Supreme Court stays appeal pending prosecutor's submission on misinterpretation of criminal law provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece stayed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a fraud case. The defendant argued the lower court lacked proper reasoning and misinterpreted criminal law articles concerning joint crime and habitual offense. The court declined to rule immediately because the prosecutor failed to submit a written proposal addressing the specific legal misinterpretation claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 32(1) and 138(2),3 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court must defer judgment on an appeal until the prosecutor submits a written proposal on any grounds of misinterpretation of substantive law, as the court cannot examine such issues without prosecutorial input.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2088 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 2088/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ζ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 2778/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1)Ζ2, 2)Ζ3 και 3)Ζ4 και πολιτικώς ενάγουσα την Ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιανουαρίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 387/2004. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου, με αριθμό 443/11-10-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο δικαστήριό σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ΄αριθ. 1/12-1-2004 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ζ1, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Αναστάσιο Παντελή του Δημητρίου, δυνάμει της από 12-1-2004 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ΄αριθ. 2778/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄αριθ. 2604/2003 βούλευμά του παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, καθώς και τους μη ασκήσαντες αναίρεση Ζ2, Ζ3 και Ζ4, προκειμένου να δικασθούν, ο μεν Ζ2 για την πράξη της απάτης κατ΄επάγγελμα και με επιδιωχθέν όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, οι δε λοιποί (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) για άμεση συνέργεια στην παραπάνω πράξη της κακουργηματικής απάτης.
Κατά του παραπάνω βουλεύματος όλοι οι παραπεμφθέντες κατηγορούμενοι (μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων) άσκησαν εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ΄αριθ. 2778/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Ζ1 με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως.
Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 5-1-2004 με θυροκόλληση, σύμφωνα με τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 155 παρ.2 και 273 Κ.Π.Δ., η δε αίτηση ασκήθηκε την 12-1-2004 (άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λαυρίου (όπου ο τόπος της κατοικίας του), συνετάγη δε από εκείνον η υπ΄αριθ. 1/12-1-2004 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ.
όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Περαιτέρω κατά τα εδάφια α΄ και β΄ της τρίτης παραγράφου του ίδιου άρθρου 386 Π.Κ., όπως και ισχύει μετά το άρθρο 14 παρ. 4 Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) όταν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
Κατά δε το άρθρο 13 εδ στ΄ Π.Κ., όπως το εδάφιο αυτό (στ΄) προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/1996, κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη.
Εξ΄άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ.β΄ Π.Κ. τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξεως και στην εκτέλεση της κύριας πράξεως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι ουσιαστικό στοιχείο της άμεσης συνέργειας είναι η πρόθεση του άμεσου συνεργού που έγκειται στην ηθελημένη παροχή συνδρομής στον δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της άδικης πράξεως και στη γνώση ότι παρέχει αυτήν στην εκτέλεση της άδικης πράξεως.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 2 Π.Κ. οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον τον συμμέτοχο, στον οποίο υπάρχουν. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή άλλες περιστάσεις, μη απαιτούμενες κατά νόμο για το αξιόποινο της πράξεως, υπάρχουν μόνο στον αυτουργό, εξαιτίας των οποίων επιτείνεται η ποινή και μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πράξεως από πλημμέλημα σε κακούργημα, δεν υπάρχουν όμως στον συμμέτοχο, άμεσο ή απλό συνεργό ή ηθικό αυτουργό, δεν θα ληφθούν υπόψη και ως προς αυτόν, αλλά θα κριθεί αυτός ως συμμέτοχος στο βασικό έγκλημα, χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του, έστω και αν αυτός γνώριζε ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις υφίστανται στον φυσικό αυτουργό (Α.Π. 361/1992 Π.Χ.
ΜΒ΄ 513 ΑΠ 1241/1998 Π.Χ. ΜΘ΄684). Με την έννοια αυτή η συμμετοχή σε απάτη κακουργηματικού χαρακτήρα συνιστά κατ΄αρχήν πλημμέλημα, προσλαμβάνει δε και αυτή τον χαρακτήρα του κακουργήματος μόνον όταν η επιβαρυντική περίσταση της κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς της συντρέχει και στο πρόσωπο του συμμετόχου (ΑΠ 184/2002 Π.Χ.
ΝΒ΄ 898). Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ΄ Κ.Π.Δ. ένας από τους αναφερομένους στο άρθρο αυτό λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος είναι και η έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Προκειμένου δε για παραπεμπτικό βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει όταν το συμβούλιο που το εξέδωσε εκθέτει σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε δέχθηκε με εξολοκλήρου επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ΄είδος (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Την 24.11.1999 ο 1ος εκκαλών και άτομο που εμφανίσθηκε ως οΧ, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ ΕΠΕ" που εδρεύει στην ... επισκέφθηκαν τα γραφεία της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους μηνυτές ...
με αντικείμενο την εμπορία σιδήρων και άλλων οικοδομικών υλικών και παρήγγειλαν για λογαριασμό της εταιρείας "ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ ΕΠΕ" 57.540 κιλά σιδήρου και πλέγματος υποστηλωμάτων, συνολικής αξίας 6.238.708 δραχμών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση οικοδομής σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του φερομένου ως Χ που βρισκόταν στο ...
χιλιόμετρο της οδού .... Το τίμημα συμφωνήθηκε να καλυφθεί με μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή ενός μηνός από την παράδοση των πιο πάνω εμπορευμάτων στον τόπο προορισμού τους. Στην συνέχεια οι μηνυτές έδωσαν εντολή στις εταιρείες "ΣΙΔΕΝΟΡ ΑΕ" και "ΔΕΠΑΛ ΑΕ", με τις οποίες η εταιρεία τους συνεργαζόταν και προμηθευόταν από αυτές σίδηρα και πλέγματα υποστηλωμάτων, να αποστείλουν και να παραδώσουν τα πιο πάνω εμπορεύματα στον φερόμενο ως Χ, στο ...
χλμ. ... όπου βρισκόταν δήθεν το οικόπεδό του. Την επόμενη ημέρα, 25.11.1999 και περί ώρα 07.30 η προαναφερθείσα ποσότητα φορτώθηκε στα με αριθμούς κυκλοφορίας ... και ... φορτηγά αυτοκίνητα (νταλίκες), με οδηγούς τους 3ο Ζ4 και 4ο Ζ3, εκκαλούντες, με τόπο προορισμού το πιο πάνω οικόπεδο. ΄Όταν όμως τα εν λόγω φορτηγά αυτοκίνητα έφθασαν στα..., ο φερόμενος ως Χ επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους οδηγούς των και τους ζήτησε να μεταβούν στην μάνδρα σιδήρου του 2ου εκκαλούντα Ζ1 που βρισκόταν στην ...
και επί της ..., όπου και ξεφόρτωσαν τα πιο πάνω εμπορεύματα. Και ενώ οι μηνυτές ανέμεναν στα γραφεία της εταιρείας τους τον 1ο εκκαλούντα να τους παραδώσει την επιταγή του Χ, όπως είχαν συμφωνήσει, αυτός εξαφανίσθηκε. Στην συνέχεια επικοινώνησαν με την μεταφορική εταιρεία, η οποία συνεργαζόταν με τους 3ο και 4ο εκκαλούντες και πληροφορήθηκαν από τους εκπροσώπους της ότι τα εμπορεύματα είχαν εκφορτωθεί στην μάνδρα του 2ου, ο οποίος, σε επίσκεψή τους εκεί, δέχθηκε ότι η πιο πάνω ποσότητα σιδήρου και πλεγμάτων είχε εκφορτωθεί με εντολή του φερομένου ως Χ, προς φύλαξη, πλην όμως αρνήθηκε να τους την επιστρέψει, αν και του ζητήθηκε, μετά δε παρέλευση περίπου μίας εβδομάδας τα εν λόγω εμπορεύματα εξαφανίσθηκαν από τον εν λόγω χώρο φύλαξής τους.
Όπως στην συνέχεια διαπιστώθηκε, ο μεν Χ ήταν μεν υπαρκτό πρόσωπο, πράγματι νόμιμος εκπρόσωπος της στην ... εδρεύουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ ΕΠΕ", πλην όμως ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνον που εμφανίσθηκε στους μηνυτές μαζί με τον 1ο εκκαλούντα, χωρίς μάλιστα ο εν λόγω να διαθέτει ιδιόκτητο οικόπεδο στο ...
χιλιόμετρο της οδού ..., η οποία σημειωτέον σταματά στο 65ο χιλιόμετρο. Περαιτέρω οι εκκαλούντες αρνούνται την σε βάρος τους κατηγορία και υποστηρίζουν τα εξής: Α) Ο 1ος ότι ο φερόμενος ως Χ τον πήρε στο τηλέφωνο, χωρίς να τον γνωρίζει ο ίδιος, του δήλωσε ότι είχε βιοτεχνία ενδυμάτων στην ..., ότι ενδιαφερόταν να ανεγείρει οικοδομή και ότι θα τον χρησιμοποιούσε για την κοπή των σιδήρων που θα εχρησιμοποιούντο εκεί και στην συνέχεια τον συνόδευσε στα γραφεία της εταιρείας των μηνυτών για την ποσότητα των σιδήρων που επρόκειτο να αγοράσει.
Β) Ο 2ος ότι την 24.11.1999 εμφανίσθηκαν στον χώρο που εκμισθώνει ο ίδιος για την εναποθήκευση σιδήρων στην ... δύο άτομα και τοποθέτησαν ποσότητα σιδήρων εκ μέρους του Χ, όπως του είπαν. Την επομένη τον επισκέφθηκε ο ένας από τους μηνυτές και του είπε ότι τα εν λόγω εμπορεύματα δεν τα είχε εξοφλήσει ο Χ, αφού προηγουμένως είχε κάνει σχετική καταγγελία στο Α.Τ...., ο δε διοικητής αυτού, του είπε να τα παραδώσει σε εκείνους που τα έφεραν και όχι στους μηνυτές.
Την 5.12.1999 ήλθαν στην μάνδρα τα ίδια άτομα που είχαν μεταφέρει τα σίδηρα και τα πήραν, στην ερώτηση δε γιατί δεν ειδοποίησε την αστυνομία όταν τον επισκέφθηκαν τα άτομα αυτά απάντησε ότι κανείς δεν του το είχε ζητήσει. Γ) Τέλος οι 3ος και 4ος ότι την εντολή για την μεταφορά των σιδήρων και των πλεγμάτων υποστηλωμάτων την έλαβαν από τον ..., ο οποίος διατηρεί πρακτορείο μεταφορών στον ..., από το εργοστάσιο της εταιρείας "ΣΙΔΕΝΟΡ" στο ...
χιλιόμετρο της οδού ..., ότι κατά την φόρτωση του εμπορεύματος κάποιος αρμόδιος υπάλληλος της ΣΙΔΕΝΟΡ τους παρέδωσε τα σχετικά δελτία αποστολής καθώς και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Χ, ζητώντας τους να επικοινωνήσουν μαζί του για να συννενοηθούν για την παραλαβή των εμπορευμάτων, ότι την επομένη 25.11.1999 και περί ώρα 07.30 τον κάλεσαν στο κινητό του τηλέφωνο και εκείνος τους ζήτησε να τον συναντήσουν στην ..., από όπου τους οδήγησε στην μάνδρα του 2ου εκκαλούντα στην οποία και εκφόρτωσαν τα σίδηρα και τα πλέγματα, αφού ο "Χ" υπέγραψε τις φορτωτικές που είχαν εκδώσει οι ίδιοι ως παραλήπτης.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί των εκκαλούντων ελέγχονται ως αβάσιμοι και αναληθείς για τους εξής λόγους: Α) Ο 1ος εκκαλών δεν εξηγεί για ποιο λόγο συνόδευσε το άγνωστο άτομο που παρίστανε τον Χ στα γραφεία της εταιρείας των εκκαλούντων, αφού, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την επεξεργασία και κοπή σιδήρων οικοδομών και δεν είναι υπεργολάβος οικοδομών, όπως ήταν γνωστός στους μηνυτές.
Β) Αν πράγματι η εργασία του ήταν μόνο η κοπή και επεξεργασία σιδήρων, δεν αναφέρει τον τόπο όπου αυτά που αγοράσθηκαν από τον δήθεν Χ θα μεταφέρονταν, προκειμένου να τα επεξεργασθεί. Γ) Όπως αναφέρει ο μάρτυρας ... στην από 28.3.2002 ένορκη κατάθεσή του, όταν πήγε στην μάνδρα του 2ου εκκαλούντα, συνοδεύοντας των εκ των μηνυτών ..., ο εκκαλών αυτός γελούσε και περιέπαιζε τον μηνυτή λέγοντάς του: "Σου την έφερα.
Τα σίδερα από εδώ μπορεί μόνο να τα πάρει ο Χ" Δ) ΄Όπως προκύπτει από την υπ΄αριθ. 1020/7378/1-γ/3.12.1999 βεβαίωση του Διοικητή του Α.Τ...., μετά την έκφραση παραπόνων του μηνυτή ... κατά του 2ου εκκαλούντα σχετικά με την αποθήκευση στην μάνδρα του των σιδήρων και πλεγμάτων και την άρνηση του να τα παραδώσει στον μηνυτή, του υποδείχθηκε ότι είχε την υποχρέωση να τα φυλάξει και να τα παραδώσει είτε στον ίδιο τον Χ, είτε στους δικηγόρους του, σε περίπτωση που θα εμφανίζονταν, αφού προηγουμένως ενημερώσει του μηνυτές, γεγονός που αποδέχθηκε ο 2ος εκκαλών.
Ε) Τέλος, οι 3ος και 4ος εκκαλούντες, παρά το γεγονός ότι η εντολή που είχαν λάβει από την μεταφορική εταιρεία του ... ήταν να μεταφέρουν τα εμπορεύματα στο ... χιλιόμετρο της οδού ... και είχαν συμπληρώσει με την σχετική ένδειξη τις φορτωτικές, δεν ενημέρωσαν την εν λόγω μεταφορική εταιρεία για την αλλαγή του δρομολογίου τους, ούτε προέβησαν στις απαραίτητες διορθώσεις των φορτωτικών, ως προς τον τόπο προορισμού των εμπορευμάτων.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Ζ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για την αποδιδόμενη σ΄αυτόν αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη σε βαθμό κακουργήματος.
Με αυτά όμως που δέχθηκε, όπως ανωτέρω εξετέθησαν, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις, καθόσον δεν γίνεται καμία σκέψη τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό του (αλλά ούτε και στο πρωτοβάθμιο υπ΄αριθ. 2604/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) αν ο αναιρεσείων παραπέμπεται με την επιβαρυντική περίσταση της τρίτης παραγράφου του άρθρου 386 Π.Κ., κατά την οποία αν η πράξη της απάτης τελέσθηκε κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, δηλαδή σε βαθμό κακουργήματος.
Δεν εκτίθενται δηλαδή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης. Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για τους παραπάνω λόγους ως προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Ζ1 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αυτόν, για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο που το εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να γίνει δεκτή η υπ΄αριθ. 1/12-1-2004 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Ζ1, κατά του υπ΄αριθ. 2778/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς τον ως άνω λόγο. Β) Να αναιρεθεί το ανωτέρω προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το σκέλος του που αφορά τον εν λόγω κατηγορούμενοΖ1. Και Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το σκέλος της αυτό για νέα ουσιαστική συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν το προσβαλλόμενο βούλευμα. Αθήνα 18 Σεπτεμβρίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με την από 12-1-2004 αίτηση αναιρέσεως, για την οποία συνετάγη ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λαυρίου η υπ΄ αριθμ. 1/12-1-2004 έκθεση, ο αναιρεσείων πλήττει το υπ΄ αριθμ. 2.778/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο επικυρώθηκε το πρωτόδικο υπ΄ αριθμ. 604/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών που τον παραπέμπει για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική απάτη.
Με την κρινόμενη αίτηση αιτιάται το προσβαλλόμενο βούλευμα 1)για τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ΚΠΔ λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας τόσον αναφορικά με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος ως προς την συνδρομή των πραγματικών περιστατικών τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και στηρίζουν την περί παραπομπής κρίση του, όσον και με την εις το πρόσωπό του, ως αμέσου συνεργού, συνδρομή των στοιχείων της κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης που προσδίδουν σ΄ αυτήν κακουργηματικό χαρακτήρα και 2)για τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ.
β΄ του ΚΠΔ λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 17, 46 παρ. 1 στοιχ. β΄ και 386 παρ.1 του Π.Κ. Επί του δευτέρου των άνω λόγων, καθώς προκύπτει από την υποβληθείσα στο Συμβούλιο τούτο από 180-9-2006 πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο προτείνων Εισαγγελέας, ουδέν διαλαμβάνει.
Ενόψει τούτου και των ορισμών των άρθρων 32 παρ. 1 και 138 παρ. 2,3 του Κ.Π.Δ οι οποίες για το κύρος του εκδιδόμενου βουλεύματος επιτάσσουν την προηγούμενη υποβολή έγγραφης εισαγγελικής προτάσεως, πρέπει το δικαστήριο αυτό (σε Συμβούλιο) να απόσχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, μέχρι την υποβολή, κατά την νέα συζήτηση της υποθέσεως, που θα ορισθεί αρμοδίως, σχετικής εισαγγελικής προτάσεως για τον παραπάνω λόγω αναιρέσεως, τον οποίο, άλλως, το δικαστήριο αδυνατεί να ερευνήσει, στην περίπτωση κατά την οποία ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ.
δ΄ του ΚΠΔ πρώτος λόγος ήθελε κριθεί αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως του Ζ1 για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 2.778/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέχρι την υποβολή εισαγγελικής προτάσεως επί του αναφερομένου στο σκεπτικό δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ