι στην ουσία.

Μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση το ίδιο Εφετείο Θεσ/κης του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους οι οποίοι δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αρίθμ. 1757/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσ/κης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Εφετείου το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ