Supreme Court partially allows appeal on mortgage liability scope, remanding case for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision rejecting the annulment of enforcement proceedings. The appellants argued that the lower court erred in limiting the mortgagor's liability to the specific mortgage amount rather than the total property value. The court found the first and second grounds of appeal valid regarding the scope of liability but dismissed the fourth ground concerning the contract text. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for further proceedings with a new judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The mortgagor is liable up to the value of the mortgaged property, not merely the registered mortgage amount, and appeals must be remanded if they affect the judgment's scope.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2087 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2087/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥΑ1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ.
Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "WHITE STAR I.K.E.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Λ. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μεντή και κατέθεσαν προτάσεις.Της αναιρεσιβλήτου:
Μονοπρόσωπης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "SPECIAL FINANCIAL SOLUTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "SPECIAL FINANCIAL SOLUTIONS ΝΙ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Αγγέλη και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2020 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8887/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1652/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/11/2022 αίτησή τους και τους από 20/12/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟΜε την κρινόμενη, από 22-11-2022 αίτηση αναίρεσης και τον από, 20-12-2023 πρόσθετο αυτής λόγο, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμό 1652/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των ανακοπτόντων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της 8887/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 11-3-2020 ανακοπή τους, για την ακύρωση των αναφερόμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1). Επίσης, παραδεκτός είναι και ο ως άνω πρόσθετος λόγος, ο οποίος ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, στις 20-12-2023 και επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ.
τη με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, Ε. Ε.). Επομένως, η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 808/2025, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 1640/2022) και ακολούθως να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ανακόπτοντες - καθών η εκτέλεση, η πρώτη αυτών, ως τρίτη κυρία των βαρυνόμενων με προσημείωση υποθήκης ακινήτων και ο δεύτερος ως εγγυητής στην αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης, σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η με αριθμό .../2017 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ήδη αναιρεσείοντες, με την από 11-3-2020, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ανακοπή, κατά της αναιρεσίβλητης, καθής η ανακοπή - επισπεύδουσας την εκτέλεση, μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία, "SPECIAL FINANCIAL SOLUTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", υπό την ιδιότητά της, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού, "AMOEBA ISSUER DESIGNATED ACIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της αρχικής δανείστριας, "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", λόγω μεταβίβασης στην αλλοδαπή αυτή εταιρία, μετά την έκδοση της άνω διαταγής πληρωμής, της ένδικης απαίτησης από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", δυνάμει της από ...-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, με τιτλοποίησή τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3156/2003, ζήτησαν για τους αναφερόμενους λόγους, την ακύρωση, α) της από 24-1-2020 επιταγής προς πληρωμή, κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία η αναιρεσίβλητη επέταξε την πρώτη από αυτούς, ως τρίτη κυρία των περιγραφομένων σε αυτή ακινήτων και στην έκταση που έκαστο εξ αυτών βαρύνεται µε προσηµείωση υποθήκης, 700.000 ευρώ, που είχε εγγραφεί δυνάµει της με αριθμό 1454/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, διαζευκτικά, α) να καταβάλει, έως το ποσό των 700.000 ευρώ, για καθένα ακίνητο, στην αλλοδαπή εταιρία, ειδικού σκοπού, "AMOEBA ISSUER DESIGNATED ACIVITY COMPANY", όπως νόµιµα εκπροσωπείται από την καθής, τα ποσά, τα οποία έχει υποχρεωθεί να καταβάλει, ως οφειλέτης της Τράπεζας Πειραιώς, ο δεύτερος ανακόπτων, δηλαδή για επιδικασθέν κεφάλαιο, 4.700.000 ευρώ, νοµιµοτόκως από 21-3-2017, όπως εξειδικεύεται στην επιταγή, πλέον δικαστικής δαπάνης και λοιπών εξόδων, άλλως, να ανεχθεί την αναγκαστική εκτέλεση που θα επισπευσθεί επί των ακινήτων της, µέχρι το ποσό των 700.000 ευρώ, για κάθε ακίνητο, που βρίσκονται στη θέση ''Πατριαρχικό'' στην Πυλαία Θεσσαλονίκης, όπως περιγράφονται στην επιταγή, ως οριζόντιες ιδιοκτησίες υπό στοιχ.
Υ-1 Υ-2, 1-1, 1-2, 1-3 και 1-4, δηλαδή συνολικά έξι οριζόντιες ιδιοκτησίες, β) της ...-2020 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης των ακινήτων αυτών, του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, Γ. Κ., και γ) του με αριθμό ...-2020 αποσπάσματος της κατασχετήριας αυτής έκθεσης. Επί της ανακοπής, εκδόθηκε η 8887/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η πιο πάνω ανακοπή, ενώ κατόπιν έφεσης των ανακοπτόντων, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της παραπάνω απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση, με αριθμό 1652/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Από τα άρθρα, 1257, 1258, 1260, 1269 εδ. 1, 1270, 1281 και 1317 του ΑΚ, προκύπτει ότι, σε ξένο ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης, με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα. Η υποθήκη αποκτάται εφόσον υπάρχει τίτλος, ο οποίος χορηγεί δικαίωμα υποθήκης και γίνει εγγραφή της στο βιβλίο υποθηκών, πάντοτε για ορισμένο χρηματικό ποσό.
Το ποσό της υποθήκης, η χρηματική δηλαδή ποσότητα για την οποία εγγράφεται, προσδιορίζει αριθμητικά το όριο της προνομιακής ικανοποίησης του ενυπόθηκου δανειστή, σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού, δεν αποτελεί, όμως, περιγραφή του μεγέθους της ασφαλιζόμενης απαίτησης, η οποία είναι αυτοτελές αναγκαίο στοιχείο της υποθήκης, που μπορεί να έχει διάφορο, από το ποσό της εγγραφής της υποθήκης, ύψος.
Αν το ποσό της εγγραφής είναι μικρότερο της ασφαλιζόμενης απαίτησης, η καταβολή της απαίτησης μέχρι του ποσού αυτού, δεν επιφέρει απόσβεση της υποθήκης, αφού ασφαλιζόμενη είναι ολόκληρη η απαίτηση, σύμφωνα με την αρχή του αδιαιρέτου της υποθηκικής ευθύνης και υπεγγυότητος (άρθρο 1281 ΑΚ), με εξαίρεση, όμως, την περίπτωση του άρθρου 1294 ΑΚ.
Απόσβεση δε της υποθήκης επέρχεται με την ολοσχερή απόσβεση της ασφαλιζόμενης απαίτησης, κατ' άρθρο 1317 ΑΚ (ΑΠ 16/2016). Η διάκριση, συνεπώς, μεταξύ του ασφαλισμένου και του μη ασφαλισμένου με υποθήκη μέρους της απαίτησης έχει έννομη συνέπεια, μόνο για την κατάταξη που γίνεται μετά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού (ΟλΑΠ 564/1986, ΑΠ 560/2006, ΑΠ 872/1996).
Περαιτέρω, στα άρθρα 1294 και 1297 του AK ορίζεται, αντίστοιχα, ότι, ''ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη, καθώς και κάθε τρίτος που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο, υπόκειται στην εμπράγματη αγωγή του δανειστή με την αναγκαστική εκτέλεση πάνω στο κτήμα, αν δεν προτιμά να εξοφλήσει όλες τις ενυπόθηκες απαιτήσεις, στην έκταση που ασφαλίζονται με την υποθήκη'' και ότι, ''αν δοθεί υποθήκη για εξασφάλιση εγγύησης, ο τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου κτήματος έχει δικαίωμα να απαιτήσει να εναχθεί πρώτα ο πρωτοφειλέτης''.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων, 1295 και 1296 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου ακινήτου είναι αυτός που παραχώρησε υποθήκη σε ακίνητό του, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής αλλότριου χρέους ή αυτός που απέκτησε το ακίνητο βεβαρημένο με την υποθήκη, χωρίς, όμως, να διαδεχθεί και την οφειλή και ο οποίος, συνεπώς, δεν ευθύνεται ο ίδιος ενοχικά, αλλά υπόκειται απλώς στην αναγκαστική εκτέλεση επί του ακινήτου του, για την πληρωμή του ξένου χρέους (ΑΠ 411/2010, ΑΠ 1546/2007).
Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 1260, 1264, 1329, 1306, 1274 και 1276 του ΑΚ, προκύπτει ότι η υποθήκη και η προσημείωση εγγράφονται πάντοτε για ορισμένη ποσότητα, ήτοι γι' αυτή που ορίζεται στον τίτλο, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα για την εγγραφή τους. Επομένως, αν με δικαστική απόφαση ή άλλο τίτλο από τους αναφερόμενους στα άρθρα 1261-1263 του ίδιου Κώδικα, επιτραπεί η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης για την ασφάλεια ορισμένης απαίτησης μέχρι ορισμένο ποσό, το ακίνητο που υποθηκεύτηκε ή προσημειώθηκε ασφαλίζει την απαίτηση αυτή μόνο για το ποσό μέχρι το οποίο έχει επιτραπεί η εγγραφή της υποθήκης.
Μετά την εξόφληση του ποσού αυτού επέρχεται η απόσβεσή τους, σύμφωνα με τα άρθρα 1317 και 1323 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, δεν έχει εφαρμογή ούτε το άρθρο 1289 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι αν το κεφάλαιο για το οποίο έχει εγγραφεί η υποθήκη είναι γραμμένο ως τοκοφόρο, αυτή εξασφαλίζει το κεφάλαιο αυτό και τους τόκους από την κατάσχεση και ένα έτος πριν απ' αυτή μέχρι την εξόφληση ή μέχρι το αμετάκλητο του πίνακα κατάταξης.
Πράγματι, αφού το ποσό είναι καθορισμένο στο σύνολό του για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, μέχρι το οποίο θα επιβαρυνθεί το ενυπόθηκο ή προσημειούμενο ακίνητο, δεν μπορεί να εξαρτηθεί η προαναφερόμενη επιβάρυνση από το χρόνο που θα περάσει από την κατάσχεση και ένα χρόνο πριν απ' αυτή, μέχρι την εξόφληση.
Το αδιαίρετο της υποθήκης για το οποίο γίνεται λόγος στη διάταξη του άρθρου 1281 ΑΚ, που ισχύει και στην προσημείωση, αφού και αυτή είναι υποθήκη υπό αναβλητική αίρεση, δεν οδηγεί σε αντίθετη λύση, διότι αυτό έχει την έννοια ότι το ενυπόθηκο ή προσημειωμένο ακίνητο, ακόμη κι αν τεμαχισθεί, καθίσταται ολόκληρο υπόχρεο για ολόκληρη την ασφαλισμένη απαίτηση, δηλαδή για το ποσό, μέχρι το οποίο έχει επιτραπεί η υποθήκη ή προσημείωση.
Το ίδιο ισχύει και όταν υπάρχει η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1264 και 1270 ΑΚ πολλαπλή υποθήκη, ήτοι όταν για την ίδια απαίτηση, έχει εγγραφεί συγχρόνως ή διαδοχικά υποθήκη ή προσημείωση σε περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στο ίδιο ή σε διαφορετικά πρόσωπα, ή η εγγραφή έχει γίνει σε ιδανικά μερίδια του ίδιου ακινήτου που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα.
Στην περίπτωση αυτή, ναι μεν καθεμιά από τις περισσότερες υποθήκες ή προσημειώσεις είναι, καταρχήν, ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες, πλην, όμως, όλες τις συνδέει το γεγονός ότι ασφαλίζουν την ίδια απαίτηση. Έτσι η ολική εξόφληση της ασφαλισμένης με αυτές απαίτησης, επιφέρει την απόσβεση όλων των υποθηκών ή προσημειώσεων, ενώ το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, όταν χωρήσει μερική μόνο εξόφληση (ΑΠ 1141/2012, ΑΠ 156/1994).
Κατά την έννοια δε της διάταξης του πιο πάνω άρθρου, 1281 ΑΚ, που καθιερώνει την αρχή του αδιαίρετου της υποθήκης, (αλλά και της προσημείωσης), στην περίπτωση εγγραφής υποθήκης σε περισσότερα ακίνητα προς εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης και δη για ορισμένο χρηματικό ποσό και προς εξασφάλιση της απαίτησης μόνο μέχρι του ποσού αυτού, το καθένα από τα ακίνητα εξακολουθεί να είναι υπέγγυο μέχρι την ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης αυτής, ήτοι για ολόκληρο το ποσό αυτό και μόνο, και όχι για πολλαπλάσιο αυτού επί τον αριθμό των ενυπόθηκων ακινήτων, ήτοι για το ποσό αυτό αθροιστικά όσα είναι τα εν λόγω υπέγγυα ακίνητα (ΑΠ 711/1992).
Επίσης, από το συνδυασμό, των πιο πάνω διατάξεων με αυτή του άρθρου 1269 εδ. α ΑΚ, συνάγεται σαφώς ότι, ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου μπορεί να επιφέρει την απόσβεση της υποθήκης καταβάλλοντας στο δανειστή το ποσό για το οποίο έγινε η εγγραφή της υποθήκης, έστω και αν αυτό είναι μικρότερο από την ασφαλιζόμενη απαίτηση, η οποία έτσι δεν εξοφλείται ολοσχερώς, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται, χωρίς όμως, να μπορεί να προβληθεί κατά του τρίτου κυρίου (ΑΠ 783/1994).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1, 706 ΚΠολΔ και 1274 του ΑΚ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αποτελεί κατά τον ΚΠολΔ, ασφαλιστικό μέτρο, που μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Παρέχεται δε στο δανειστή, που δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαίτησής του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης, πάντοτε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό.
Ενόψει δε του ότι η προσημείωση υποθήκης είναι ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο του οφειλέτη για να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ' αυτού η προνομιακή ικανοποίηση χρηματικής ή μετατρέψιμης σε χρήμα απαίτησης του δανειστή, όταν στο μέλλον εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί αυτή θεσμό και του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274 έως 1280, 1323, 1330 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για την προσημείωση υποθήκης, η οποία στο πλαίσιο αυτό αποτελεί ειδικότερα υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277, 1323 αριθμ. 2 ΑΚ (ΑΠ 410/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, o καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου, δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή και τα νομιμοποιούντα αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξάμενης εκτέλεσης, είναι δε ανεξάρτητη και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν o καθού η εκτέλεση έλαβε με άλλο τρόπο γνώση της διαδοχής.
Ως νομιμοποιούντα τo διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται, είτε αυτά είναι δημόσια είτε ιδιωτικά. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου ''δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση'' είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας.
Ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποίησης των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της καθολικής διαδοχής, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται αυτή, άρα και των αντίστοιχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεσή της, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια, δυσχεραίνοντας αδικαιολόγητα την πρόσβαση των δανειστών στην εκτελεστική διαδικασία.
Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ' ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε, υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της καθολικής διαδοχής και συνεπώς στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του καθολικού διαδόχου (σχετ.
ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 345/2006, επί καθολικής διαδοχής σε περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών). Αντίστοιχα, στην περίπτωση ειδικής διαδοχής του δικαιούχου τιτλοποιούμενης απαίτησης με σύμβαση μεταβίβασης αυτής από την μεταβιβάζουσα επιχείρηση στην αποκτώσα εταιρία ειδικού σκοπού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, εφόσον τα αποτελέσματα της μεταβίβασης επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση και έναντι τρίτων και ιδίως του οφειλέτη της απαίτησης, από την καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σε περίληψη στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, με το ειδικότερο περιεχόμενο, που καθορίζεται στην με αριθμό, 161338/2003 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, είναι προφανές ότι αφενός η νομιμοποίηση της αποκτώσας εταιρίας αρχίζει ακριβώς από τότε, όπως από την καταχώρηση στο ίδιο αυτό βιβλίο της σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης των μεταβιβασθεισών απαιτήσεων σε Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π), που προβλέπεται στον ν. 4354/2015, αρχίζει και η νομιμοποίηση της τελευταίας να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση ως διαχειρίστρια της αποκτηθείσας από την εταιρία ειδικού σκοπού απαίτησης και αφετέρου ότι τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν τη μεταβίβαση και την ανάθεση της διαχείρισης, είναι τα μόνα κρίσιμα, τα οποία θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή εκτέλεσης, η δε κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Όλα τα υπόλοιπα σχετικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνεται και η ίδια η σύμβαση μεταβίβασης της τιτλοποιούμενης απαίτησης, όση σπουδαιότητα και σοβαρότητα και αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της μεταβίβασης καθ' εαυτήν, δεν αποτελούν αναγκαία έγγραφα για την απόδειξη της νομιμοποίησης της επισπεύδουσας την αναγκαστική εκτέλεση (πρβλ για το συναφές ζήτημα επί αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής ΑΠ 434/2022, ΑΠ 909/2021).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1299/2023).
Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 521/2023, ΑΠ 1096/2022).
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).
Με τη διάταξη αυτή εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο ''απαράδεκτο'' νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις ''επιτευκτικές'' διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ένδικων μέσων (ΑΠ 371/2008), των πρόσθετων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018), συνεπώς με τον λόγο αυτό ελέγχεται και το έγκυρο της έναρξης ή της συνέχισης της αναγκαστικής εκτέλεσης από τον καθολικό ή τον ειδικό διάδοχο του δικαιούχου, κατά το άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 739/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες - ανακόπτοντες, με τους, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο επανέφεραν ενώπιόν του, τον απορριφθέντα πρωτοδίκως, πρώτο λόγο της ανακοπής τους, περί ακυρότητας της εκτέλεσης, εξαιτίας του ότι η πρώτη ανακόπτουσα, ως τρίτη κυρία των ακινήτων, στα οποία έχει εγγραφεί η προσημείωση για το ποσό των 700.000 ευρώ, υπόκειται στην εμπράγματη αγωγή της επισπεύδουσας την εκτέλεση - καθής η ανακοπή, μέχρι το ανωτέρω ποσό και όχι για το σύνολο της ασφαλιζόμενης απαίτησης της καθής (ύψους 4.200.000 ευρώ), παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1281 και 1294 ΑΚ, δεχόμενο ότι, επί πολλαπλής υποθήκης, ο τρίτος κύριος των ακινήτων που παραχωρεί υποθήκη μέχρι ορισμένου ποσού, ευθύνεται για το ποσό αυτό, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό των ακινήτων, επί των οποίων έχει εγγραφεί ισόποση προσημείωση.
Επιπλέον, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 14 (και όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο επανέφεραν στο Εφετείο, μετά την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους, περί ακυρότητας της επισπευδόμενης εκτέλεσης, εξαιτίας της μη συγκοινοποίησης από την καθής η ανακοπή (Ε.Δ.Α.Δ.Π), ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία επισπεύδει την εκτέλεση, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αποκτώσας εταιρίας ειδικού σκοπού, AMOEBA ISSUER DESIGNATED ACIVITY COMPANY, των απαιτούμενων εγγράφων, για τη νομιμοποίησή της, δηλαδή ολόκληρης της σύμβασης για τη μεταβίβασης της ένδικης απαίτησης στην άνω εταιρία ειδικού σκοπού και των εγγράφων από τα οποία προκύπτει η ταυτότητα της μεταβιβαζόμενης απαίτησης, σε σχέση με την επιδικασθείσα με τη διαταγή πληρωμής, παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (απαράδεκτο).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "..... Μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας µε την επωνυμία, "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και της ανώνυμης εταιρείας µε την επωνυμία, "...
Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία", µε έδρα την ΒΙ.ΠΕ. Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης, καταρτίσθηκε στη Θεσσαλονίκη, η υπ' αρ. ...-1994 σύμβαση πίστωσης µε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η πιστώτρια τράπεζα παρείχε πίστωση έως του ποσού των 180.000.000 δραχμών, με εγγυητές, ως αυτοφειλέτες, τον δεύτερο ανακόπτοντα και ήδη εκκαλούντα, Λ.
Κ. του Π. (δεύτερο αναιρεσείοντα) και τον ήδη αποβιώσαντα, Λ. Κ. του Α. Με διαδοχικές πρόσθετες πράξεις, που συνήφθησαν μεταξύ της πιστώτριας τράπεζας και της πιστούχου εταιρείας, µε τη σύμπραξη, υπό τους ίδιους όρους, και των ανωτέρω εγγυητών, η πίστωση αυξήθηκε από 25-11-2000, έως το ποσό των 2.100.000.000 δραχμών, ακολούθως, δε, µε την σύμπραξη ως εγγυητών του ανωτέρω ανακόπτοντος - εφεσίβλητου, καθώς και του Α.
Κ. του Λ., η πίστωση αυξήθηκε µε διαδοχικές πρόσθετες πράξεις µέχρι το ποσό των 7.500.000 ευρώ. Για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης τηρήθηκαν οι υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ..., ... λογαριασμοί. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας τράπεζας από την ανωτέρω σύμβαση πίστωσης (υπ' αρ. ...-1994), όπως το πιστωτικό όριο αυτής ανήλθε µε πρόσθετες πράξεις στο ποσό των 7.500.000 ευρώ, εγγράφηκε, δυνάµει της υπ' αρ. 1454/30-4-2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων, προσηµείωση υποθήκης, ποσού 700.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, κατ' αρ. 1289 ΑΚ, µε συναίνεση του δεύτερου ανακόπτοντος - δεύτερου εκκαλούντος, σε έξι (6) οριζόντιες ιδιοκτησίες, ιδιοκτησίας του, οι οποίες ανήκουν σε βιοτεχνικό κτίριο που έχει ανεγερθεί, δυνάμει της υπ' αρ. 2445/2004 οικοδομικής άδειας, στο υπ' αρ. 69 αγροτεµάχιο, έκτασης 5.550 τ.µ., της κτηµατικής περιοχής Δήμου Πυλαίας, στη θέση Πατριαρχικό.
Ειδικότερα, εγγράφηκε προσηµείωση υποθήκης, µέχρι το ποσό των 700.000 ευρώ, στις οριζόντιες ιδιοκτησίες υπό στοιχεία: α) Υ-1 µε ΚΑΕΚ 19104 3108007/0/1, εμβαδού (καθαρού) 805,83 τ.µ., β) Υ-2 µε ΚΑΕΚ 19104 3108007/0/2, εμβαδού (καθαρού) 805,83 τ.µ., γ) Ι-1 µε ΚΑΕΚ 19104 3108007/0/3, εμβαδού (καθαρού) 366,18 τ.µ., δ) Ι-2 µε ΚΑΕΚ 19104 3108007/0/4, εμβαδού (καθαρού) 397,05 τ.μ., ε) Ι-3 µε ΚΑΕΚ 19104 3108007/0/5, εμβαδού (καθαρού) 399,95,18 τ.µ., στ) Ι-4 µε ΚΑΕΚ 19104 3108007/0/6, εμβαδού (καθαρού) 375,28 τ.µ.
Ο δεύτερος ανακόπτων -δεύτερος εφεσίβλητος (δεύτερος αναιρεσείων) μεταβίβασε την κυριότητα στις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, στην οµόρρυθµη εταιρεία µε την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία μετονομάστηκε σε "WHITE STAR IKE", δηλαδή στην πρώτη ανακόπτουσα - πρώτη εκκαλούσα εταιρεία, (πρώτη αναιρεσείουσα) βεβαρηµένες με προσηµείωση υποθήκης, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, δυνάμει του υπ' αρ. ...-2013 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν.
Ν., που μεταγράφηκε νόµιµα. Στη συνέχεια, η πιστώτρια τράπεζα προέβη στις 17-1-2017, σε καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, διότι η πιστούχος εταιρεία και οι ανωτέρω εγγυητές δεν ανταποκρίθηκαν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και έκλεισε αυθημερόν τους λογαριασμούς που εξυπηρετούσαν τη σύμβαση πίστωσης, οι οποίοι εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο 8.317.388,24 ευρώ, μετέφερε αυτό σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, γνωστοποιώντας τούτο στην πιστούχο και στους εγγυητές, τους οποίους κάλεσε να καταβάλουν το ανωτέρω ποσό.
Οι ανωτέρω δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της πιστώτριας τράπεζας και κατόπιν αιτήσεως της τελευταίας, εκδόθηκε η υπ' αρ. .../2017 Διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, βάσει της οποίας η πιστούχος εταιρεία και οι ανωτέρω εγγυητές (μεταξύ αυτών και ο δεύτερος ανακόπτων - δεύτερος εκκαλών, ήδη δεύτερος αναιρεσείων), υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην πιστώτρια τράπεζα, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 4.700.000 ευρώ, πλέον τόκων, ανατοκιζόµενων κατά νόµο, και εξόδων.
Στη συνέχεια, η ανωτέρω πιστώτρια τράπεζα συνήψε µε την αλλοδαπή εταιρεία µε την επωνυμία, "Αmoeba Issuer Designated Activity Company", µε έδρα το Δουβλίνο Iρλανδίας (οδός Molesworth αρ. 32, Δουβλίνο 2), σύμφωνα µε τις διατάξεις των αρ. 10 και 14 ν. 3156/2003, την από 29-5-2018 σύμβαση πώλησης επιχειρηματικών απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στη συνέχεια, δε, την από ...-2018 σύμβαση μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω τιτλοποίησης, δυνάµει της οποίας μεταβίβασε σ' αυτήν επιχειρηματικές απαιτήσεις και ειδικότερα απαιτήσεις επιχειρηματικών δανείων (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά απαιτήσεων από µακροπρόθεσµα δάνεια, χρεολυτικά δάνεια τακτής λήξης, δάνεια συνδεδεµένα µε συμβάσεις ανοικτών αλληλόχρεων λογαριασμών και οµολογιακά δάνεια) και άλλων πιστώσεων, σύμφωνα µε το συνημμένο σ’ αυτήν παράρτημα, µετά των παρεπόµενων και διαπλαστικών δικαιωμάτων και εξασφαλίσεων αυτών (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά και απαιτήσεων κατά ασφαλιστικών εταιρειών από συνδεόµενες µε τα ανωτέρω δάνεια ασφαλιστικές συμβάσεις επί ενυποθήκων ή προσηµειωμένων ακινήτων).
Η ανωτέρω σύμβαση μεταβίβασης απαιτήσεων δημοσιεύθηκε νόµιµα σε περίληψη την 2-11-2018 µε αρ. πρωτ. ...-2018 στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τ. 9 µε αρ. 444). Η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού, δυνάμει της από ...-2018 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίστηκε σύμφωνα µε τα αρ. 10 παρ. 14 και 16 ν. 3156/2003, ανέθεσε στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, (αναιρεσίβλητη) όλες τις υπηρεσίες είσπραξης τιτλοποιηµένων απαιτήσεων από συμβάσεις επιχειρηματικών δανείων (συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά απαιτήσεων από μακροπρόθεσμα δάνεια, χρεολυτικά δάνεια τακτής λήξης, δάνεια συνδεδεμένα µε συμβάσεις ανοικτών αλληλόχρεων λογαριασμών και οµολογιακά δάνεια) και άλλες πιστώσεις, ενηµέρωση και εξυπηρέτηση πελατών, δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων κλπ.
Η ανωτέρω σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων δημοσιεύθηκε νόµιµα σε περίληψη την 2-11-2018, µε αρ. πρωτ. ...-2018 στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (τ. 9 µε αρ. 445). Μεταξύ των απαιτήσεων που µεταβιβάστηκαν από την Τράπεζα Πειραιώς στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία, των οποίων τη διαχείριση ανέλαβε η καθ’ ης - εφεσίβλητη, (ήδη αναιρεσίβλητη), περιλαμβάνονται και οι απορρέουσες από την υπ' αρ. ...-1994 σύμβαση πίστωσης απαιτήσεις, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αρ. .../2017 διαταγή πληρωμής.
Τούτο προκύπτει από το απόσπασμα του παραρτήματος της από ...-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, στο οποίο καταχωρήθηκαν οι τηρούμενοι για τη σύμβαση πίστωσης λογαριασμοί οριστικής καθυστέρησης, στους οποίους μεταφέρθηκαν τα κατάλοιπα των λογαριασμών που αναφέρονται στην ανωτέρω διαταγή πληρωμής, σύμφωνα µε το συμβατικό δικαίωμα της πιστώτριας τράπεζας (υπ' αρ. 7.01-7.05 όροι της σύμβασης πίστωσης), όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της μεταβίβασης στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού.
Ειδικότερα, στις σελίδες 761-768 του παραρτήματος καταχωρήθηκαν τα στοιχεία του µε αρ. ... λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού, που εξυπηρετούσε τη σύμβαση πίστωσης έως την καταγγελία αυτής. Οµοίως, στις σελίδες 769-776 του παραρτήματος καταχωρήθηκαν τα στοιχεία του µε αρ. ...
λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού, στις σελίδες 777-784 του παραρτήματος καταχωρήθηκαν τα στοιχεία του µε αρ. ... λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού, στις σελίδες 785-792 του παραρτήματος καταχωρήθηκαν τα στοιχεία του µε αρ. ...
λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού, στις σελίδες 793-800 του παραρτήματος καταχωρήθηκαν τα στοιχεία του µε αρ. ... λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού, στις σελίδες 801-808 του παραρτήματος καταχωρήθηκαν τα στοιχεία του µε αρ. ...
λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθ’ ης η ανακοπή - εφεσίβλητη εταιρεία (αναιρεσίβλητη), ενεργώντας ως µη δικαιούχος διάδικος και διαχειρίστρια των απαιτήσεων της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας (αρ. 2 παρ. 4 Ν. 4554/2015), επέδωσε στους ανακόπτοντες - εκκαλούντες (βλ.
υπ' αρ. 2332Δ, 2333 ...-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιµελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Γ. Κ.) επικυρωμένο αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της µε αρ. .../2017 διαταγής πληρωμής µε την από 24-1-2020 επιταγή προς πληρωμή, µε την οποία επέτασσε αυτούς να της καταβάλουν, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, το ποσό των 4.700.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, σύμφωνα µε τα οριζόμενα σ' αυτήν, συγκοινοποιώντας σ' αυτούς µε την ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή, α) ακριβές αντίγραφο της καταχώρισης στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών µε αρ.
πρωτ. ...-2018 (τ. 9, αρ. 444) της από ...-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." μεταβίβασε στην αλλοδαπή εταιρεία, "Αmoeba Issuer DAC" επιχειρηματικές απαιτήσεις, στο πλαίσιο Ν. 3156/2003, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις της από την υπ'αρ. ...-1994 σύμβαση πίστωσης, β) ακριβές αντίγραφο της καταχώρισης στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, µε αρ.
πρωτ. ...-2018 (τ. 9, αρ. 445) της από ...-2018 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού διόρισε ως διαχειρίστρια των εν λόγω απαιτήσεων την καθ’ ης η ανακοπή - εφεσίβλητη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, γ) ακριβή αντίγραφα των αποσπασμάτων του παραρτήματος της από ...-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, που έχει νόµιµα καταχωριστεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών µε αρ.
πρωτ. ...-2018 (τ. 9, αρ. 444), από τα οποία προκύπτει, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, ότι στις µεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις για τις οποίες επισπεύδεται η εκτέλεση, δ) ακριβές αντίγραφο του από ...-2018 υπ' αρ. ...-2018 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Θ., δυνάμει του οποίου δόθηκε στην καθ’ ης η ανακοπή - εφεσίβλητη εταιρεία η πληρεξουσιότητα να παρίσταται και να εκπροσωπεί την ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού ως µη δικαιούχος διάδικος ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, και ε) τη µε αρ.
πρωτ. ...-2020 ανακοίνωση καταχώρισης στο ΓΕΜΗ, σχετικά µε την τροποποίηση του καταστατικού της καθ’ ης η ανακοπή - εφεσίβλητης εταιρείας για την εναρμόνιση αυτού προς τους ορισμούς του Ν. 4548/2018. Μετά την παρέλευση της σχετικής προθεσµίας και της µη καταβολής του ως άνω ποσού, η καθ' ης κατάσχεσε τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, που περιήλθαν στην κυριότητα της πρώτης ανακόπτουσας - πρώτης εκκαλούσας, βεβαρημένες µε προσηµείωση, ποσού 700.000 ευρώ, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, για το ποσό των 300.000 ευρώ, που είναι µέρος της επιταχθείσας απαίτησης προς περιορισμό των εξόδων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, με επιφύλαξη της επισπεύδουσας για είσπραξη του συνόλου της απαίτησης µε αναγγελία σ’ αυτόν ή σε άλλον πλειστηριασμό, ορίσθηκε, δε, ο πλειστηριασµός αυτών µε ηλεκτρονικά µέσα για τις 16-9-2020, συνταχθείσης προς τούτο της με αριθµό ...-2020 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιµελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Γ.
Κ., που κοινοποιήθηκε στους ανακόπτοντες - εκκαλούντες (βλ. σχετ. από 3-2-2020 επισηµείωση του ανωτέρω δικαστικού επιµελητή, επί αντιγράφου της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης). Κατά της ανωτέρω κατασχετήριας έκθεσης και του υπ' αρ. ...-2020 αποσπάσματος κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιµελητή, καθώς και της από 24-1-2020 επιταγής προς πληρωμή, οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 11-3-2020 (µε αρ.
κατ. ...-2020) ανακοπή τους, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία απορρίφθηκε µε την µε αρ. 8887/2020 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ....... Στην προκείµενη περίπτωση, οι εκκαλούντες (αναιρεσείοντες) µε τον πρώτο λόγο της έφεσής τους παραπονούνται για την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής τους, σύμφωνα µε τον οποίο, όπως εκτιμάται από το Δικαστήριο, η πρώτη ανακόπτουσα, ως τρίτη κυρία των ακινήτων, στα οποία έχει εγγραφεί προσηµείωση υποθήκης για το ποσό των 700.000 ευρώ, υπόκειται στην εµπράγµατη αγωγή της επισπεύδουσας την εκτέλεση καθής έως του ανωτέρω ποσού (700.000 ευρώ) και όχι για το σύνολο της ασφαλιζόµενης απαίτησης της καθής (4.200.000 ευρώ), έως την αξία καθεµίας από τις έξι προσημειωθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες ........
Ο ανωτέρω πρώτος λόγος ανακοπής τυγχάνει νοµικά αβάσιµος, διότι, σύµφωνα µε όσα αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη, ο τρίτος κύριος που νέµεται µε νόµιµο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο έχει την υποχρέωση να ανεχθεί την σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση επί του συγκεκριµένου ακινήτου, επί του οποίου ενεγράφη η υποθήκη, η δε ευθύνη του εκτείνεται έως την αξία του ενυπόθηκου κτήματος (αρ. 1296 ΑΚ) και όχι µόνο έως το ορισμένο ποσό για το οποίο ενεγράφη η υποθήκη ή η προσηµείωση υποθήκης, διότι µε την υποθήκη / προσηµείωση υποθήκης ασφαλιζόµενη είναι ολόκληρη η απαίτηση του δανειστή, το δε ποσό για το οποίο ενεγράφη η υποθήκη / προσηµείωση αντιπροσωπεύει το ποσό, για το οποίο ο δανειστής έχει δικαίωµα προνοµιακής ικανοποίησης της απαίτησής του κατά το στάδιο της κατάταξης, για το υπόλοιπο δε ποσό της απαίτησής του κατατάσσεται ως εγχειρόγραφος δανειστής.
Επιπλέον, στην προκείµενη περίπτωση για την εξασφάλιση της απαίτησης της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας, την διαχείριση της οποίας ανέλαβε η καθ’ ης η ανακοπή - εφεσίβλητη, έχει εγγραφεί προσηµείωση υποθήκης, για το ποσό των 700.000 ευρώ, στις ανωτέρω έξι οριζόντιες ιδιοκτησίες της πρώτης ανακόπτουσας - πρώτης εκκαλούσας, συνεπώς, λόγω της αρχής του αδιαιρέτου της υποθηκικής ευθύνης και υπεγγυότητος, καθένα από τα βεβαρηµένα ακίνητα εξακολουθεί να είναι υπέγγυο για την ασφαλιζόµενη απαίτηση, µέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως αυτής.
Επομένως, τα ανωτέρω ακίνητα της πρώτης ανακόπτουσας, στα οποία έχει εγγραφεί προσηµείωση υποθήκης, ποσού 700.000 ευρώ, υπόκεινται στην εµπράγµατη αγωγή της δανείστριας εταιρείας, µέχρι την πλήρη εξόφληση της ασφαλιζόµενης απαίτησής της, και έως το σύνολο της αξίας του καθενός από αυτά. Έτσι, αφού έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο και απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής ως νοµικά αβάσιµο, έστω και µε ελλιπή αιτιολογία, όσον αφορά την ιδιότητα της πρώτης ανακόπτουσας ως τρίτης κυρίας των προσηµειωµένων ακινήτων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρµογή των ανωτέρω νομικών διατάξεων και γι' αυτό, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της µε τις ανωτέρω σκέψεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης. ........".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δηλαδή επί πολλαπλής προσημείωσης υποθήκης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος κύριος του προσημειωμένου ακινήτου ευθύνεται κατ' αποτέλεσμα, για το ποσό της προσημείωσης υποθήκης (ύψους 700.000 ευρώ), πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό των ακινήτων του, επί των οποίων έχει εγγραφεί ισόποση προσημείωση υποθήκης και ότι αυτός δεν απαλλάσσεται με την καταβολή άπαξ του συγκεκριμένου τμήματος της απαίτησης, το οποίο επεδίωκαν τα μέρη να εξασφαλίσουν με την πολλαπλή προσημείωση υποθήκης, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1281 και 1294 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, με βάση όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, η πρώτη αναιρεσείουσα, δυνάμει του με αριθμό ...-2013 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ν. Ν., που μεταγράφηκε νόµιµα, έχει καταστεί κυρία των πιο πάνω οριζοντίων ιδιοκτησιών, λόγω της πώλησής τους προς αυτή, από το δικαιοπάροχό της, δεύτερο αναιρεσείοντα - εγγυητή στην αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης, βεβαρηµένες καθεμία από αυτές, με προσηµείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού 700.000 ευρώ, δυνάμει της με αριθμό 1454/30-4-2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε µε συναίνεση του δεύτερου ανακόπτοντος - δεύτερου εκκαλούντος, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων.
Η εν λόγω μεταβίβαση προς την πρώτη αναιρεσείουσα έγινε από το δεύτερο αναιρεσείοντα, προηγούμενο κύριο των ιδιοκτησιών, παραχωρήσαντα τις προσημειώσεις και εγγυητή στη σύμβαση πίστωσης, για την οποία, μετά από καταγγελία της εκδόθηκε η .../2017 διαταγή πληρωμής, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, (με την οποία υποχρεώθηκαν η πρωτοφειλέτρια στην αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης και οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων, ο δεύτερος αναιρεσείων, να καταβάλουν στην δανείστρια, το ποσό των 4.700.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων), χωρίς η ίδια να είναι συγχρόνως και προσωπική οφειλέτης της εκπροσωπούμενης από την αναιρεσίβλητη εταιρίας, και ως εκ τούτου αυτή (πρώτη αναιρεσείουσα) είναι τρίτη, κατά την έννοια του άρθρου 1294 ΑΚ.
Επομένως, η τελευταία που απέκτησε τα άνω ακίνητα βεβαρημένα με προσημείωση υποθήκης, ευθύνεται, μέχρι του ποσού της προσημείωσης, αφού η παραχώρηση των βεβαρημένων ακινήτων, δεν την καθιστά, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα και υποκείμενο της ενοχικής σχέσης, ήτοι ευθυνόμενη και προσωπικά, για την καταβολή του, με την προσημείωση του εξασφαλισθέντος χρέους του ενεχόμενου οφειλέτη, δεύτερου αναιρεσείοντος.
Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση, της πολλαπλής προσημείωσης υποθήκης, ναι μεν καθεμιά από τις περισσότερες προσημειώσεις είναι, καταρχήν, ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες, πλην, όμως, όλες τις συνδέει το γεγονός ότι ασφαλίζουν την ίδια απαίτηση, μέχρι του ποσού για το οποίο έγινε η εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, ποσό το οποίο, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, διακρίνεται σαφώς από το ποσό της ασφαλιζόμενης απαίτησης, που αποτελεί αυτοτελές στοιχείο, ανεξάρτητο από το ποσό της εγγραφής της προσημείωσης.
Ενόψει αυτών, η πρώτη αναιρεσείουσα, τρίτη κυρία των βεβαρημένων με προσημείωση υποθήκης ακινήτων, ευθύνεται μέχρι του ποσού των 700.000 ευρώ, έστω και αν αυτό είναι μικρότερο από την ασφαλιζόμενη απαίτηση, η οποία έτσι δεν εξοφλείται ολοσχερώς, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται, χωρίς όμως, να μπορεί να προβληθεί κατά της τρίτης κυρίας (ΑΠ 783/1994).
Επομένως, οι άνω από τον αριθμό 1 δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων, 1281 και 1294 ΑΚ, , είναι βάσιμοι. Ακολούθως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά τον άνω τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: .... "Οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες (αναιρεσείοντες) µε τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, παραπονούνται για την απόρριψη του τέταρτου λόγου της ανακοπής, µε τον οποίο ισχυρίζονταν ότι η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή είναι άκυρη ως επιταγή του άρθρου 925 ΚΠολΔ, διότι τα συγκοινοποιούµενα µε αυτήν έγγραφα δεν είναι αυτά, τα οποία απαιτούνται για τη νομιμοποίηση της επισπεύδουσας την εκτέλεση επί ειδικής διαδοχής, δηλαδή ολόκληρη η σύμβαση μεταβίβασης, από δε τα κοινοποιηθέντα έγγραφα (α) ακριβές αντίγραφο καταχώρισης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από ...-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων από την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.
στην ΑΜΟΕΒΑ ΙSSUER DAC, β) ακριβές αντίγραφο της καταχώρισης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών της από ...-2018 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, µε την οποία η ΑΜΟΕΒΑ ΙSSUER DAC διόρισε διαχειριστή των απαιτήσεών της την καθ’ ης, γ) ακριβή αντίγραφα των καταχωρισθέντων αποσπασμάτων του παραρτήματος της από 31-1-2018 σύμβασης, που έχει καταχωριστεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, από τα οποία, κατά τα αναφερόμενα στην επιταγή, προκύπτει ότι οι απαιτήσεις, για τις οποίες επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση εκ της µε αρ. .../1994 σύμβασης πίστωσης µε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, για τις οποίες έχει εκδοθεί η ανωτέρω διαταγή πληρωμής, περιλαμβάνονται στις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, δ) ακριβές αντίγραφο του υπ' αρ. ...-2018 ειδικού πληρεξουσίου της συµβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Θ. και ε) ανακοίνωση καταχώρισης της καθ' ης στο ΓΕΜΗ), δεν προκύπτει η ειδική διαδοχή της καθ’ ης ως προς τις συγκεκριμένες απαιτήσεις, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αρ. .../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη στις 27-1-2020, ως διαχειρίστρια της εν λόγω µεταβιβασθείσας απαίτησης, επέδωσε στους ανακόπτοντες - εκκαλούντες αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ως άνω .../2017 Διαταγής Πληρωμής µετά της από 24-1-2020 επιταγής, κατ' άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, µε την οποία επιτάχθηκαν οι ανακόπτοντες - εκκαλούντες να της καταβάλουν, υπό την άνω ιδιότητά της, το ποσό των 4.700.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και συνολικά 4.797.907,96 ευρώ, νοµιµοτόκως κατά τα ειδικότερα σ’ αυτήν αναφερόμενα.
Μαζί µε τη νέα αυτή επιταγή συγκοινοποίησε στους εκκαλούντες - ανακόπτοντες: α) Ακριβές αντίγραφο της καταχώρισης στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών της από ...-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, β) ακριβές αντίγραφο της καταχώρισης στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών µε αρ. πρωτ. ...-2018 (τ. 9, αρ. 445) της από ...-2018 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, γ) ακριβή αντίγραφα των αποσπασμάτων του παραρτήματος της από ...-2018 σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων, δ) ακριβές αντίγραφο του από ...-2018 υπ' αρ. ...-2018 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Θ., και ε) τη µε αρ. πρωτ. ...-2020 ανακοίνωση καταχώρισης στο ΓΕΜΗ, σχετικά µε την τροποποίηση του καταστατικού της καθ’ ης η ανακοπή - εφεσίβλητης εταιρείας. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι στους ανακόπτοντες - εκκαλούντες συγκοινοποιήθηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα, κατ' άρθρο 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα και µε όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, που αποδεικνύουν την ιδιότητα της εφεσίβλητης- καθ' ης η ανακοπή ως εκπροσώπου της ειδικής διαδόχου της αρχικής δικαιούχου και νομιμοποιούµενης να επισπεύσει την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση και ότι αυτή νόµιµα ενήργησε, απορριπτοµένου του περί ακυρότητας τέταρτου λόγου της ανακοπής.
Για τη νομιμότητα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης από την εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή δεν απαιτούνταν να συγκοινοποιηθεί ολόκληρο το κείµενο της από ...-2018 σύμβασης μεταβίβασης τιτλοποιούµενων απαιτήσεων µαζί µε το παράρτηµα δηλ. πλέον των 7.000 σελίδων, όπως ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες µε τον τέταρτο λόγο ανακοπής τους, καθώς µία τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση δεν συμπορεύεται µε το πνεύμα της ρύθμισης του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αναλύθηκε στην προηγηθείσα µείζονα σκέψη.
Ας σημειωθεί, δε, ότι η Τράπεζα Πειραιώς προέβη στην καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης, την 17-1-2017 και έκλεισε οριστικά τους τηρούµενους για την εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμούς (υπ' αρ. ..., ..., ..., ..., ..., ...), µεταφέροντας τα οριστικά υπόλοιπα αυτών, συνολικού ποσού 8.317.838,24 ευρώ, σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, γεγονός που σημειώνεται στην υπ' αρ. .../2017 διαταγή πληρωμής.Συνεπώς, κατά το χρόνο μεταβίβασης των απαιτήσεων στην ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού καταχωρίστηκαν στο παράρτηµα της σύμβασης μεταβίβασης οι τηρούμενοι λογαριασμοί οριστικής καθυστέρησης, µε αριθμούς:
α) ..., στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού, β) ... λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού, γ) ... λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού, δ) ... λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ...
λογαριασμού, ε) ... λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού, στ) ... λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης, στον οποίο μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του µε αρ. ... λογαριασμού. Επομένως, για την ταυτοποίηση της µεταβιβαζόμενης απαίτησης, δεν είναι απαραίτητο οι καταχωρισθέντες στο παράρτημα της σύμβασης μεταβίβασης απαιτήσεων λογαριασμοί και τα υπόλοιπα αυτών να ταυτίζονται µε αυτούς που αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής, καθώς, όπως εκτίθεται και στην εν λόγω διαταγή πληρωμής, τα υπόλοιπα των τηρούµενων για την εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμών μεταφέρθηκαν σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης, σύμφωνα µε το συμβατικό δικαίωμα της πιστώτριας τράπεζας, οι οποίοι έφεραν άλλους αριθμούς προς εξυπηρέτηση της λογιστικής τάξης αυτής, τα δε υπόλοιπα αυτών είναι διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στη διαταγή πληρωμής, διότι χρεώθηκαν µε επιπλέον τόκους.
Επομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο µε την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, δεν έσφαλε στην εκτίµηση των αποδείξεων και γι' αυτό, αφού συμπληρωθούν οι σχετικές αιτιολογίες µε τις παραπάνω σκέψεις, πρέπει ο τρίτος λόγος έφεσης, µε τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιµος....".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει άκυρη την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των αναιρεσειόντων, εγγυητή στη σύμβαση πίστωσης, σε βάρος του οποίου είχε εκδοθεί η διαταγή πληρωμής και τρίτης διακατόχου των επίδικων και βαρυνόμενων με προσημείωση υποθήκης, προς εξασφάλιση της επίδικης απαίτησης, ακινήτων, καθόσον τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην απόφαση ως κοινοποιηθέντα, για την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, έγγραφα εκ μέρους της επισπεύδουσας αναιρεσίβλητης, εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία είχε νομίμως ανατεθεί από την αναφερόμενη εταιρία ειδικού σκοπού, η είσπραξη και διαχείριση της ένδικης απαίτησης, ήταν αρκετά για να αποδείξουν, κατά τα άρθρα 919 και 925 ΚΠολΔ, αφενός ότι η άνω εταιρία ειδικού σκοπού κατέστη ειδικός διάδοχος της ασφαλισμένης με προσημείωση υποθήκης, στα κατασχεθέντα ακίνητα, απαίτησης του αρχικής δικαιούχου Τράπεζας Πειραιώς, αφού η τελευταία είχε μεταβιβάσει, κατά το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, την ένδικη απαίτησή της και η μεταβίβαση αυτή είχε καταχωρηθεί νόμιμα κατά τα αναγκαία και ουσιώδη στοιχεία της σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000, με την καταχώρηση δε αυτή, που επέχει θέση αναγγελίας της μεταβίβασης (εκχώρησης), μεταβιβάστηκε και το παρεπόμενο δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης στα ακίνητο της πρώτης αναιρεσείουσας, αφετέρου δε ότι η αναιρεσίβλητη ήταν νομίμως αδειοδοτηθείσα κατά τον ν. 4354/2015 εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην οποία η εκδοχέας της απαίτησης, είχε αναθέσει, με σύμβαση που επίσης καταχωρήθηκε στο ανωτέρω βιβλίο, την είσπραξη και διαχείριση της απαίτησης, με συνέπεια να νομιμοποιείται αυτή (αναιρεσίβλητη) να αρχίσει την ένδικη αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, να κοινοποιήσει και το συνολικό κείμενο της σύμβασης μεταβίβασης, ούτε και επιπλέον στοιχεία για την ταυτότητα της μεταβιβαζόμενης απαίτησης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας και, ως εκ τούτου, ο άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει κατά παραδοχή των άνω πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κρίθηκαν βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, δεχόμενο ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, ως τρίτη κυρία των αναφερόμενων ακινήτων, που βαρύνονται με προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 700.000 ευρώ, επί των οποίων έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση για την ικανοποίηση απαίτησης της εκπροσωπούμενης από την αναιρεσίβλητη, αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού, ευθύνεται έως την αξία όλων των προσημειωμένων ακινήτων και όχι έως το ορισμένο ποσό για το οποίο έχει εγγραφεί η προσηµείωση υποθήκης επί των ακινήτων αυτών, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του μοναδικού πρόσθετου λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των άνω λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι.
Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αποτελούμενο, όμως, από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει, την από, 22-11-2022 αίτηση και τον από, 20-12-2023 πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της με αριθμό 1652/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Αναιρεί την άνω απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.Παραπέμπει την υπόθεση κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου.Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2025.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ........... Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης