2088/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8597/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/7/2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2088/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών της ιστορικής βάσης της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Full text
Απόφαση 2088 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2088/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:........, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΛΑΪΚΟ", (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8597/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/7/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 4/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της 8597/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο που αφορά την αμοιβή της παροχής εργασίας κατά τις Κυριακές και ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών της ιστορικής βάσης της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.
Τέλος αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559. Εξάλλου, για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα, εκτός των άλλων, και την καταβολή διαφοράς αποδοχών, για εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές, συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος (Α.Υ.
Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 και 25825/1951), αρκεί ν' αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά Κυριακές, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού μεν Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από υπερωριακή απασχόληση πρέπει ν' αναφέρονται σ' αυτή και η διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης, αν πρόκειται για υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, άλλως κατά εβδομάδα, από την οποία θα συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι υπερωρίες, ενώ είναι δυνατό να προσδιορίζονται αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα.
Επίσης πρέπει ν' αναφέρονται οι νόμιμες ή καταβαλλόμενες αποδοχές βάσει των οποίων θα υπολογιστεί τω ωρομίσθιο. Στην προκείμενη υπόθεση από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα καθαρίστρια στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ζήτησε, μεταξύ των άλλων, και την επιδίκαση της διαφοράς δραχμών 261.381 μεταξύ της αμοιβής που έλαβε και εκείνης την οποία έπρεπε να λάβει, για την τακτική και νόμιμη κατά τις Κυριακές του από 1-1-1999 μέχρι 30-9-1999 χρονικού διαστήματος απασχόλησή της, προσδιοριζόμενη σε ορισμένο, κατά διαστήματα, αριθμό Κυριακών, με την αντίστοιχη γι' αυτές αμοιβή.
Επίσης, η αναιρεσείουσα ζήτησε και την επιδίκαση της διαφοράς 212000 δρχ. για υπερωριακή απασχόληση σε σύνολο 32 ωρών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-1-1999. Η αγωγή αυτή, καθόσον αφορά την αμοιβή για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές περιέχει επαρκή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ πληρότητα του δικογράφου της ως προς το εν λόγω κεφάλαιο, αφού από το ανωτέρω δικόγραφο προκύπτει σαφώς ο συγκεκριμένος αριθμός των Κυριακών του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η αναιρεσείουσα παρείχε την εργασία της τακτικώς και νομίμως.
Η αναγραφή στο δικόγραφο της αγωγής ότι η αξίωση της αμοιβής εργασίας που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές, αφορά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 30-9-1999 και πιο κάτω το διάστημα από 1-3-1999 μέχρι 30-9-1999 δεν καθιστά αόριστο το δικόγραφο ως προς το κεφάλαιο αυτό, διότι η αναγραφή του διαστήματος από 1-3-99 μέχρι 30-9-99 έγινε από παραδρομή, όπως τούτο αποδεικνύεται από την παράθεση στο δικόγραφο των δύο επί μέρους χρονικών διαστημάτων, μέσα στα οποία παρασχέθηκε από την αναιρεσείουσα η εργασία κατά τις Κυριακές αυτές και τα οποία είναι α) από 1-1-1999 μέχρι 30-6-1999 και β) από 1-7-1999 μέχρι 30-9-1999, που σημαίνει ότι η αναιρεσείουσα ζήτησε αμοιβή για την εργασία της κατά τις Κυριακές που περιλαμβάνονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 30-9-1999.
Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ. Ετσι ο μόνος λόγος αναίρεσης από τους αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αρ. 14 είναι κατά το πρώτο σκέλος του βάσιμος.
Περαιτέρω η αγωγή, όσον αφορά την αμοιβή για την υπερωριακή απασχόληση της αναιρεσείουσας κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-1-1999, ορθώς απορρίφθηκε ως αόριστη από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διότι η αναιρεσείουσα ζήτησε διαφορά αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση συνολικώς 32 ωρών, όπως τούτο προκύπτει από το αγωγικό δικόγραφο, χωρίς να προσδιορίζει είτε το ημερήσιο ωράριο εργασίας, είτε το εβδομαδιαίο είτε το μέσο όρο της υπερωριακής απασχόλησης κατά εβδομάδα ή κατά μήνα.
Επομένως ο λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με βάση αυτά η αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος, δηλαδή καθόσον αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης το σχετικό με την αμοιβή της αναιρεσίβλητης για την απασχόλησή της κατά τις Κυριακές, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασης το ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 8597/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που το ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ