Legislator Case Law & Legislation
2087/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on proportionality grounds, upholding lower court's damages award for moral harm.

Case Number 2087/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a final judgment awarding 12,000 euros in damages for moral harm to multiple plaintiffs. The appellants argued this amount violated the principle of proportionality and exceeded the limits of judicial discretion. The court rejected this claim, ruling that the award was reasonable given the nature of the tort, the parties' circumstances, and the plaintiffs' mental distress, noting it did not surpass common practice for similar cases.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a civil court's award of damages for moral harm does not violate the principle of proportionality or exceed the limits of judicial discretion if the amount is reasonable considering the nature of the tort, the degree of fault, and the specific circumstances of the parties.

Keywords

AI generated
principle of proportionality judicial discretion limits moral harm damages appeal admissibility civil liability reasonable compensation tort law

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2087 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2087/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Έ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σοφό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζύγου Μ. Σ., κατοίκου ..., 2) Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., …71) Α. Α. του Ι., κατοίκων ....

Οι υπό στοιχεία 1, 4, 5, 6, 7, 9, 11, 14, 17, 19, 22, 25, 27, 29, 30, 32, 33, 35, 36, 38, 39, 41, 42, 43, 45, 46, 49, 51, 53, 54, 56, 59, 60, 67, 69 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Γκούσκο και κατέθεσαν προτάσεις.

Οι υπό στοιχεία 2, 3, 8, 10, 12, 13, 15, 16, 18, 20, 21, 23, 24, 26, 28, 31, 34, 37, 40, 44, 47, 48, 50, 52, 55, 57, 58, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 68, 70, 71 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:

Ο υπό στοιχείο 23 αναιρεσίβλητος Ε. Κ. του Ι., απεβίωσε στις 13/4/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού α) Π. χήρα Ε. Κ., το γένος Π. Λ., β) Α. Κ. του Ε., γ) Ά. Μ. Κ. του Ε., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 26 αναιρεσίβλητος Η. Π. του Α. απεβίωσε στις 31/10/2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Νάουσας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Μ. χήρα Η. Π., το γένος Δ. Σ., β) Α. Π. του Η., γ) Κ. Π. του Η., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 28 αναιρεσίβλητος Χ. Ν. του Γ. απεβίωσε στις 15/6/2013 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Νάουσας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Ε. Ν. του Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Ο υπό στοιχείο 34 αναιρεσίβλητος Ε. Κ. του Δ. απεβίωσε στις 19/7/2011 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Χ. Κ. του Ε., β) Α. Κ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2/9/2004 και 15/12/2004 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6833/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1313/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/7/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι την νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας, λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Στην περίπτωση αυτή, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, να απευθύνεται, σε κάθε περίπτωση, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, ότι ο αναιρεσείων πριν την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση, επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009, 1404/2021, ΑΠ 598/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 310/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της από 7-7-2017 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 7-7-2017, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων, Αναστάσιος Γκούσκος, δήλωσε στο ακροατήριο (και με τις προτάσεις), ότι αποβίωσαν (πριν, αλλά και μετά την άσκηση της αναίρεσης), εκ των αναιρεσιβλήτων, οι: 1) Ε.

Κ. του Ι. (23ος αναιρεσίβλητος), ο οποίος αποβίωσε στις 13-4-2012 (πριν την άσκηση της αναίρεσης), σύμφωνα με την προσκομισθείσα με αριθμό, ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης και κληρονομήθηκε εκ διαθήκης, από τις: α) Π. χήρα Ε. Κ., το γένος Π. Λ., β) Α. Κ. του Ε. και γ) Ά. - Μ. Κ., οι οποίες παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη, εκπροσωπούμενες από τον ίδιο (πληρεξούσιο δικηγόρο), 2) Η.

Π. του Α. (26ος αναιρεσίβλητος), ο οποίος αποβίωσε στις 31-10-2019, (μετά την άσκηση της αναίρεσης), σύμφωνα με την προσκομισθείσα με αριθμό, ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Νάουσας και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τους, α) Μ. χήρα Η. Π., το γένος Δ. Σ., β) Α. Π. του Η. και γ) Κ. Π. του Η., οι οποίοι παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο, 3) Χ.

Ν. (28ος αναιρεσίβλητος), ο οποίος αποβίωσε στις 15-6-2013, (πριν την άσκηση της αναίρεσης), σύμφωνα με την προσκομισθείσα με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Νάουσας και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από την Ε. Ν. του Η., η οποία παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη, εκπροσωπούμενη από τον ίδιο και 4) Ε.

Κ. του Δ. (34ος αναιρεσίβλητος), ο οποίος αποβίωσε στις 19-7-2011, (πριν την άσκηση της αναίρεσης) σύμφωνα με την προσκομισθείσα με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τις: α) Χ. Κ. του Ε. και β) Α. Κ. του Ε., οι οποίες παρίστανται, εκπροσωπούμενες από τον ίδιο και συνεχίζουν τη δίκη.

Ο θάνατος των προαναφερθέντων αναιρεσίβλητων και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα (ληξιαρχικές πράξεις θανάτων, πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης και πιστοποιητικά περί δημοσίευσης ή μη διαθήκης), χωρίς να αμφισβητούνται από τους αναιρεσείοντες.

Επομένως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός περί γνωστοποίησης στους αναιρεσείοντες, πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, των θανάτων των πιο πάνω αναιρεσίβλητων, ούτε αμφισβήτηση της ιδιότητας των πιο πάνω παριστάμενων κληρονόμων τους, οι οποίοι προσήλθαν αυτοβούλως, η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και ισχυρή και κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των ως άνω θανόντων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής, με τους εμφανισθέντες κληρονόμους τους, που παρίστανται και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς, σύμφωνα και με όσαν εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που αφορούν την διαδικασία προσδιορισμού δικασίμου για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αυτής διάδικο, προκύπτει ότι, στην περίπτωση που κάποιος εκ των διαδίκων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, αν από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ποιος εκ των διαδίκων επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, τότε ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 82/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 177/2018).

Τις κλητεύσεις, δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 177/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, ''Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του''.

Εξάλλου, με την παρ. 2 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α 48/31-03-2021) με τίτλο, ''Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα'' ορίζεται ότι, ''Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα''.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά, Α. Σ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι με επιμέλεια αυτών, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, Αναστάσιο Γκούσκο, ως αντίκλητο αυτών (αρθρ. 143 παρ. 1 ΚΠολΔ), ο οποίος παραστάθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εκπροσωπώντας όλους τους αναιρεσίβλητους, τότε εφεσίβλητους, μεταξύ των οποίων οι, δεύτερος, τρίτη, όγδοος, δέκατος, δωδέκατος, δέκατος τρίτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος όγδοος, εικοστός, εικοστή πρώτη, εικοστός τέταρτος, τριακοστός πρώτος, τριακοστός έβδομος, τεσσαρακοστή, τεσσαρακοστός τέταρτος, τεσσαρακοστή έβδομη, τεσσαρακοστή όγδοη, πεντηκοστός, πεντηκοστή δεύτερη, πεντηκοστός πέμπτος, πεντηκοστός έβδομος, πεντηκοστή όγδοη, εξηκοστός πρώτος, εξηκοστή δεύτερη, εξηκοστή τρίτη, εξηκοστός τέταρτος, εξηκοστός πέμπτος, εξηκοστή έκτη, εξηκοστός όγδοος, εβδομηκοστή και εβδομηκοστός πρώτος των αναιρεσίβλητων, α) ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και αρχικό ορισμό δικασίμου, για τις 17-2-2020 και β) η από 27-1-2021 βεβαίωση του γραμματέα του Αρείου Πάγου, για την αναβολή της συζήτησης για τη δικάσιμο της 5-4-2021, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την τελευταία δικάσιμο.

Κατά τη δικάσιμο, όμως, αυτή, η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας COVID-19, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ.17698/20-3-2021 (ΦΕΚ 1076/Β/20-3-2021), επανα-προσδιορίστηκε, δε, αυτή αυτεπαγγέλτως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-2-2022), με την από 28-4-2021 πράξη της Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ, παράλληλα, με πρωτοβουλία του γραμματέα, η υπόθεση γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό 38, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στο site του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, portal.olomeleia.gr.

Ωστόσο, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο, οι αμέσως πιο πάνω αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση περί μη παράστασής τους, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επομένως, ενόψει του ότι η δυνάμει του ως άνω αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της συζήτησης, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως από τους επισπεύοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, για τη δικάσιμο της 5-4-2021, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη, από 7-7-2017 (αριθμ. καταθ. 450/7-7-2017) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1313/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μετά από συνεκδίκαση εφέσεων των εναγομένων, μεταξύ των οποίων, η από 7-10-2010 (αριθμ. καταθ. 8513/2010) έφεση, με εκκαλούντες μεταξύ άλλων, τους αναιρεσείοντες (δεύτερο και 23η των εναγομένων), κατά της με αριθμό 6833/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει τις από 2-9-2004 και 15-12-2004 αγωγές των αναιρεσίβλητων και κατά το μέρος που απευθύνονταν κατά των εδώ αναιρεσειόντων, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των τελευταίων, να καταβάλουν σε κάθε αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, σε ολόκληρο με άλλους εναγόμενους, τα αναφερόμενα ποσά, για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, απέρριψε την εν λόγω έφεση, ως προς όλους τους λόγους της, πλην του λόγου που αφορούσε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης και ακολούθως, κατά παραδοχή του τελευταίου αυτού λόγου, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορούσε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν σε ολόκληρον καθένας, σε καθένα από τους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το μικρότερο ποσό των 12.000 ευρώ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β , 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1333/2019, ΑΠ 1177/2018).

Αν για την επέλευση της ζημίας συνέβαλε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περισσοτέρων προσώπων, αδιαφόρως του αν ήταν συμμέτοχοι στην ίδια αδικοπραξία ή έδρασαν χωρίς κοινή υπαιτιότητα (με μορφή παραυτουργίας) ευθύνονται εις ολόκληρον, ανεξάρτητα από το βαθμό της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από αυτούς, που ενδιαφέρει μόνον την, κατά το άρθρο 927 ΑΚ, άσκηση του δικαιώματος αναγωγής μεταξύ των περισσοτέρων εις ολόκληρον συνοφειλετών (ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 1327/2008).

Αδικοπραξία, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση κινητού ξένου πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 του ΠΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται, το ξένο κινητό πράγμα να περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιείται αυτό παράνομα κατά το χρόνο που βρίσκεται στην κατοχή του και να έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 916/2011).

Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητος πράξη (ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 1333/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 71 AK: ''Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.

Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον''. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων, 65 παρ. 1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, ''το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα'' και ''όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα....'', συνάγονται τα ακόλουθα:

α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικά των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούλησή τους (ΑΠ 641/2011). β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013).

γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος. Και, δ) Το μέλος της διοίκησης δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση, (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει), ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για την διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 627/2009).

Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση, σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια.

Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρία, το όργανο εκπροσώπησης και διοίκησης αυτής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 22 παρ-1 εδ. α του Κώδικα νόμων 2190/1920 ''περί ανωνύμων εταιρειών'', είναι το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.

Η διάκριση των μελών του διοικητικού συμβουλίου σε εκτελεστικά ή μη εκτελεστικά, η οποία εισήχθη με το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. 1 και 2 του ν. 3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση, δεν αλλάζει τα ανωτέρω, ειδικά ως προς την ευθύνη των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού της συμβουλίου, έναντι τρίτων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα προς την προαναφερθείσα διάταξη, ''το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από εκτελεστικά και με εκτελεστικά μέλη.

Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρίας, ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων''. Η ανωτέρω διάταξη ρυθμίζει προεχόντως την εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρίας έναντι αυτής και των μετόχων και όχι την εξωτερική τους ευθύνη έναντι των τρίτων που ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου (ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 853/2019, ΑΠ 472/2018, ΑΠ 370/2018).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος - υποχρέωσης).

Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017), σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 18/2018). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559, αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).

Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης χωρίς, (κατ' αρχήν), να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης, κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (νομιμοποίησης) πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 628/2010).

Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1157/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των ένδικων από, 2-9-2004 (αρ. εκθ. καταθ. 7914/2004) και 15-12-2004 (αρ. εκθ. καταθ. 1012/4-2-2005) αγωγών, οι οποίες είναι ταυτόσημες, ως προς τη νομική και ιστορική αιτία και στρέφονται κατά των ίδιων εναγομένων, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν με αυτές, (από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν, ως προς την 13η και τον 14ο των εναγομένων), μεταξύ άλλων, τα εξής:

Η εικοστή τέταρτη των εναγοµένων, ανώνυμη εταιρεία µε την επωνυμία, "...") και το διακριτικό τίτλο "...", (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), ιδρύθηκε το Σεπτέμβριο του έτους 1998, με έδρα την Αθήνα και σκοπό την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με αντάλλαγμα και ειδικότερα, τη λήψη και διαβίβαση εντολών για κατάρτιση ή και εκτέλεση, µέσω Ανώνυμων Χρηματιστηριακών Εταιριών για λογαριασμό επενδυτών συναλλαγών, επί ενός ή περισσότερων από τα αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα και τη διαχείριση των επενδυτικών χαρτοφυλακίων των πελατών της, χωρίς η ίδια να είναι µέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.

Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, από τις 7-8-2000, οπότε παραιτήθηκε από τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, η Κ. Σ., μέχρι τις 3-12-2001, ήταν, ο πρώτος των εναγοµένων, Α. Β., Πρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ο δεύτερος των εναγοµένων, Χ. Έ., Αντιπρόεδρος του ΔΣ, με δικαίωμα εκπροσώπησης αυτής, σε περίπτωση απουσίας του Προέδρου (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), ο τρίτος των εναγοµένων, Φ.

Λ., ο τέταρτος των εναγοµένων, Ν. Ν., ο πέμπτος των εναγοµένων, Ι. Π., ο έκτος των εναγοµένων, Δ. Ι., ο έβδομος των εναγοµένων, Σ. Μ., ο όγδοος των εναγοµένων, Μ. Π. και ο ένατος εναγόμενος, Ι. Μ.. Μέτοχος της άνω ανώνυμης εταιρίας, ..., με ποσοστό 39%, από τον Ιούνιο του έτους 2000, ήταν η εικοστή τρίτη των εναγομένων εταιρία, με την επωνυμία, "...", (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), που δραστηριοποιείται στο χρηματιστηριακό χώρο της Κύπρου και είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, η οποία ως μεγαλομέτοχος αξίωσε και πέτυχε το διορισμό από την ίδια τουλάχιστον τριών μελών, από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρίας.

Μεγαλομέτοχος της εταιρίας, "..." και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ήταν ο Χ. Έ. (δεύτερος αναιρεσείων), ο οποίος, μετά την άνω εξαγορά συμμετείχε και στο ΔΣ της ..., ως Αντιπρόεδρος, επιπλέον δε στη διοίκηση της τελευταίας συμμετείχαν και οι Φ. Λ., Ν. Ν. και Ι. Π., μέλη και αυτοί του Διοικητικού Συμβουλίου της "..." (πρώτης αναιρεσείουσας).

Οι ίδιοι (ενάγοντες), κατάρτισαν με την εταιρία ..., συμβάσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίου, με το αναφερόμενο στην αγωγή περιεχόμενο, στα πλαίσια των οποίων κατέβαλαν ο καθένας στην εταιρία αυτή, τα αναφερόμενα ποσά, αφού πείστηκαν στις ψευδείς διαβεβαιώσεις των εναγομένων και κυρίως της Κ. Σ., ότι τα προς επένδυση κεφάλαιά τους, θα είχαν εγγυημένες υψηλές αποδόσεις.

Η τελευταία ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ..., τους διαβεβαίωνε ότι είχε τον πλήρη έλεγχο και ευθύνη όλων των διαχειριστικών ενεργειών της τελευταίας και ότι θα τους επέστρεφε τα χρήματά τους, ακόμη και μετά τον έλεγχο της εταιρίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, πού άρχισε από το μήνα Οκτώβριο 2001, κατά τη διενέργεια του οποίου διαπιστώθηκε η τέλεση των αναφερόμενων στην αγωγή παράνομων και αξιόποινων πράξεων και παραβάσεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, κατόπιν του οποίου, στις 27-12-2001, η εν λόγω Επιτροπή αποφάσισε την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της.

Οι εκ των εναγομένων, Κ. Σ., Α. Β., Δ. Ι., Σ. Μ., Σ. Σ., Κ. Σ. και Ν. Ι., με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, ενεργώντας από πρόθεση, υπεξαίρεσαν µεγάλο µέρος από τα κατατεθέντα στην εταιρία "..." προς διαχείριση χρήματα των επενδυτών, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες. Στην ανωτέρω πράξη της υπεξαίρεσης συμμετείχαν κατά τα αναλυτικά στις ως άνω αγωγές εκτιθέμενα και οι εναγόμενες εταιρίες, οι οποίες διευκόλυναν τη μεταφορά κεφαλαίων από αυτή ή παρείχαν τα μέσα για την υπεξαίρεση, καθώς και οι λοιποί εναγόμενοι φυσικά πρόσωπα, μέλη του ΔΣ της ...

και ..., οι οποίοι με τη συμμετοχή τους στα ΔΣ αμφοτέρων των εταιριών, συμμετείχαν και στη λήψη των αποφάσεων της ... για υπεξαίρεση των χρημάτων των εναγόντων. Επιπλέον, ο Χ. Έ. (2ος αναιρεσείων), ο οποίος, ως Αντιπρόεδρος του ΔΣ της εναγομένης, ... και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, "..." (1ης αναιρεσείουσας), είχε εσωτερική πληροφόρηση του ελέγχου και των έκνομων πράξεων διαχείρισης της ..., στις 28-11-2001, κατά τη διάρκεια του ελέγχου στην τελευταία από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, απέσυρε από την εταιρία αυτή, ποσό 1.090.000.000 δραχμών, ενώ ο ίδιος με τις άνω ιδιότητές του, παρέλαβε επιταγή της ..., ποσού 400.000.000 δραχμών, για την ίδρυση και λειτουργία ανώνυμης εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων στην Ελλάδα, με την επωνυμία ...

ΑΕΔΑΚ, στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ των εταιρίας, "..." και της εταιρίας, "...", ποσό το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε για τον άνω σκοπό, ούτε αποδόθηκε στην .... Τα παραπάνω ποσά ο τελευταίος ανέλαβε με τις άνω ιδιότητές του, από λογαριασμό που τηρούσε η ... για χρήματα των επενδυτών της, μεταξύ των οποίων και οι άνω ενάγοντες, γνωρίζοντας ότι τα χρήματα αυτά δεν ανήκαν στην εταιρία, αλλά στους επενδυτές της.

Οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων, ο δεύτερος των εναγοµένων, Χ. Έ., ο τρίτος των εναγοµένων, Φ. Λ., ο τέταρτος των εναγοµένων, Ν. Ν., ο πέμπτος των εναγοµένων Ι. Π., η ένατη των εναγοµένων, Κ. Σ., ως µέλη του Δ.Σ της "..." και από τους ανωτέρω, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος των εναγοµένων, ως µέλη και του Δ.Σ της κυπριακής εταιρείας, "...", με τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή παράνομες πράξεις και παραλείψεις, προκάλεσαν ζημία σ' αυτούς (ενάγοντες), λόγω της υπεξαίρεσης των χρημάτων τους, ισούμενη με τα αναφερόμενα αναλυτικά για τον καθένα ποσά, την οποία υποχρεούνται να αποκαταστήσουν σε ολόκληρον, µε τα νοµικά πρόσωπα τα οποία, σύμφωνα µε τα ιστορούμενα στις αγωγές εκπροσωπούν, κατ' άρθρο 71 ΑΚ.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι συρροή δικαιοπρακτικής και αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων και ισχυριζόμενοι ότι όλοι οι εναγόμενοι τους ζημίωσαν παράνομα και υπαίτια, ζήτησαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόµενοι υποχρεούνται να τους καταβάλουν σε ολόκληρον καθένας, για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας τους, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, που οι ίδιοι κατέβαλαν στην εταιρία ..., αφαιρουµένου του ποσού που εισέπραξαν κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης, με το νόμιμο τόκο και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόµενοι οφείλουν να καταβάλουν καθένας σε ολόκληρο, το ποσό των 29.900 ευρώ σε καθένα των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν με το νόμιμο τόκο.

Οι αγωγές υπό το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, κατά το μέρος που απευθύνονται κατά των αναιρεσειόντων, (δεύτερου και εικοστής τρίτης των εναγομένων, Χ. Έ. και ..., αντίστοιχα) ως προς τη βάση τους από αδικοπραξία, είναι επαρκώς ορισμένες, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια σ' αυτές, τα στοιχεία που θεμελιώνουν την παθητική νομιμοποίηση των τελευταίων, καθώς και όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή τους, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, κατά την έννοια του άρθρου 216 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες, αναφέρεται στις αγωγές ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας (υπεξαίρεσης), ο δεύτερος, ήταν Αντιπρόεδρος του ΔΣ της εταιρίας ..., με δικαίωμα εκπροσώπησής της, σε περίπτωση απουσίας του Προέδρου και Πρόεδρος της εταιρίας, "...", η οποία ήταν μέτοχος της εταιρίας ..., με ποσοστό 39% του μετοχικού κεφαλαίου της και συμμετείχε στο ΔΣ της ..., με τέσσερα μέλη, συμπερι-λαμβανομένου του δεύτερου αναιρεσείοντος, ότι ο τελευταίος γνώριζε και συμμετείχε στη λήψη των αποφάσεων της ..., για την παρακράτηση και ιδιοποίηση (υπεξαίρεση) των καταβληθέντων σ' αυτή για επένδυση χρημάτων των εναγόντων και ότι αυτός, με τις άνω ιδιότητές του, ανέλαβε από λογαριασμό που τηρούσε η ...

για χρήματα των επενδυτών της, μεταξύ των οποίων και οι άνω ενάγοντες, τα ποσά των 1.090.000.000 δραχμών και 400.000.000 δραχμών, για λογαριασμό μεταξύ άλλων και της εταιρίας, "...", γνωρίζοντας ότι τα χρήματα αυτά δεν ανήκαν στην εταιρία, αλλά στους επενδυτές της. Επιπρόσθετα, αφού γίνεται επίκληση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, τόσο του νομικού προσώπου της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, ..., όσο και του νομικού προσώπου της "..." και αποδίδεται υπαιτιότητα για τις πράξεις και παραλείψεις των καταστατικών οργάνων τους (φυσικών προσώπων), δια μέσου των οποίων ενσαρκώνεται η βούλησή τους, δεν απαιτείται για την πληρότητα του δικογράφου των ένδικων αγωγών, η εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης καθενός από τα εναγόμενα μέλη της διοίκησης για την κατ' αρχή θεμελίωση της δικής του, πέραν αυτής του νομικού προσώπου, υποχρέωσης για αποζημίωση των εναγόντων από αδικοπραξία, εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια των συγκεκριμένων εναγομένων να προτάξουν με σχετική ένστασή τους, αμυνόμενοι, κατά των αγωγών, ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιος καθένας από αυτούς για τη διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία των εναγόντων.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν απέρριψε τις κρινόμενες αγωγές ως μη νόμιμες ή απαράδεκτες, λόγω αοριστίας, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος των εναγόντων, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση , η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, AΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

H αντίφαση, όμως, μεταξύ κύριας και επικουρικής αιτιολογίας, δεν ιδρύει το λόγο αυτό (ΑΠ 474/2020, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 1556/2018). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 30/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 253/2013).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 78/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Το Μάρτιο του έτους 1998, η Κ. Σ. ίδρυσε την εταιρεία µε την επωνυμία, "...) και το διακριτικό τίτλο "... ", η οποία έκτοτε λειτουργούσε ως εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Οι παρεχόµενες, επενδυτικές υπηρεσίες διακρίνονται σε κύριες και παρεπόµενες, έτσι, όπως αυτές οριοθετούνται από το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 ν. 2396/1906. Κυρίως, όμως, συνίσταντο στη λήψη και διαβίβαση εντολών των πελατών της προς Χρηματιστηριακές εταιρείες, µέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό των πελατών της, καθόσον η "..." δεν ήταν µέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α), ήτοι δικαιοπραξιών που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείµενα χρηµατιστηριακά πράγματα και ειδικότερα χρεόγραφα, μετοχές, ομολογίες κ.λ.π. (?ρθρα 15 παρ. 1, 16, 17 παρ.

ν. 3632/1925, ως και το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 ν. 1806/1988). Για την εκτέλεση των εντολών των πελατών της και τη σύναψη των σχετικών χρηματιστηριακών συναλλαγών, η "..." συνεργαζόταν µε τις Χρηματιστηριακές Εταιρείες "...", "..." και "...". Επίσης, η "..." προσέφερε ως υπηρεσία στους πελάτες της τη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων τους.

Κατώτατο όριο που μπορούσε κάποιος πελάτης να επενδύσει ήταν το ποσό των 5.000.000 δρχ., τα χρονικά διαστήματα ήταν 3μηνης και 12μηνης διάρκειας και η προμήθεια της εταιρείας ανερχόταν σε ποσοστό 1,5% επί του κεφαλαίου και 25% επί της υπεραπόδοσής του. Μεταξύ της εταιρείας και του επενδυτή υπογραφόταν "σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου", κατά την οποία η εταιρεία αναλάμβανε την υποχρέωση διαχείρισης του χαρτοφυλακίου τους χωρίς δεσμεύσεις, µε επαγγελµατική, όμως, ευσυνειδησία και σκοπό τη μεγιστοποίησή του, όπως και παροχής σχετικής έγγραφης ενημέρωσης και πληροφοριών και αποστολής κατά τη λήξη και εντός πέντε ημερών σχετικής εκκαθαριστικής καρτέλας µε όλες τις κινήσεις.

Τέτοιες συμβάσεις έχουν υπογράψει οι ενάγοντες και των δύο αγωγών και ως χαρτοφυλάκιο, τη διαχείριση του οποίου αναλάμβανε η εταιρεία νοείτο, κάθε ποσό που ο επενδυτής πελάτης κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία και κάθε τίτλος κινητών αξιών, τον οποίο παρέδιδε ο πελάτης στην εταιρία για τον ίδιο σκοπό, καθώς επίσης, οι κινητές αξίες στις οποίες επενδύεται από την εταιρία το ως άνω κατατεθέν ποσό και τα προκύπτοντα από τη ρευστοποίηση-πώληση των κινητών αξιών του πελάτη χρηματικά ποσά.

Σε κάθε σύμβαση (κεφ. VII παρ. 2) προσδιοριζόταν επακριβώς τι νοείται ως "υπεραπόδοση". Ακόμη η εταιρία αναλάμβανε την υποχρέωση όπως το προκύπτον [ΑΠ1] μετά τη λήξη της σύμβασης χρηματικό ποσό, ήτοι το προϊόν του αρχικού κεφαλαίου και του κέρδους, να το καταθέτει σε τραπεζικό λογαριασμό του πελάτη εντός τεσσάρων εργασίμων ημερών μετά τη λήξη, εκτός αν ο πελάτης επιθυμούσε ανανέωση της σύμβασης, οπότε δεν του επιστρεφόταν το ποσό και υπογραφόταν νέα σύμβαση- προσάρτημα.

Το αρχικό κεφάλαιο της "..." ανερχόταν σε 200.000.000 δρχ. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της 18-7-1998 το κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 300.000.000 δρχ και ανήλθε σε 500.000.000 δρχ, ενώ µε άλλη απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της 27-3-2000 αυξήθηκε κατά 500.000.000 δρχ και ανήλθε σε ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) δρχ. διαιρούµενο σε ένα εκατομμύριο μετοχές των 1.000 δρχ, εκάστης.

Το Μάρτιο του έτους 2000, η κυπριακή εταιρεία µε την επωνυμία "...", 23η εναγόµενη, (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), της οποίας πρόεδρος του Δ.Σ είναι ο δεύτερος των εναγοµένων, Χ. Έ., (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), εξαγόρασε το 39% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "...". Ταυτόχρονα, µε την από 7-3-2000 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της "..." τροποποιήθηκε το άρθρο 21 του καταστατικού αυτής και παρεσχέθη το δικαίωμα στην ως άνω κυπριακή εταιρεία, "...

Ltd", να διορίζει στο Δ.Σ της "..." τόσα µέλη, όσα αντιστοιχούν στο ποσοστό συμµετοχής της στο μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω εταιρείας και συγκεκριµένα αξίωσε να διορίζει επί συνόλου εννέα µελών τουλάχιστον τρία. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας διορίστηκαν ως µέλη του Δ.Σ της "..." ο τρίτος των εναγοµένων, ..., ο τέταρτος των εναγοµένων Ν.

Ν. και ο πέμπτος των εναγοµένων, Ι. Π.. Μετά τη συνεργασία των εταιρειών, ... και "... Ltd", η πρώτη αύξησε τον κύκλο εργασιών της και προς την ελληνική και κυπριακή αγορά και διαφημιζόµενη ανέφερε προς το επενδυτικό κοινά, ότι έχει αποκτήσει μοναδική φήμη για τις εξαιρετικές αποδόσεις που παρουσιάζουν τα χαρτοφυλάκια που είχε στη διαχείρισης της.

Έτσι η "... αύξησε τον αριθμό των πελατών της από 50 που ήταν στις, 31-12-1999 στους 500 στις 21-12-2000 και στις 31-12-2001 να έχει ξεπεράσει τους 1.000. Η προσέλκυση των πελατών στην "... γινόταν, είτε απευθείας από τους υπευθύνους της εταιρείας, είτε μέσω των υποκαταστημάτων της εταιρείας µε την επωνυμία, "..." και το διακριτικό τίτλο "...".

Η εταιρεία αυτή (...) είχε ιδρυθεί το έτος 1996 και ελεγχόταν απολύτως από την ενάτη εναγοµένη Κ. Σ., µη διάδικο εδώ. Η "...", η οποία είχε ιδρυθεί και ελεγχόταν απολύτως από την ανωτέρω εναγομένη, είχε αποκλειστική συνεργασία µε την εταιρεία "..." , η οποία είχε 17 υποκαταστήματα σε όλη την Ελλάδα, δια μέσου των οποίων προσελκύοντο οι πελάτες και σύναπταν ακολούθως µε την "..." τις συμβάσεις διαχείρισης των χαρτοφυλακίων τους.

Μέχρι το Μάϊο του 2000 που δημοσιεύτηκε στην ΕτΚ η σχετική τροποποίηση του καταστατικού της "...", που αναφέρεται στην είσοδο της "... Ltd" σ' αυτήν, η Κ. Σ., η οποία ήταν δημιουργός της ανωτέρω εταιρίας δεν συμμετείχε στο ΔΣ αυτής, αλλά όρισε στη θέση του Προέδρου του Δ.Σ και Διευθύνοντος Συμβούλου τον Α. Β., µε τον οποίο συζούσε και ως µέλη του τον έκτο των εναγομένων, Δ.

Ι. και τον έβδομο των εναγοµένων Σ. Μ.. Όμως, η Κ. Σ. αποφάσισε να αναλάβει την προεδρία της "..." και στις 20-6-2000, µε σχετική απόφαση εξελέγη νέο εννεαµελές ΔΣ το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα ως ακολούθως: 1) Κ. Σ., Πρόεδρος, 2) Χ. Έ., Πρόεδρος της "... Ltd", Αντιπρόεδρος, 3) Α. Β., Διευθύνων Σύμβουλος, 4) Δ. Ι., µέλος, 5) Σ. Μ., µέλος, 6) Μ.

Π., µέλος, 7) ..., εκπρόσωπος της "... Ltd", μέλος, 8) Ν. Ν., εκπρόσωπος της "... Ltd", μέλος και 9) Ι. Π., εκπρόσωπος της της "... Ltd", μέλος. Όμως, η ένατη των εναγοµένων παραιτήθηκε από την προεδρία της ανωτέρω εταιρείας, καθώς οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν ενέκριναν τη συμμετοχή της στο ΔΣ της "...", αφού ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της "..." και αντικαταστάθηκε από τον όγδοο των εναγοµένων, Ι.

Μ.. Επομένως, το Δ.Σ. της "..." έως τις 3- 12-2001, είχε ως εξής: 1) Α. Β., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, 2) Χ. Έ., Αντιπρόεδρος, 3) Δ. Ι., µέλος, 4) Σ. Μ., µέλος, 5) Μ. Π., μέλος, 6) Ι. Μ., µέλος, 7) ..., µέλος, 8) Ν. Ν., μέλος και 9) Ι. Π., µέλος. Το Δ.Σ της εταιρείας ανέθεσε στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτού την εκπροσώπηση αυτής και σε περίπτωση κωλύματος του, στο µέλος του Δ.Σ.

Δ. Ι. και σε περίπτωση κωλύματος και αυτού στον Αντιπρόεδρο, Χ. Έ.. Ειδικότερα, παρεσχέθη στους ανωτέρω το δικαίωμα όπως µε την υπογραφή τους υπό τη σφραγίδα και εταιρική επωνυμία, "αναλαμβάνουν χρήματα, χρηµατόγραφα, μερισµατοαποδείξεις, εισπράττουν χρήματα, εκδίδουν, αποδέχονται και οπισθογραφούν συναλλαγματικές και γραμμάτια, εκδίδουν και οπισθογραφούν επιταγές, παραλαμβάνουν επιταγές και φορτωτικές, συμβάλλονται µε τράπεζες για το άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων και έκδοση εγγυητικών επιστολών, δίδουν εντολές πληρωμής για λογαριασμό της εταιρείας και γενικώς να διαχειρίζονται και να συμβάλλονται για λογαριασμό της εταιρείας και να συνομολογούν δάνεια και πιστώσεις σε ανοικτό λογαριασμό της εταιρείας και να κάνουν χρήση αυτών".

Επίσης, ο έκτος των εναγοµένων, Δ. Ι. υπέγραφε και αυτός ορισμένες συμβάσεις και είχε ορισθεί υπεύθυνος διαχείρισης, και ήταν αρμόδιος: α) για τις λογιστικές εγγραφές που αφορούν τη διαχείριση, δηλ. την καταχώρηση των εγγραφών στο σύστημα διαχείρισης, β) για την επιλογή των επενδύσεων που θα πραγματοποιούντο, γ) για τη σύνταξη και υπογραφή των εγγράφων, που είχαν τίτλο "αποτίμηση χαρτοφυλακίου" από τα οποία φαίνονταν οι αποδόσεις των κεφαλαίων των πελατών, δ) για υπογραφή επιταγών και ε) για την πληρωμή δια επιταγών προς τρίτους, υποχρεώσεων της εταιρίας.

Ο έβδομος των εναγοµένων Σ. Μ. είχε τυπικώς τη θέση του εσωτερικού ελεγκτή και τα καθήκοντα που συνδέονται µε τη θέση αυτή (να ελέγχει την καλή λειτουργία της, να εποπτεύει την τήρηση της νομιμότητας, να παρακολουθεί τη διαδικασία κάθε πράξης που είχε διενεργηθεί και να παρακολουθεί επίσης επισταμένως την τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ εκ μέρους της εταιρείας, να λαμβάνει γνώση των βιβλίων, των λογιστικών καταστάσεων και των λοιπών στοιχείων, να συντάσσει εκθέσεις και αναφορές σχετικά µε την τήρηση της χρηµατιστηριακής νομοθεσίας και να δίδει λογοδοσία στο Δ.Σ µε την υποβολή αναφορών του).

Οι ανωτέρω εναγόµενοι ενεργούσαν πράξεις υπό την πλήρη διεύθυνση και καθοδήγηση της ενάτης των εναγοµένων, η οποία χάραζε την επενδυτική πολιτική και ήταν ο άτυπος διαχειριστής, ο άτυπος πρόεδρος, άτυπος διευθύνων σύμβουλος, άτυπος ελεγκτής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Οκτώβρη του 2001, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διενήργησε έλεγχο στην εταιρεία "...", από τον οποίο διαπιστώθηκε τεράστια σε έκταση παραβατικότητα, η οποία έθετε σε άμεσο κίνδυνο την αξιοπιστία και την ακρίβεια των στοιχείων της εταιρείας, κυρίως όμως έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη λειτουργία της χρηµατιστηριακής αγοράς και τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού.

Στη συνέχεια και ενόψει των ως άνω ευρημάτων, διενεργήθηκε έλεγχος στην εταιρία "..." και από τις από 27-11-2001 και 7-1-2002 Α' και Β' εκθέσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Β. Σ. και Σ. Κ. προέκυψε ότι, α) η διαχείριση των χαρτοφυλακίων των πελατών γινόταν "στην τύχη", χωρίς να τηρούνται πρακτικά και παραστατικά, β) δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ των κεφαλαίων που είχε η εταιρία υπό διαχείριση και των κεφαλαίων που διαχειρίζονταν οι ίδιοι οι επενδυτές, µέσω της διαδικασίας λήψης και διαβίβασης εντολών, γ) δεν εγένετο ακριβής τήρηση του βιβλίου µερίδων των πελατών κατά κεφάλαιο, αποδόσεις, λογαριασμούς, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει διαφάνεια στις συναλλαγές της εταιρείας με τους πελάτες, δ) διαπιστώθηκε πολύμηνη καθυστέρηση καταχώρησης την συναλλαγών στα βιβλία, κυρίως, όμως, διαπιστώθηκε έλλειμα τουλάχιστον 11.250.000.000 δραχμών, το οποίο αναλύεται ως εξής:

η εταιρεία είχε κεφάλαια υπό διαχείριση 13.200.000.000 δρχ., δηλ. αυτό ήταν το συνολικό χρηματικό ποσό που είχαν καταθέσει ως κεφάλαια οι επενδυτές, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, ενώ διαπιστώθηκαν καταθέσεις όψεως σε λογαριασμούς πελατών μόλις 1.720.000.000 δρχ. και μετοχές πελατών, αξίας 230.000.000 δραχμών.

Συνεπώς, 13.200.000.000 - 1.720.000.000 - 230.000.000 = 11.250.000.000 δρχ, όπως αναλυτικά εκτίθενται στις προαναφερθείσες εκθέσεις ελέγχου των ελεγκτών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με βάση τα δεδοµένα αυτά, µε την υπ' αριθ. ... απόφαση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφάσισε την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας της εταιρείας "...", κρίνοντας ότι συνέχιση της λειτουργίας της "θέτει σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς και τα συμφέροντα των επενδυτών".

Στη συνέχεια δε το ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς µε την υπ’ αριθµ. ... απόφασή του, αποφάσισε ομόφωνα την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ως άνω εταιρείας για το λόγο ότι είχε υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, που καθιστούσε τη λειτουργία της επικίνδυνη για τους επενδυτές και την εύρυθμη λειτουργία της κεφαλαιαγοράς, έθεσε αυτή υπό εκκαθάριση και διόρισε ως επόπτη εκκαθαριστή, το Δικηγόρο Β.

Α.. Ο τελευταίος προκάλεσε τον από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 ΚΠολΔ), διορισμό ως εκκαθαριστή του ορκωτού λογιστή Κ. Λ.. Ακολούθησε στάδιο επαλήθευσης των απαιτήσεων των πελατών της εταιρείας, το οποίο διήρκησε πέντε µήνες περίπου. Ο ανωτέρω διορισθείς εκκαθαριστής επαλήθευσε απαιτήσεις επενδυτών, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, συνολικού ύψους 13.510.161.597 δρχ. ? 39.648.309,89 ευρώ, στο οποίο διαπιστώθηκε ότι ανήλθε το έλλειμμα, η αύξηση του, οποίου οφείλεται στο ότι η "...", καίτοι βρισκόταν σε εξέλιξη ο έλεγχος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, παρά πάσα έννοια δικαίου δεχόταν ακόμη χρήματα επενδυτών της (συνάπτοντας σχετικές συμβάσεις ή ανανεώνοντας τις παλαιές).

Περαιτέρω, από τον ανωτέρω έλεγχο προέκυψε η μη καταχώρηση συναλλαγών στα βιβλία της εταιρείας, για τις οποίες υπήρχαν παραστατικά και αντιθέτως προέκυψαν καταχωρήσεις στα βιβλία της εταιρείας για τις οποίες δεν βρέθηκαν παραστατικά. Ο μεγάλος όγκος των καταχωρήσεων φέρονται σαν πληρωμές από επενδυτές, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, και για τις οποίες δεν υπάρχουν παραστατικά, ? αφορά πληρωμές, τα ποσά των οποίων δεν κατέληγαν στους επενδυτές που αναγράφονται στα βιβλία, αλλά σε άγνωστα πρόσωπα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Ιούνιο του 2000 έως τις 3-12-2001, η "..." δεν είχε ορθολογική διοικητική οργάνωση, ούτε είχε εξασφαλίσει αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούσαν τα όργανά της. Η ανωτέρω εταιρεία, παρά το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο του ν. 2996/1996 δεν τηρούσε ούτε τις πλέον βασικές αρχές λειτουργίας μίας τέτοιας εταιρείας (ήτοι παροχής επενδυτικών υπηρεσιών προς το κοινό).

Κατ' αυτό τον τρόπο οι πελάτες της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, δεν ενημερώνονταν εγγράφως κάθε μήνα, όπως εδικαιούντο για τη διάρθρωση - σύνθεση των χαρτοφυλακίων, που είχαν εμπιστευτεί στην "...". Στις αποτιμήσεις χαρτοφυλακίων δε, δηλ. στα έγγραφα που εμφαίνονταν οι αποδόσεις του κεφαλαίου, οι οποίες αποστέλλονταν σε κάποιους επενδυτές (διότι οι περισσότεροι ενημερώνονταν τηλεφωνικά), οι αναφερόμενες αποδόσεις και υπεραποδόσεις ήταν εικονικές, με αποτέλεσμα να παραπλανώνται οι ενάγοντες συστηματικά και μεθοδικά ως προς την πραγματική, αποτίμηση των επενδυτικών χαρτοφυλακίων τους και η εταιρεία να αποκομίζει κέρδη από αμοιβές - προμήθειες που υπολογίζονταν ως ποσοστό επί της δήθεν υπεραπόδοσης κάθε χαρτοφυλακίου.

Με τη μέθοδο αυτή οι ενάγοντες παρέμεναν στην εταιρεία ως πελάτες, λόγω των κερδών που πίστευαν ότι αποκομίζουν από τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων τους και δεν αναλάμβαναν τα χαρτοφυλάκιά τους, αλλά ανανέωναν τη διαχείριση πολλές φορές προσθέτοντας νέα χρηματικά ποσά στα υπό διαχείριση κεφάλαιά τους.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ... επένδυσε μόνο ποσοστό 8-10% των υπό διαχείριση χαρτοφυλακίων των επενδυτών της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, ενώ το υπόλοιπο 90-92% το ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι πρώτος και ένατη των εναγομένων, μη διάδικοι εδώ, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η ένατη των εναγομένων, Κ.

Σ., ήταν ο άτυπος Πρόεδρος, ο άτυπος διευθύνων σύμβουλος, ο άτυπος διαχειριστής και ελεγκτής και εν γένει ο ιθύνων νους της ως άνω εταιρείας. Άλλωστε, η ίδια όταν ξέσπασε το σκάνδαλο εξαφανίστηκε για τέσσερις ημέρες, όταν δε επέστρεψε, άρχισε να διαβεβαιώνει τους πάντες προφορικώς, αλλά και εγγράφως, ότι τα χρήματα των επενδυτών, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες είναι προσωρινά δεσμευμένα στο εξωτερικό και ότι θα τακτοποιηθούν.

Με την υπ' αριθμ. δε, 3102/2007 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταδικάστηκαν η Κ. Σ. και ο Α. Β., για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73,367,5 ευρώ, εμπιστευμένο στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση.

Ανάλογες καταδίκες τους έλαβαν χώρα και με άλλες δικαστικές αποφάσεις. Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο πρώτος και η ένατη των εναγομένων, που διοικούσαν πραγματικά την εταιρεία, προκειμένου να συγκαλύψουν την ως άνω παράνομη πράξη τους, είχαν λάβει τα μέτρα τους και είχαν φροντίσει να οργανωθεί η ... κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δίδεται η εντύπωση σε κάθε τρίτο ότι λειτουργεί άψογα στα πλαίσια της νομιμότητας, ενώ και τα βιβλία της ήταν τυπικώς εντάξει, αφού τα διαθέσιμα που εμφανίζονταν σε Τράπεζες, ΑΧΕ και REPOS συμφωνούσαν συνολικά με τις πιστώσεις για μετρητά, που εμφανίζονταν ως υποχρέωση στους πελάτες.

Μάλιστα, μετά από έλεγχο που διενήργησε ο Ι. Σ. για λογαριασμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στα Πληροφοριακά Συστήματα της ανωτέρω εταιρείας διαπιστώθηκε ότι υπήρχε σύστημα τριπλής διαγραφής των αρχείων της κατά τρόπο που να μην είναι δυνατή η επαναφορά τους, πρόγραμμα κρυπτογράφησης που να μη δικαιολογείται η χρήση του και ύπαρξη ιδιαίτερα εντυπωσιακής μηχανογραφικής υποδομής της εταιρείας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια πράξη της υπεξαίρεσης μεθοδεύτηκε ως εξής: α) αφαιρούνταν χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς των επενδυτών, τα οποία συγκάλυπταν με εικονικές εγγραφές, οι οποίες εμφάνιζαν αναλήψεις χρημάτων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των επενδυτών, προκειμένου να τους αποδοθούν τα ανωτέρω ποσά, τα οποία ουδέποτε αποδίδονταν, β) αφαιρούνταν χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς των επενδυτών, τα οποία περιέρχονταν στην εταιρεία ως νόμιμη αμοιβή της, µε την έκδοση εικονικών τιμολογίων, για δήθεν κέρδη που προέκυπταν από την διαχείριση που είχε ασκήσει η εταιρεία για λογαριασμό τους.

Προκειμένου δε οι λογαριασμοί των επενδυτών, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, να παρουσιάζουν εικονικά κέρδη, καταχωρήθηκαν μαζικά στα βιβλία της, στις 31-12-2000 και 20-8-2001 εικονικές εγγραφές αγορές και πωλήσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, για τις οποίες βέβαια δεν υπήρχαν παραστατικά. Οι ανωτέρω εικονικές εγγραφές, τόσο για την αφαίρεση των χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς των επενδυτών, όσο και για τη διαμόρφωση των εικονικών κερδών στις μερίδες των επενδυτών, δημιουργούνταν αποκλειστικά από το Τμήμα Διαχείρισης της εταιρείας και καταχωρούνταν σε ειδικό πρόγραμμα, το οποίο υπήρχε για τη διαχείριση των κεφαλαίων των επενδυτών.

Ακολούθως, οι εγγραφές αυτές μεταφέρονταν με ηλεκτρονικό τρόπο στα λογιστικά μηχανογραφικά αρχεία και αποτυπώνονταν στα βιβλία της εταιρείας. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι το Τμήμα Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου της εταιρείας, ήταν το κομβικό σημείο του όλου συστήματος υπεξαίρεσης, καθόσον τηρούσε όλα τα αρχεία (συμβάσεις, παραστατικά).

Στη συνέχεια βάσει των οδηγιών του εν λόγω Τμήματος γίνονταν εγγραφές στο Πρόγραμμα Υποστήριξης Συναλλαγών, μέσω του μηχανογραφικού συστήματος Portofolio. Τέλος κάθε μήνα, μετά από συμφωνίες που έκανε με τις Τράπεζες και τις Χρηματιστηρικές Εταιρείες το Τμήμα Υποστήριξης Συναλλαγών (Back office), το οποίο υπαγόταν στο Τμήμα Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου, ακολουθούσε αυτόματη ενημέρωση με ηλεκτρονική γέφυρα των πελατών στη λογιστική.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο έβδομος εναγόµενος δεν παρείχε ουδεμία συνδρομή στην τέλεση της πράξης της υπεξαίρεσης των χρημάτων των εναγόντων, των ένδικων αγωγών στον πρώτο εναγόμενο και στην ένατη εναγομένη, ούτε είχε τη θέληση, ούτε αποδέχθηκε να συμβάλει µε τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της της αξιόποινης πράξης της.

Η τελευταία τον είχε επιλέξει για τη σύσταση της εταιρείας "..." και του είχε αναθέσει τα καθήκοντα του εσωτερικού ελεγκτή αυτής, ουσιαστικά, όμως, η ανάθεση ήταν καθαρά τυπική. Η ένατη εναγόµενη ήταν αυτή που λάμβανε αποφάσεις για την επένδυση των χρημάτων των εναγόντων και δεν ανέφερε σε κανένα από τους υπαλλήλους της, άρα και στον ως άνω εναγόµενο, που τοποθετούσε τα χρήματα στο εξωτερικό, ούτε του επέτρεπε να ασχοληθούν με αυτές, ισχυριζόμενη ότι μόνον εκείνη είχε τις οικονομικές και χρηματιστηριακές γνώσεις για, τις επενδύσεις αυτές και ότι δεν έπρεπε να γνωρίζει κανείς άλλος για λόγους ανταγωνιστικούς.

Είχε στη διάθεσή της όλα τα έγγραφα για τον έλεγχο όλων των χρημάτων των εναγόντων που εισέρχονταν και εξέρχονταν στους λογαριασμούς των εταιρειών της και των εναγόντων. Είχε δε υποχρεώσει αυτόν να της δώσει δικό του μπλοκ επιταγών τραπεζικών εταιρειών για την πληρωμή δικών της υποχρεώσεων για να µην φαίνεται ότι αυτή έκανε υπέρογκες αγορές, η πληρωμή τους δε γίνονταν µε χρήματά της που κατατίθεντο απ? αυτήν στους λογαριασμούς τους.

Χρησιμοποίησε δε τον ως άνω εναγόµενο για να πετύχει τους παράνομους σκοπούς της, δίχως αυτός να γνωρίζει τους πραγματικούς σκοπούς της, ο οποίος την θαύμαζε για τις γνώσεις της και την ικανότητα της και ήταν ευγνώμων απέναντί της που τον επέλεξε τόσο νέο για τη θέση αυτή και της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη συμμορφούμενος σε όσα του ζητούσε.

Το µόνο που γνώριζε ο ως άνω εναγόµενος ήταν ότι τα χρήματα των εναγόντων στέλνονταν µέσω τραπεζικών λογαριασμών των εταιρειών της, στην εταιρεία του Λουξεμβούργου µε την επωνυμία "...", που διενεργούσε τις επενδύσεις. Ούτε αποδεικνύεται ότι αυτός παρέστησε ψευδώς στους ενάγοντες ότι ο καθένας από αυτούς καταθέτοντας τα κεφάλαια του στην εταιρεία "...", αφενός έχει τα κεφάλαια του εξασφαλισμένα, αφετέρου ότι ποτέ κανένα κεφάλαιο δεν έχει αρνητική απόδοση, µε αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προβούν στις καταθέσεις των χρηματικών ποσών και να υποστούν ισόποση ζημία.

Για τους λόγους αυτούς, ο ως άνω εναγόµενος έχει κηρυχθεί αμετάκλητα αθώος για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία µε την υπ' αριθμ. 3680/2008 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, την υπ' αριθµ. 2305/2016 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, την υπ' αριθμ. 2029/2012 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, την υπ' αριθμ. 1954/2008 και 3666/2008 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργηµάτων Αθηνών, τις υπ’ αριθµ. 3669/2008 και 2678/2008 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και για απάτη κατά συνατουργία, µε τις υπ’ αριθµ. 3671/2008 και 3681/2008 όμοιες αποφάσεις του, ενώ µε την υπ’ αριθµ. 2855/2014 και 433/2015 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία της πράξης της άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική υπεξαίρεση, κατά της οποίας όμως έχει ασκηθεί αναίρεση από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, δίχως όμως το στοιχείο αυτό να αναιρεί την κτήση της ως άνω δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου για την ουσιαστική µη βασιμότητα των ένδικων αγωγών εναντίον του.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε καμία αδικοπρακτική συμπεριφορά σχετική µε την πλαστογραφία των κατωτέρω αναφερομένων πινακιδίων της ως άνω κυπριακής χρηματιστηριακής εταιρείας, 22ης εναγόµενης, ούτε γνώριζε την συντέλεση της πράξης αυτής, για το λόγο δε αυτό κηρύχθηκε αθώος της ως άνω πράξης µε την υπ’ αριθμ. 2855/2014 και 433/2015 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ανεξάρτητα από το ότι η πράξη αυτή δεν αφορά τους νυν ενάγοντες, όπως εκτίθεται κατωτέρω.

Ανάλογα ισχύουν και για τον έκτο εναγόµενο, ο οποίος δεν είχε καμία, ανάμειξη στην τελεσθείσα αδικοπραξία της υπεξαίρεσης των χρημάτων της ενάτης εναγοµένης, παρά το ότι ήταν και αυτός στέλεχος της εταιρείας "..." και µέλος του Δ.Σ. αυτής, εργαζόταν στο τμήμα διαχείρισης του χαρτοφυλακίου που αφορούσε μετοχές του Ελληνικού Χρηματιστηρίου, δίχως, όμως, να έχει ουσιαστική διαχείριση, ούτε συμμετείχε καθ' οιονδήποτε τρόπο στη διαχείριση της εταιρείας με δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας και λήψη αποφάσεων µε ευθύνη του.

Μάλιστα, ο ως άνω εναγόµενος δεν γνώριζε ότι από το τέλος του 2000 η ως άνω αληθής διαχειρίστρια της εταιρείας ... πώλησε την εταιρεία της με την επωνυμία "...", στην οποίαν είχαν επενδύσει οι γονείς και συγγενείς του, στην υπεράκτια με έδρα την Κύπρο και με την επωνυμίαa "... Ltd" εταιρεία, αλλά συνέχιζε να προμηθεύει στους επενδυτές συμβάσεις της εταιρείας αυτής.

Είχε δε αποσπάσει η ένατη εναγόμενη χρήματα από τον πατέρα του Ι. Ι. και συγγενείς του για επένδυση στην πρώτη ως άνω εταιρεία, εξαπατώντάς τους και επί ζημία τους, για το λόγο δε αυτό, αυτή καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης εννέα ετών για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση µε την υπ’ αριθμ. 3673/2008 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Εξάλλου, η ... βασιζόμενη στην υπαλληλική σχέση του µε αυτόν, τον απέλυσε μαζί µε τους λοιπούς υπαλλήλους καταβάλλοντας σ? αυτόν τη νόμιμη αποζημίωση και ουδεμία επαύξηση της περιουσίας του επήλθε, ενώ μετά την απόλυσή του εργάζεται ως λογιστής στην εταιρεία του πατρός του. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος παρέστησε ψευδώς στους ενάγοντες ότι ο καθένας από αυτούς καταθέτοντας τα κεφάλαια του στην εταιρεία "...", αφενός έχει τα κεφάλαια του εξασφαλισμένα, αφετέρου ότι ποτέ κανένα κεφάλαιο δεν έχει αρνητική απόδοση, µε αποτέλεσμα οι ενάγοντες να προβούν στις καταθέσεις των χρηματικών ποσών που αναφέρονται κατωτέρω και να υποστούν ισόποση ζημία.

Για τους λόγους αυτούς έχει κηρυχθεί αθώος µε τις προαναφερθείσες, υπ’ αριθμ. 3666/2008, 3669/2008, 3671/2008, 3678/2008, 3680/2008, 3681/2008, 1954 και 3668/2008 αποφάσεις του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις προαναφερθείσες πράξεις, καθώς και µε τις υπ' αριθμ. 3676/2008 αμετάκλητες αποφάσεις του άνω δικαστηρίου, για απλή συνέργεια στην υπεξαίρεση χρημάτων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπ’ αριθμ. 3670 και 3677/2008 αποφάσεις του, για απάτη από κοινού, ενώ μόνον µε την υπ’ αριθµ.

προαναφερθείσα 2855/2014 και 433/2015 κηρύχθηκε αυτός ένοχος κατά πλειοψηφία της άμεσης συνέργειας στην πράξη της υπεξαίρεσης, δίχως όμως απ' αυτό, να αναιρείται η δικανική πεποίθηση του δικαστηρίου για τη µη αδικοπρακτική συμπεριφορά του ως άνω εναγοµένου. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ο τρίτος εναγόµενος ήταν πρόεδρος και αντιπρόεδρος και οικονομικός διευθυντής αντίστοιχα της 23ης εναγοµένης κυπριακής εταιρείας και νυν πρώτης εκκαλούσας και οι τέταρτος και πέμπτος εναγόμενοι μέλη του Δ.Σ.

αυτής, ήταν δε παράλληλα και µέλη του ΔΣ της εταιρείας "...", μάλιστα ο δεύτερος εναγόµενος µε την ιδιότητα του Αντιπροέδρου αυτής και είχαν αναλάβει τα καθήκοντά τους μετά από την προαναφερθείσα εξαγορά ποσοστού 39% της τελευταίας. Η κυπριακή αυτή εταιρεία είναι ο ισχυρότερος χρηματοοικονομικός όμιλος στην Κυπριακή Κεφαλαιαγορά.

Αποδείχθηκε επίσης ότι δεύτερος εναγόμενος είναι εμπειρότατος επαγγελματίας χρηματιστής και ορκωτός λογιστής, από τον Νοέμβριο του 1999 μέχρι τέλους 2001 ήταν Πρόεδρος της Ένωσης Χρηματιστών και από το 2005 είναι Πρόεδρος των Κυπριακών, ..., ενώ μετείχε σε πολλές εταιρίες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.

Από το γεγονός δε ότι, τόσο η ... LTD όσο και οι συνδεόμενες µε αυτή Κυπριακές εταιρίες, ... Εταιρία LTD και ... Εταιρία LTD, στις οποίες η ... LTD μετείχε, κατά 20% και 21%, αντίστοιχα, κατέστησαν και πελάτες της "...", με υπογραφή σχετικών συμβάσεων διαχείρισης χαρτοφυλακίου, καθίσταται αναμφίβολο το ενδιαφέρον του πιο πάνω εναγοµένου για τη λειτουργία της "... ..." και τα τεκταινόμενα σ' αυτή.

Για το λόγο αυτό άλλωστε, είχε προσλάβει και τον Σ. Π. (εργαζόμενο - αρχικά στην Τράπεζα Κύπρου), ο οποίος εγκαταστάθηκε στα γραφεία της "... ..." και εµισθοδοτείτο απ' αυτή προκειμένου να φροντίζει για τα συμφέροντα της 23ης εναγοµένης, "... LTD". Ο τελευταίος, μάλιστα, αποδείχθηκε ότι πράγματι την ενημέρωνε για την πορεία των υπό διαχείριση κεφαλαίων της.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, της ιδιαίτερης γνώσης και εμπειρίας του στην οργάνωση και λειτουργία τέτοιων εταιρειών και του έντονου σχετικώς ενδιαφέροντος του, ο άνω δεύτερος εναγόμενος ναι μεν δεν είχε καθημερινή ενασχόληση με τη διοίκηση και διαχείριση της "...", πλην, όµως, είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή την πορεία της εν λόγω εταιρείας και τις αποδόσεις των κεφαλαίων της και πράγματι αποδείχθηκε ότι γνώριζε.

Πέραν πάσης αμφιβολίας δηλ. ο ως, άνω δεύτερος εναγόμενος, γνώριζε ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστηµα, η "...", όχι µόνο δεν είχε ορθολογική διοικητική οργάνωση και παρουσίαζε μεγάλες αποδόσεις που δεν συνάδουν με την αρνητική των χρηματιστηριακών συναλλαγών, αλλά λειτουργούσε χωρίς να τηρεί και τις πλέον βασικές αρχές λειτουργίας μιας εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών προς το κοινό και ότι οι Κ.

Σ. και Α. Β. διέπρατταν, κατ' εξακολούθηση το έγκλημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατά τα ήδη εκτενώς προαναφερόμενα. Η εσπευσμένη πριν από τη λήξη των σχετικών συμβάσεων (στις 31-12-2001) απόσυρση των υπό διαχείριση κεφαλαίων εκ μέρους της "... LTD", αλλά και της "..." και "..." καθ' ον χρόνο είχε αρχίσει ο έλεγχος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, τον οποίο βεβαίως, ο άνω δεύτερος εναγόμενος πληροφορήθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι ήταν συμπωματική αλλαγή της επενδυτικής πολιτικής των άνω συνδεδεμένων Κυπριακών εταιριών, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται.

Αντιθέτως, όταν ο ως άνω πληροφορήθηκε την έλευση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, φοβήθηκε ότι η άνω εγκληματική μεθόδευση των Κ. Σ. και Α. Β. κινδύνευε να αποκαλυφθεί, και έσπευσε να αποσύρει τα υπό διαχείριση κεφάλαια τους. Έτσι, στις 28-11-2001, η "... LTD" έλαβε από την "... ..." το συνολικό ποσό του 1.656.519.686 δρχ., η "..." έλαβε από την ίδια εταιρία, το ποσό των 126.517.563 δραχμών και η "..." έλαβε επίσης από την "..." 435.016.580 δραχμές, µε επιταγές υπογεγραμμένες από τον ως άνω δεύτερο εναγόμενο.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η "... LTD", στις 26-11-2001, έλαβε από την "..." και μάλιστα από τον λογαριασμό ... που διατηρούσε στη ... για χρήματα των επενδυτών της, το επιπλέον ποσό των 400.000.000 δραχμών, καίτοι αυτό είχε δοθεί από την "... LTD" σε άλλη εταιρία και συγκεκριμένα στην "...". Στα επίσημα βιβλία της "..." στις μερίδες των κυπριακών επενδυτών δεν είχαν καταχωρηθεί στις αντίστοιχες ημερομηνίες καταθέσεις συνολικού ύψους 1.656.519.686 δρχ., ενώ στις ίδιες μερίδες εμφανίζονται πλήθος καταχωρήσεων ως εισπράξεις μικρότερου ύψους σε μεταγενέστερες ημερομηνίες χωρίς παραστατικά.

Ο ισχυρισμός του ως άνω δεύτερου εναγοµένου ότι κατά τη λήψη των ανωτέρω ποσών ποσών τελούσε σε πραγματική πλάνη ως προς το ύψος των ποσών που εδικαιούντο να λάβουν από τις επενδύσεις των οι ανωτέρω Κυπριακές εταιρείες δεν ασκεί επιρροή, διότι τα ανωτέρω ποσά δεν περιλαμβάνονται στο ''έλλειμα'', αποτελεί δε η αναφορά του γεγονότος αυτού ένα επιπλέον των λοιπών συμβάν, ενισχυτικό της γνώσης του κατηγορουμένου, για την γενόμενη υπεξαίρεση από την Κ.

Σ. και Α. Β.. Επομένως, μολονότι αυτός είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως µέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας και αντιπρόεδρος αυτής, κατά τα προεκτεθέντα, να αποτρέψει τη τέλεση του άνω εγκλήματος µε δυναμική του παρέμβαση, ουδέν έπραξε, αλλά τα ενέκρινε, τα ανέχθηκε και µε τη προπεριγραφείσα συμπεριφορά του, ενεθάρρυνε τους Κ.

Σ. και Α. Β., αυτουργούς της υπεξαίρεσης, παρέχοντας µε πρόθεση κατ' εξακολούθηση, απλή συνδρομή σ? αυτούς, κατά την τέλεση της υπεξαίρεσης. Ταύτα εν όψει του ότι τα µέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας έχουν δικαίωμα πληροφόρησης για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων. Το δικαίωμα αυτό είναι αυτοτελές και προσωποπαγές, ασκείται από το ίδιο το µέλος και όχι µέσω του διοικητικού του συμβουλίου και είναι άσχετο προς το δικαίωμα ελέγχου της ανώνυμης εταιρείας, ως προς το οποίο ισχύουν ειδικές διατάξεις.

Υπόχρεος προς παροχή πληροφοριών είναι το µέλος (ή τα µέλη) του διοικητικού συμβουλίου που εμποδίζουν τη γνώση της πορείας των εταιρικών υποθέσεων. Έτσι, το μέλος του ΔΣ δικαιούται, καταρχήν στα γραφεία της εταιρίας, να λαμβάνει γνώση για κάθε υπόθεση της εταιρίας, να εξετάζει τα βιβλία και έγγραφα κλπ μέσα στο σκοπό και το λειτουργικό πλαίσιο της εταιρίας και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της διοίκησής της.

Σύμφωνα µε όσα δε ορίζονται στα άρθρα 18 έως και 22 ν. 2190/1920, σε συνδυασμό µε το άρθρο 24 ν. 2396/1966, στο πλαίσιο της εκπροσώπησης και επιμέλειας των συμφερόντων της εταιρείας, οφείλουν να την προστατεύουν και είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι πρέπει να εμποδίζουν την παράνομη δράση άλλων µελών του διοικητικού συμβουλίου αυτής και πολύ περισσότερο του Προέδρου αυτού και άλλων εκπροσώπων της εταιρίας που βλάπτουν τα συμφέροντα των επενδυτών-πελατών της εταιρίας, όσο και τα συμφέροντα της τελευταίας (εταιρίας).

Για την πράξη του δε αυτή κηρύχθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία με την υπ’ αριθμ. 2855/2014 και 433/2015 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών µε αναγνώριση νόμιμων ελαφρυντικών και του επιβλήθηκε κατά πλειοψηφία ποινή φυλάκισης 2 ετών, ενώ είχε κηρυχθεί ένοχος, για την ίδια ως άνω πράξη και µε την υπ' αριθμ. 3102/2007 απόφαση του πρωτοβάθµιου Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Κατά της πρώτης ως άνω καταδικαστικής απόφασης ο ως άνω εναγόµενος έχει ασκήσει αναίρεση, η έκβαση της οποίας δεν αναιρεί την κτήση της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου αυτού ως προς την αδικοπρακτική του συμπεριφορά, απορριπτοµένου του σχετικού αιτήματος αυτού περί αναστολής της δίκης κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ μέχρι έκδοσης αμετάκλητης απόφασης επί της ως άνω σε βάρος του δίωξης για την ως άνω πράξη.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι η απόσυρση των υπό διαχείριση κεφαλαίων της εταιρίας "..." και η είσπραξη του ποσού των 400.000.000 δρχ από λογαριασμό που τηρούσε η ... για χρήματα των επενδυτών της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, έγινε από τον Πρόεδρο της ανωτέρω εταιρίας "...", κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής και ως εκ τούτου η ανωτέρω εταιρεία 23η εναγόµενη ευθύνεται εις ολόκληρον μαζί µε τον προαναφερθέντα δεύτερο εναγόμενο για τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο η οποιαδήποτε αδικοπρακτική[ΑΠ2] συμπεριφορά του τρίτου εναγόµενου, ο οποίος ήταν τυπικά και μόνον µέλος του Δ.Σ. της εταιρείας "... ..." και δεν είχε ενεργή και ουσιαστική ανάμειξη στη λήψη των αποφάσεών της, για το λόγο δε αυτό κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ? αυτόν πράξης της άμεσης συνέργειας στην ως άνω υπεξαίρεση µε την υπ’ αριθμ. 2855/2015 και 433/2015 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Ομοίως δεν αποδείχθηκε καμιά αδικοπρακτική συμπεριφορά συμπεριφορά σχετική µε την πλαστογραφία των κατωτέρω αναφερομένων πινακιδίων της κυπριακής χρηματιστηριακής εταιρίας "... LIMITED", αν και αυτά δεν αφορούν τους ενάγοντες, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, παρά τη στενή συνεργασία του µε τον δεύτερο εναγόμενο και πρόεδρο της εταιρείας αυτής, για το λόγο δε αυτό κηρύχθηκε αθώος της ως άνω πράξης µε την υπ' αριθµ. 1943/2007 και 3102/2007 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Ομοίως, καμία αδικοπρακτική συμπεριφορά των τετάρτου και πέμπτου των εναγοµένων αποδείχθηκε ως µελών του Δ.Σ της ίδιας ως άνω εταιρείας, διότι η συμμετοχή τους σ? αυτό ήταν τυπική και δεν προέκυψε ότι διενήργησαν κάποια πράξη που να επηρέαζε άµεσα ? έμμεσα την όλη πορεία της επιχειρηματικής δράσης της ως άνω εταιρείας, ούτε, είναι[ΑΠ3] δυνατόν από την τυπική και µόνη συµµετοχή τους στην ως άνω εταιρεία να συναχθεί η γνώση της ως άνω παράνομης πράξης που τελέστηκε από τούς λοιπούς εναγοµένους.

Για το λόγο αυτό οι ως άνω κηρύχθηκαν αθώοι της πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατά συναυτουργία με την υπ' αριθμ. 1943/2007 και 3102/2007 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι αρχές Νοεμβρίου 2001, ο έκτος εναγόµενος κατήρτισε µε δόλο 52 πινακίδια εκτέλεσης εντολής χρηματιστηριακής παραγγελίας (αγοράς και πώλησης μετοχών), που φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από τη χρηματιστηριακή εταιρία "...

LTD", (θυγατρική της ... Ltd), χωρίς στο τέλος του κειµένου και κάτω από την ένδειξη "για την εταιρία "... LTD", να θέσει υπογραφή ή μονογραφή, πράγμα που συνηθίζεται στις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Στα εν λόγω πινακίδια εμφανίζονται µη πραγματοποιθείσες συναλλαγές, όπως διαπιστώθηκε μετά από έλεγχο, που έγινε στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.

Τα ως άνω πλαστά έγγραφα κατασκευάστηκαν απ? αυτόν κατ' εντολή της Κων/νας ... για να καλυφθούν ελλείψεις που υπήρχαν σε φακέλους επενδυτών που προέκυψαν από δειγματοληπτικό έλεγχο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς µε σκοπό να παραπλανήσει τους ελεγκτές με τη χρήση τους σχετικά µε γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ότι δηλ.

πραγματοποιήθηκαν στο Χρηματιστήριο Κύπρου, οι αναφερόμενες στα ως άνω πινακίδια συναλλαγές και έκανε χρήση των εγγράφων αυτών παραδίδοντάς τα στους ελεγκτές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σκόπευε δε να προσπορίσει στον εαυτό του και στην εταιρεία "..." περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον (τους αναφερόμενους στα ανωτέρω πινακίδια επενδυτές), αφού έτσι θα έπειθαν αυτούς ότι έχουν εκτελέσει επ’ ονόματί τους χρηματιστηριακές συναλλαγές βάσει των οποίων αυτοί (ως άνω έκτος εναγόμενος και ...) ελάμβαναν προμήθειες, ανερχόμενες, όπως αναφέρεται στα ανωτέρω πλαστά πινακίδια σε ποσοστό 1% και συνεπώς το σκοπούμενο όφελος ανέρχεται σε 1.807.738.66 ευρώ (σύνολο αγορών - πωλήσεων) Χ 1% 18.027 ευρώ, ποσό που δεν υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ.

Από την απλή επισκόπηση των ως άνω πινακιδίων προκύπτει ότι αυτά αναφέρονται σε τρεις μόνον επενδυτές (Γ. Βιλιώτης, Χρήστος Γαβριήλ, Γεώργιος Γκόγκος), οι οποίοι δεν ανήκουν στους ενάγοντες της αγωγής, και, επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι αυτά καταρτίστηκαν, προκειμένου να πείσουν τους επενδυτές ενάγοντες ότι τα χρήματά τους επενδύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου διά μέσου της χρηματιστηριακής εταιρείας µε την επωνυμία "...

LIMITED". Για την ως άνω πράξη παύθηκε η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής (άρθρ. 111 παρ. 3 και 113 παρ. 2 ΠΚ), επειδή κρίθηκε ότι αυτή χαρακτηρίζεται ως πληµµέλημα λόγω του ως άνω ποσού, µε την αριθμ. 2855/2014 και 433/2015 απόφαση του Α Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, εφόσον στα ως άνω πλαστά πινακίδια δεν αναφέρονται τα ονόματα των εναγόντων και συνεπώς από την ως άνω πράξη του ως άνω εναγοµένου δεν υπέστησαν αυτοί κάποια ζημία, αλυσιτελώς τίθεται και το ζήτημα της ύπαρξης ή µη ευθύνης του δευτέρου εναγοµένου, ο οποίος ήταν πρόεδρος της ως άνω χρηµατιστηριακής εταιρείας "...", 22ης εναγόµενης, και συνακόλουθα της ίδιας ως ευθυνόµενης για τις πράξεις του προέδρου της, ο οποίος εν πάση περιπτώσει κρίθηκε για νομικούς λόγους αθώος της ως άνω πράξης της πλαστογραφίας των ως άνω πινακιδίων, µε την υπ’ αριθµ. 2555/2014 και 4323/2015 απόφαση του Α Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή δεν νοείται κατάρτιση πλαστού και αν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας είχε υπογράψει τα ως άνω πινακίδια που έχουν ψευδές περιεχόμενο ? είχε παράσχει µε συναίνεσή του συνδρομή σε άλλον για να τα συντάξει.

Εξάλλου, από την ως άνω αδικοπραξία του δευτέρου εναγοµένου, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου της 23ης εναγοµένης οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη για την οποία δικαιούνται ο καθένας το ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται ως εύλογο λαμβανομένου υπόψη του είδους, του τρόπου και των συνθηκών τέλεσης της πράξης, του βαθμού υπαιτιότητάς τους, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, της ιδιαίτερης ψυχικής ταλαιπωρίας των εναγόντων απ’ την εμπλοκή τους σε δικαστικό αγώνα.

Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, οι ένδικες αγωγές των εναγόντων πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμες ως προς τον τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και 22η των εναγομένων απλών οµοδίκων και να γίνουν εν μέρει δεκτές ως κατ? ουσίαν βάσιμες ως προς τον δεύτερο και 23η των εναγοµένων απλών οµοδίκων.

Επομένως, το πρωτοβάθµιο δικαστήριο που δέχθηκε ως ουσία βάσιμες τις ως άνω αγωγές κατά των προαναφερθέντων εναγοµένων και διέταξε τα αναφερόμενα σ' αυτές αναγνωρίζοντας ότι αυτοί οφείλουν να καταβάλλουν σε καθένα των εναγόντων τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση για την αδικοπρακτική τους συμπεριφορά και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έσφαλε ως προς την εκτίμησή των πραγματικών γεγονότων κατά τους ουσία βάσιμους λόγους των από 15-10-2010 και από 8-10-2010 εφέσεων, καθώς και της από 7-10-2010 έφεσης ως προς τους δεύτερη, τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εκκαλούντων ως προς την ευθύνη τους από αδικοπραξία και τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Η από 7-10-2010 έφεση της πρώτης και τρίτου των εκκαλούντων, δεύτερου και 23ης εναγοµένης, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς το κονδύλιο της επιδικασθείσας αποζημίωσης σε καθένα των εναγόντων, για το ύψος του οποίου δεν παραπονούνται ειδικώς µε αυτή (έφεση). Διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την αδικοπρακτική ευθύνη τους απέναντι στους ενάγοντες, λόγω ουσιαστικής συνδρομής των λοιπών προϋποθέσεών της, και δέχθηκε τις ως άνω αγωγές, έστω και µε εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ µε την προαναφερθείσα, δεν έσφαλε, καθόσον από την αλυσιτελώς από τους ενάγοντες αποδιδόµενη σ’ αυτούς πλαστογραφία, δεν επηρεάζεται το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης, τα αντίθετα δε υποστηριζόµενα µε τους λόγους της ως άνω έφεσης ως προς τους προαναφερθέντες εκκαλούντες είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Έσφαλε, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς το επιδικασθέν κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης εκ 25.000 ευρώ στον καθένα από τους ενάγοντες, σε βάρος των δεύτερου και 23ης εναγοµένης εις ολόκληρον κατά τον ουσία βάσιμο έβδομο λόγο της από 7-10-2010 έφεσης. .... Επομένως .... πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως κατ? ουσία βάσιμες οι ως άνω αγωγές των εναγόντων ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και να αναγνωριστεί ότι οι ως άνω δεύτερος και εικοστή τρίτη εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν σε καθένα των εναγόντων για την αιτία αυτή το ποσό των 12.000 ευρώ µε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κάθε µίας αγωγής......".

Στη συνέχεια, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όσον αφορά την από 7-10-2010 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους όλους τους λόγους αυτής, που αφορούσαν την επιδικασθείσα με την πρωτόδικη απόφαση αποζημίωση για τη θετική ζημία των εναγόντων, ενώ δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της, που αφορούσε το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης και ακολούθως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού δέχθηκε την έφεση και αφού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες κατά το μέρος που αφορούσε τη χρηματική ικανοποίηση, και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, αναγνώρισε την υποχρέωσή τους, να καταβάλουν σε ολόκληρον καθένας, σε καθένα των αναιρεσίβλητων, το ποσό των 12.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά την από αδικοπραξία ευθύνη της 23ης εναγομένης, ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 914 και 71 του ΑΚ, τις οποίες κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία κατά τον ένδικο χρόνο υπήρξε μέτοχος της μη διαδίκου, "...", κατόπιν εξαγοράς το Μάρτιο του έτους 2000, ποσοστού 39% του μετοχικού της κεφαλαίου και διέθετε πέραν του δεύτερου αναιρεσείοντος και άλλα τρία μέλη στο ΔΣ αυτής, είχε πλήρη γνώση της όλης διαδικασίας υπεξαίρεσης των χρημάτων των εναγόντων - επενδυτών και ήδη αναιρεσιβλήτων, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου αναιρεσίβλητου, ο οποίος εξέφραζε τη βούλησή της, ως νομικού προσώπου και με τη συνειδητή καθοριστική συμβολή του τελευταίου, ο οποίος με την ιδιότητά του αυτή, συμμετείχε και στο ΔΣ της μη διαδίκου, ..., ως Αντιπρόεδρος, παρείχε και αυτή στην τελευταία τα αναγκαία μέσα για την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας, με συνέπεια η ίδια ως νομικό πρόσωπο, να έχει πρόσθετη με το καταστατικό όργανό της ευθύνη για αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων, σε ολόκληρον με τον τελευταίο.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων αυτών, επειδή κατά τους αντίστοιχους ισχυρισμούς της, οι αποδιδόμενες με την προσβαλλόμενη απόφαση στο δεύτερο εναγόμενο παραλείψεις, δεν έλαβαν χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων ως νομίμου εκπροσώπου της ίδιας, αλλά με την ιδιότητά του, ως αντιπροέδρου της ..., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου εκδηλώθηκε με βάση τη διττή ιδιότητα αυτού, τόσο ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, εκφράζοντας τη βούλησή της, όσο και με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του ΔΣ της ....

Παράλληλα, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όσων αποσπασματικά, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την μερική παραδοχή των ένδικων αγωγών, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων, από την περιγραφόμενη σε βάρος τους αποδειχθείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά, μεταξύ άλλων, και των αναιρεσειόντων, η οποία είναι ικανή και πρόσφορη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο πράγματι προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες, κατά τούτο, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του, σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, των άρθρων 914, 297, 298, 330, 67, 68 και 71 ΑΚ, ως προς το σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι οι άνω εναγόμενοι και ήδη πρώτη και δεύτερος αναιρεσείοντες (οι λοιποί εναγόμενοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) ευθύνονται για την αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσίβλητων, από την υπεξαίρεση των χρημάτων τους, τη διαχείριση των οποίων είχαν αναθέσει στη μη διάδικο στην παρούσα δίκη, "...", παρέχοντας απλή συνέργεια στους άνω αυτουργούς της υπεξαίρεσης, η πρώτη αναιρεσείουσα, δια του δευτέρου νομίμου εκπροσώπου της.

Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, όπως αυτά αναφέρονται παραπάνω και συγκεκριμένα ότι:

α) Η πρώτη αναιρεσείουσα, κυπριακή εταιρία με την επωνυμία, ''...'', η οποία υπήρξε μέτοχος της "...", κατόπιν εξαγοράς το Μάρτιο του έτους 2000, ποσοστού 39% του μετοχικού της κεφαλαίου και διέθετε πέραν του δεύτερου αναιρεσείοντος και άλλα τρία μέλη στο ΔΣ αυτής, είχε πλήρη γνώση της όλης διαδικασίας υπεξαίρεσης των χρημάτων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και με τη συνειδητή καθοριστική συμβολή του ως άνω δεύτερου αναιρεσιβλήτου, νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος συμμετείχε και στο ΔΣ της μη διαδίκου ..., ως Αντιπρόεδρος, παρείχε και αυτή στην τελευταία τα αναγκαία μέσα για την τέλεση της ως άνω αδικοπραξίας.

β) Η πρώτη αναιρεσείουσα, δια του παραπάνω νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου αναιρεσείοντος, ο οποίος ήταν εμπειρότατος επαγγελματίας χρηματιστής στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και ορκωτός λογιστής, Πρόεδρος της Ένωσης Χρηματιστών από το Νοέμβριο του 1999 μέχρι τέλους 2001, και Πρόεδρος των κυπριακών ΑΧΕΠΕΥ, γνώριζε την πορεία της ...

και ειδικότερα ότι, όχι μόνο δεν είχε ορθολογική διοικητική οργάνωση και παρουσίαζε μεγάλες αποδόσεις, μη συμβατές με την αρνητική πορεία των χρηματιστηριακών συναλλαγών κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά ότι αυτή λειτουργούσε χωρίς να τηρεί και τις πλέον βασικές αρχές λειτουργίας μιας εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών προς το κοινό, καθώς και την τέλεση κακουργηματικής υπεξαίρεσης των χρημάτων των επενδυτών της, από τους Κ.

Σ. και Α. Β.. γ) Η ίδια εταιρία, προέβη στην απόσυρση των υπό διαχείριση κεφαλαίων της και στην είσπραξη του ποσού των 400.000.000 δρχ από λογαριασμό που τηρούσε η ... για χρήματα των επενδυτών της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, απόσυρση που έγινε από τον Πρόεδρό της (2ο αναιρεσείοντα), κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής καθώς και, δ) Ο δεύτερος αναιρεσείων, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης, ως Αντιπρόεδρος του ΔΣ της μη διαδίκου πρώτης εναγομένης, ..., ο οποίος, λόγω της ως άνω καταστατικής του ιδιότητας, στο πλαίσιο εκπροσώπησης και επιμέλειας των συμφερόντων, της εταιρείας αυτής, είχε τη δυνατότητα να ενεργεί όχι απλές υλικές, αλλά και νομικές πράξεις και να εμποδίζει την παράνομη δράση άλλων μελών του διοικητικού συμβουλίου, που βλάπτουν τα συμφέροντα των επενδυτών - πελατών της εταιρίας, αλλά και τα συμφέροντα της τελευταίας (εταιρίας), κατά παράβαση των υποχρεώσεων του αυτών, ουδέν έπραξε για να αποτρέψει την τέλεση του άνω εγκλήματος της υπεξαίρεσης με δυναμική παρέμβαση, αλλά με την συμπεριφορά του ενεθάρρυνε την Κ.

Σ. και τον Α. Β., αυτουργούς της υπεξαίρεσης, παρέχοντας με πρόθεση κατ' εξακολούθηση, απλή συνδρομή σ' αυτούς κατά την τέλεση της υπεξαίρεσης. Οι παραδοχές δε αυτές, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες παραδοχές του Εφετείου που προαναφέρθηκαν, στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασής του, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες ή να περιέχονται σ' αυτή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την ευθύνη του ανωτέρω δεύτερου αναιρεσείοντος, υπό τις πιο πάνω ιδιότητές του.

Ειδικότερα, όσον αφορά τις αιτιάσεις για αντι-φατικές αιτιολογίες, ουδεμία αντίφαση υφίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από το γεγονός, ότι δέχθηκε ότι, ''ο τελευταίος, αν και δεν είχε καθημερινή ενασχόληση με τη διοίκηση και διαχείριση της ..., είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή την πορεία της εν λόγω εταιρίας και τις αποδόσεις των κεφαλαίων της και πράγματι αποδείχθηκε ότι γνώριζε'', ενόψει του ότι στις λοιπές παραδοχές της απόφασης γίνεται λόγος για την εμπειρία και ικανότητα του τελευταίου όσον αφορά τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, καθώς και στο γεγονός ότι αυτός είχε προσλάβει, το Σ.

Π. (εργαζόµενο - αρχικά στην Τράπεζα Κύπρου), ο οποίος εγκαταστάθηκε στα γραφεία της "... ..." και μισθοδοτείτο απ' αυτή, προκειμένου να τον ενημερώνει και να φροντίζει για τα συμφέροντα της 23ης εναγοµένης "... LTD" (πρώτης αναιρεσείουσας), ο οποίος και πράγματι τον ενημέρωνε. Επίσης, ουδεμία αντίφαση υφίσταται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης περί της ευθύνης του δεύτερου αναιρεσείοντος, με αυτές ότι, α) η ένατη εναγομένη Κ.

Σ., ''ήταν ο άτυπος πρόεδρος, ο άτυπος διευθύνων σύμβουλος, ο άτυπος διαχειριστής και ελεγκτής και εν γένει ο ιθύνων νους της εταιρίας ...'', καθώς οι αποδιδόμενες στην τελευταία ιδιότητες, δεν αναιρούν τη συμμετοχή του τελευταίου στο ΔΣ της ... και την παροχή προς την τελευταία συνδρομής κατά την υπεξαίρεση, ούτε με αυτές, σύμφωνα με τις οποίες, β) δεν ευθύνονται τα λοιπά διορισθέντα από την πρώτη αναιρεσείουσα μέλη του ΔΣ της ..., ..., Ν.

Ν. και Ι. Π., καθώς για τους τελευταίους, κατά τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διαπιστώθηκε ευθύνη τους, σε αντίθεση με τον ίδιο το δεύτερο αναιρεσείοντα. Επομένως, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ενώ οι λοιπές επικαλούμενες στο ίδιο λόγο ελλείψεις, οι οποίες αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι την ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγηση τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων επιχειρηματολογία του δικαστηρίου, δεν θεμελιώνουν την άνω αναιρετική πλημμέλεια, εφόσον όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 42/2020, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).

Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση, α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 11/2016).

Ακολούθως, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματήσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ /2021, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1080/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).

Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, οι αναιρείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτιάσεις ότι, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 23-11-2001 επιστολής του Α. Β., για τον τερματισμό των συμβάσεων διαχείρισης της ... (πρώτης αναιρεσείουσας) με την ..., ''...

από την οποία προκύπτει ευθέως, ότι η απόσυρση των υπό διαχείριση κεφαλαίων της άνω εταιρίας και η είσπραξη του ποσού των 400.000.000 δρχ. από λογαριασμό που τηρούσε η ..., για χρήματα των επενδυτών της μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, δεν έγινε από τον Πρόεδρο της ... κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, αλλά από τον Πρόεδρο της ...'', αποδίδοντας σ' αυτή διαφορετικό περιεχόμενο, αφού δέχθηκε ότι, ''η απόσυρση των υπό διαχείριση κεφαλαίων της εταιρίας, "..." και η είσπραξη του ποσού των 400.000.000 δρχ από λογαριασμό που τηρούσε η ...

για χρήματα των επενδυτών της, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, έγινε από τον Πρόεδρο της ανωτέρω εταιρίας, "...", κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως νομίμου εκπροσώπου αυτής''. Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν το ακριβές και αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, όσον αφορά το έγγραφο αυτό, ούτε αναφέρουν τον ουσιώδη ισχυρισμό για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω έγγραφο, είναι απαράδεκτος προεχόντως γιατί, υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβίασης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, καθώς ενόψει των εκτεθέντων και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία δεν υπάρχει αναφορά στο συγκεκριμένο έγγραφο, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, που είναι αντίθετο με τις απόψεις των αναιρεσειόντων αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο φερόμενο ως παραμορφωμένο συγκεκριμένο έγγραφο.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, ήτοι:

α) το περιεχόμενο της από 7-1-2002 Β' έκθεσης ελέγχου των ελεγκτών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κ.κ. Σ. και Κ., β) το περιεχόμενο της από 7-10-2002 κατάθεσης του κ. Β., λογιστή της ..., γ) το περιεχόμενο της από 16-5-2002 έκθεσης ειδικού ελέγχου των Ν./Κ., δ) το με αριθμό 3648/2003 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του Σ.

Π., ο οποίος είχε προσληφθεί από το δεύτερο αναιρεσείοντα, προκειμένου να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πρώτης, με την παραδοχή ότι δεν είχε αρμοδιότητα επί της πορείας των υπό διαχείριση κεφαλαίων που είχε αναλάβει η ... για λογαριασμό πελατών της, ε) την αναγγελία της απαίτησης της Έ. Τ. (συζύγου του δεύτερου αναιρεσείοντος) προς την ..., στ) την από 30-7-2001 εντολή πληρωμής 400.000.000 δραχμών της πρώτης αναιρεσείουσας, με δικαιούχο την εταιρία συμμετοχών ...

ΑΕ, που θα μεριμνούσε για τη σύσταση ΑΕΔΑΚ και κατόπιν λήψης της απαιτούµενης έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου περί εξαγωγής συναλλάγματος αποκλειστικά και µόνο για τον ως άνω σκοπό (τη σύσταση ΑΕΔΑΚ, η) το περιεχόµενο της υπ' αριθµ. 374, 644, 1439, 1819, 1931, 2136, 2329Α, 2855/2014, 433/18-2-2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, µε την οποία κηρύχθηκε ένοχος άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση ο (μη διάδικος) έκτος εναγόµενος Δ.

Ι.. Από την παραδεκτή, όμως, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και ''όλα δίχως εξαίρεση τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, ακόμη και εκείνα των οποίων δεν γίνεται ειδική μνεία, είτε προς πλήρη απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων'', σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με ρητή μάλιστα αναφορά, στην από 7-1-2002 Β' έκθεση ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των ελεγκτών, Β.

Σ. και Σ. Κ., στην ανάληψη από την πρώτη αναιρεσείουσα του ποσού των 400.000.000 δρχ από λογαριασμό που τηρούσε στη ..., η ... για χρήματα των επενδυτών της και στην πιο πάνω, με αριθμό 433/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, είναι αβάσιμος ο προαναφερθείς από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών και επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ακολούθως, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, αποδίδεται μομφή στην προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, περί δίκαιης δίκης, με τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι, ''η άσκηση αναίρεσης από το δεύτερο αναιρεσείοντα κατά της με αριθμό 433/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, δεν αναιρεί την κτήση της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου'', χωρίς να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του, να μην αναστείλει την έκδοσή της, κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ, παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας, καθώς ακυρώνει την αξία της αναιρετικής διαδικασίας στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, κατόπιν της οποίας ενδέχεται να αθωωθεί ο δεύτερος αναιρεσείων.

Ο λόγος αυτός, κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημιουργία υπέρ του δεύτερου αναιρεσείοντος τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο έπρεπε να εφαρμοστεί από το Εφετείο, αφού η άνω ποινική απόφαση ήταν καταδικαστική γι' αυτόν, το δε Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αναμείνει την έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου, επί της ασκηθείσας από τον τελευταίο αίτησης αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.

Ο ίδιος δε λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τη μη αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, η διάταξη του άρθρου 250 ΚΠολΔ, είναι δικονομικού δικαίου, δεδομένου ότι με αυτή προσδιορίζεται η διαδικασία που ακολουθείται από το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση στην περίπτωση για την οποία υπάρχει εκκρεμής ποινική αγωγή, που επηρεάζει την ερευνώμενη αστική υπόθεση και παρέχεται σ' αυτό η δυνητική ευχέρεια, και όχι υποχρέωση, αναβολής της συζήτησης, χωρίς να έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφασή του επί του σχετικού αιτήματος και, συνεπώς, δεν ιδρύει τον προτεινόμενο κατ' εκτίμηση, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 718/2021).

Στη συνέχεια, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπής και αντιφατική αιτιολογία, κατά την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, περί πραγματικής πλάνης, ως προς το ύψος των κονδυλίων, που έλαβαν στις 28-11-2001, η πρώτη αναιρεσείουσα και οι (συνδεδεμένες με αυτή) εταιρίες, "..." και "...", ποσών 1.656.519.686 δραχμών, 126.517.563 δραχμών και 435.016.580 δραχμών, αντίστοιχα, με την παραδοχή ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή, διότι τα εν λόγω κονδύλια δεν περιλαμβάνονται στο έλλειμμα, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει το λόγο για τον οποίο δεν ασκεί επιρροή ο εν λόγω ισχυρισμός, που είναι αντιφατική με την επακολουθούσα κρίση του δικαστηρίου, ότι η άγνοια του δεύτερου αναιρεσείοντος περί του ύψους των πιο πάνω ποσών, συνιστά περιστατικό ενισχυτικό της γνώσης του, για τη γενόμενη υπεξαίρεση από την Κ. ...

και τον Α. Β.. Αναφορικά με τον άνω περί πλάνης ισχυρισμό, το Εφετείο με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του, δέχθηκε, ''ότι αυτός δεν ασκεί επιρροή, διότι τα ανωτέρω ποσά δεν περιλαμβάνονται στο έλλειμμα'', και με επάλληλη σκέψη, ότι, ''αποτελεί δε η αναφορά αυτή ένα επιπλέον των λοιπών συμβάν, ενισχυτικό της γνώσης του κατηγορουμένου (2ου αναιρεσείοντος) για τη γενόμενη υπεξαίρεση από την Κ. ...

και τον Α. Β.''. Ενόψει αυτών, ο άνω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον όπως ήδη αναφέρθηκε η αντιφατικότητα κύριας και επικουρικής αιτιολογίας δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει ως ελλιπή την κύρια αιτιολογία της απόρριψης του άνω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο άνω ισχυρισμός δεν ασκεί επιρροή, διότι τα ανωτέρω ποσά που περιήλθαν στην πρώτη αναιρεσείουσα και τις λοιπές συνδεδεμένες με αυτήν εταιρίες, δεν αποτελούν μέρος του ελλείμματος, δεν ασχολήθηκε με τα κονδύλια αυτά και το ύψος τους, όσον δε αφορά την επάλληλη αιτιολογία ότι από αυτόν συνάγεται γνώση του δεύτερου αναιρεσείοντος ως προς την τέλεση της υπεξαίρεσης, τούτο αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου, και όχι αιτιολογία της απόφασης επιδεχόμενη μομφή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Τέλος, από το άρθρο 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του ''ευλόγου'' εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του ''ευλόγου'' και συνακόλουθα το ''εύλογο'' εμπεριέχεται αναγκαίως στο ''ανάλογο''. Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αριθμούς 1 ή 19, αντίστοιχα) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 501/2021, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ήδη αναφέρθηκε, όσον αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσίβλητων από την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των τελευταίων να καταβάλουν σε ολόκληρον καθένας, για την αιτία αυτή, σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες, το ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο κρίθηκε, ως εύλογο, ''λαμβανομένου υπόψη του είδους, του τρόπου και των συνθηκών τέλεσης της πράξης, του βαθμού υπαιτιότητάς τους, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της ιδιαίτερης ψυχικής ταλαιπωρίας των εναγόντων από την εμπλοκή τους σε δικαστικό αγώνα''.

Έτσι που έκρινε Εφετείο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, ο έκτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και, καθ' υπέρβαση, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ επιδίκασε σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους το άνω ποσό, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την ένδικη αιτία, που είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιστάσεις και προκύπτουν από της συνθήκες της αδικοπραξίας, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού τους αιτήματος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Δικαστικά έξοδα όσον αφορά τους απολιπόμενους αναιρεσίβλητους, δεν επιδικάζονται, διότι λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-7-2017 (αριθμ. καταθ. 450/7-7-2017) αίτηση αναίρεσης της 1313/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει, συνολικά, σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ