Supreme Court dismisses appeal against conviction for illegal adoption mediation with profit motive and professional intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn their conviction for the crime of illegal adoption mediation. The court found that the lower court's decision was fully reasoned and legally sound regarding the elements of the crime, which require delivery of a child for adoption or third-party mediation for profit. The court rejected the arguments claiming lack of reasoning or misapplication of law, noting that the lower court adequately established the joint intent and professional nature of the offense.
Legislator headnote
AI generatedArt. 10 para. 2 & 3 of Law 2447/1996; Art. 510 para. 1 items D & E of Criminal Procedure Code: The crime of illegal adoption mediation is constituted by the delivery of a child for adoption or third-party mediation for profit, regardless of judicial approval, and is aggravated by professional intent or speculative purpose; appeals based on lack of reasoning or misapplication of these substantive provisions are inadmissible when the lower court's decision is fully substantiated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2087 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2087/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Γεώργα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 303/17 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Παπασωτηρίου και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Τ... Χ... Α., κατοίκου ... και 2)Σ... Α. Ο. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 11/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαΐου 2015 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 672/15.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 2447/1996 "με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών (2.900 ευρώ) τιμωρούνται: εκείνος που δίνει σε υιοθεσία το παιδί του, καθώς και εκείνος που μεσολαβεί στην υιοθεσία, αποκομίζοντας οι ίδιοι ή προσπορίζοντας σε άλλους αθέμιτο όφελος" και κατά την διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου "εκείνος που τελεί κατ' επάγγελμα ή με πρόθεση κερδοσκοπίας, τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από τις δύο προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή μέχρι πέντε (5) εκατομμυρίων δραχμών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της παράνομης υιοθεσίας, απαιτείται: α) Παράδοση από τον υπαίτιο του παιδιού του για υιοθεσία, ή μεσολάβηση (τρίτου) στην υιοθεσία, ανεξάρτητα από το εάν η τελευταία τελέστηκε με δικαστική απόφαση. Και β) Η παράδοση του τέκνου ή η μεσολάβηση τρίτου να έγινε με σκοπό να αποκομίσει ο υπαίτιος αθέμιτο όφελος, ή να προσπορίσει σε άλλους τέτοιο όφελος.
Δηλαδή, για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, αρκεί η παράδοση του παιδιού για υιοθεσία ή η αθέμιτη μεσολάβηση τρίτου στην υιοθεσία και στερείται εννόμου επιρροής το αν η υιοθεσία τελέστηκε ή όχι με δικαστική απόφαση, η δε πράξη προσλαμβάνει χαρακτήρα κακουργήματος όταν τελείται με πρόθεση κερδοσκοπίας ή ο υπαίτιος τελεί αυτήν κατ' επάγγελμα.
Σε αντίθεση με την μεσολάβηση ή την παράδοση που γίνεται με σκοπό το αθέμιτο όφελος, ως τέλεση της πράξης με πρόθεση κερδοσκοπίας, νοείται η διάπραξη αυτής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, το οποίο μπορεί να προέρχεται και από μία μόνο πράξη, ενώ τέλεση της πράξης κατ' επάγγελμα συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεσή της ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 περ.
στ' του Π.Κ.. Για την κατά το νόμο ολοκλήρωση της ως άνω αξιόποινης πράξης στην κακουργηματική της μορφή, αρκεί το ότι ο υπαίτιος επιδίωξε τον ανωτέρω σκοπό της κερδοσκοπίας και είναι νομικά αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε, είναι δε δυνατή η τέλεση του ως άνω εγκλήματος και από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα και η σωρευτική αποδοχή και των δύο αυτών τρόπων τέλεσής του σε βαθμό κακουργήματος, δεν δημιουργεί ασάφεια στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως.
Περίπτωση τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης κατ' επάγγελμα συντρέχει και όταν αυτή τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από την τέλεσή της.
Τέλος, κατά το άρθρο 45 του Π.Κ., "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης" (συναυτουργία). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη της συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξή τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επιμέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος.
Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν, είτε πριν την πράξη τους είτε κατά την τέλεσή της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμπράττουν με δόλο τέλεσης του όλου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου.
Για τη στοιχειοθέτηση δηλαδή της συναυτουργίας σε κάποιο αδίκημα απαιτούνται δύο βασικοί όροι, αντικειμενικώς σύμπραξη στη συγκεκριμένη κύρια πράξη, υποκειμενικώς δε κοινός δόλος εκείνων που συμπράττουν (Ολομ. Α.Π. 50/1990). Έτσι, από τη διάταξη αυτή του άρθρου 45 του Π.Κ. σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 και 3 του Ν. 2447/1996, προκύπτει ότι είναι δυνατή η υπό περισσοτέρων κατά συναυτουργία τέλεση της αξιόποινης πράξης της παράνομης υιοθεσίας, απαραίτητος δε όρος της κατά συναυτουργία δράσεως στο έγκλημα αυτό είναι η γνώση του κάθε συναυτουργού της προθέσεως του άλλου συναυτουργού ή των άλλων συναυτουργών να τελέσει ή να τελέσουν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και η θέλησή του να συμπράξει με αυτόν ή με αυτούς (κοινός δόλος), η δε σύμπραξη του κάθε συναυτουργού μπορεί να περιορισθεί και στην ενέργεια μεμονωμένων πράξεων κατά την εκτέλεση του εγκλήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο στην απόφαση να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες καθενός των συναυτουργών για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού, εκτός εάν στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά δια παραπομπής στο διατακτικό, οπότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική.
Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, από μόνη της, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία.
Μόνον όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό, είναι ελλιπής. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που όπως προαναφέρθηκε συμβαίνει στο έγκλημα της παράνομης υιοθεσίας, αφού απαιτείται η παράδοση του τέκνου ή η μεσολάβηση τρίτου να έγινε με σκοπό να αποκομίσει ο υπαίτιος αθέμιτο όφελος, ή να προσπορίσει σε άλλους τέτοιο όφελος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 11/2015 απόφασή του, κήρυξε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ενόχους, εκτός των πλημμελημάτων της από κοινού νοθεύσεως της οικογενειακής τάξης άλλου και της από κοινού υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, ως προς τα οποία δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και του κακουργήματος της από κοινού παράνομης υιοθεσίας από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα και καταδίκασε τον καθένα απ' αυτούς για το κακούργημα αυτό σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο της ουσίας, στο σκεπτικό της δέχθηκε σχετικά με την ως άνω αξιόποινη κακουργηματική πράξη για την οποία καταδίκασε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και για την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, επί λέξει, τα εξής: "...από την κατάθεση της ενόρκως στο ακροατήριο εξετασθείσας μάρτυρα της κατηγορίας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω ένορκη εξέταση της Α.
Λ. του Ρ. και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Οι πρώτη και δεύτερος των κατηγορουμένων Χ. Τ... και Σ. Α. Ο. είναι σύζυγοι και .... Η πρώτη ασχολείται με τα οικιακά και την ανατροφή των τεσσάρων τέκνων τους και ο δεύτερος είναι μικροπωλητής και περιστασιακά απασχολείται ως εργάτης σε διάφορες πόλεις της βόρειας Ελλάδας.
Κατά τις αρχές του έτους 2007 ο δεύτερος κατηγορούμενος γνωρίστηκε σ' ένα καφέ - μπαρ της … με τη μηνύτρια A. A. L. L., η οποία εργαζόταν παράνομα εκεί ως σερβιτόρα και δημιούργησε μαζί της ερωτική σχέση. Η μηνύτρια κατάγεται από … και εργαζόταν κατά διαστήματα στην Ελλάδα, όπου είχε εισέλθει χωρίς νόμιμα έγγραφα.
Κατά την διάρκεια της ερωτικής τους σχέσης η μηνύτρια, η οποία, κατά τη μηνυτήρια αναφορά, ήταν ήδη έγκυος στους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης της, ανακοίνωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο ότι κυοφορεί το παιδί του και όταν η εγκυμοσύνη της έφθασε σε προχωρημένο στάδιο, αυτός, παρά το ότι δεν αποδέχθηκε την πατρότητα, που και στη συνέχεια αποδείχθηκε (με τη διενέργεια εξετάσεων DNA) ότι όντως δεν υπήρχε, την παρέλαβε στην οικία του για να την φιλοξενήσει μέχρι την ώρα του τοκετού, έχοντας ήδη αποφασίσει, από κοινού με την πρώτη κατηγορουμένη σύζυγο του, ότι θα φιλοξενήσουν την έγκυο, θα την οδηγήσουν στο νοσοκομείο να γεννήσει και θα δώσουν, στη συνέχεια, το κυοφορούμενο για υιοθεσία, προκειμένου να ποριστούν εισόδημα από την πράξη αυτή, εμφανίζοντάς το ως δικό τους γνήσιο τέκνο.
Ο ισχυρισμός των πρώτης και δεύτερου των κατηγορουμένων ότι ο δεύτερος πίστεψε πως ήταν ο πατέρας του κυοφορούμενου και έπεισε και την πρώτη αναφορικά με αυτό, δεν είναι πειστικός, αφού στην περίπτωση αυτή η πρώτη κατηγορουμένη, ασφαλώς και θα αντιδρούσε στη φιλοξενία της μηνύτριας και, κατά , λογική ακολουθία, δεν θα δεχόταν να συγκατοικεί αυτή (μηνύτρια) στο σπίτι όπου διέμενε η ίδια με τον δεύτερο κατηγορούμενο, (σύζυγό της) και το οποίο αποτελούσε την οικογενειακή τους στέγη.
Άλλωστε και η ίδια (πρώτη κατηγορουμένη) στην απολογία της αναφέρει ότι η μηνύτρια της είπε ότι το παιδί δεν ήταν τέκνο του συζύγου της, στοιχείο που άλλωστε εξηγεί και τη στάση της ως προς την φιλοξενία της εγκύου με απώτερο, βέβαια, σκοπό την από αυτούς (κατηγορούμενους) παραχώρηση για υιοθεσία του τέκνου, που η τελευταία θα γεννούσε.
Έτσι, στις 20-8-2007 έχοντας αποφασίσει οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι ότι θα εμφανίσουν το τέκνο της μηνύτριας ως δικό τους γνήσιο τέκνο προκειμένου να το δώσουν για υιοθεσία και έχοντας καταστρώσει το σχέδιο των ενεργειών τους, η πρώτη από αυτούς, εκτελώντας μέρος του σχεδίου, οδήγησε τη μηνύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής για να γεννήσει και με κοινή απόφαση της ίδιας και του ως άνω συζύγου της δήλωσε ως στοιχεία ταυτότητας της επιτόκου (η οποία δεν κατείχε νομιμοποιητικά έγγραφα, από τα οποία να προκύπτουν τα στοιχεία της ταυτότητάς της) τα στοιχεία της ίδιας (πρώτης κατηγορουμένης) και ως στοιχεία ταυτότητας του πατέρα του κυοφορούμενου τα στοιχεία του δεύτερου κατηγορουμένου.
Κατά την είσοδο της επιτόκου στο νοσοκομείο δεν, προσκομίστηκε ασφαλιστικό βιβλιάριο, δηλώθηκαν προφορικά τα στοιχεία της επιτόκου και του φερομένου ως πατέρα, ενώ κατά την έξοδο αυτής και του τέκνου της (ενός θήλεος) οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν εξ ιδίων τα έξοδα του τοκετού. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι πέτυχαν, με τις πιο πάνω ψευδείς δηλώσεις τους να παραπλανηθεί η ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής Α.
Γ. και να χορηγήσει τη σχετική βεβαίωση γέννησης, με στοιχεία γονέων του ως άνω τέκνου αυτά των κατηγορουμένων, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση), στη συνέχεια, ο δεύτερος κατηγορούμενος, εκτελώντας επίσης μέρος του ως άνω αποφασισθέντος σχεδίου τους, ζήτησε τη σύνταξη της σχετικής ληξιαρχικής πράξης γέννησης και, ακολούθως, βεβαιώθηκε ψευδώς στη με αριθμό ...2007 ληξιαρχική πράξη γέννησης του Ληξιάρχου … ότι το τέκνο που γεννήθηκε την 20-8-2007 είναι γνήσιο τέκνο αυτού και της συζύγου του, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν, όπως αποδείχθηκε, γνήσιο τέκνο της A.
A. L. L., το οποίο απέκτησε αυτή από πρόσωπο που δεν εξακριβώθηκε κατά την, μέχρι σήμερα, ποινική διαδικασία. Οι πρώτη και δεύτερος κατηγορούμενοι φιλοξένησαν στο σπίτι τους τη μηνύτρια επί δύο ημέρες μετά τον τοκετό και, στη συνέχεια, αυτή έφυγε με σκοπό να μεταβεί στην πατρίδα της, αφήνοντας το βρέφος της στους πιο πάνω, επικαλούμενη ότι αδυνατεί να το αναθρέψει, δεδομένου ότι ήδη είχε ένα ανήλικο τέκνο που ζούσε στα … Στη συνέχεια, έχοντας αποφασίσει οι πιο πάνω κατηγορούμενοι να δώσουν το βρέφος της μηνύτριας - που εμφανιζόταν ως γνήσιο τέκνο τους - για υιοθεσία, ξεκίνησαν τις σχετικές ενέργειες και ο δεύτερος, ο οποίος περιστασιακά εργαζόταν, τότε, στην ...
μέσω κάποιων συγγενών του, που διέμεναν εκεί, ήλθε, μεταξύ του χρονικού διαστήματος από 22-8-2007 έως και την 6-3-2008, σε επαφή με τους υποψήφιους θετούς γονείς Μ. Μ. και Χ. Μ., οι οποίοι επιθυμούσαν την υιοθεσία ενός βρέφους και συμφώνησε να τους παραχωρήσει το φερόμενο ως γνήσιο τέκνο τους, αντί ποσού πλέον των 5.000 ευρώ.
Ενεργώντας, λοιπόν, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ως ανωτέρω, από κοινού με την πρώτη κατηγορουμένη σύζυγο του και, έχοντας μαζί τους το φερόμενο ως γνήσιο τέκνο τους, μετέβησαν και συναντήθηκαν με τους ως άνω υποψήφιους θετούς γονείς σε χώρο του ΚΤΕΛ υπεραστικών λεωφορείων Θεσσαλονίκης, όπου τους παρέδωσαν το βρέφος και στη συνέχεια εμφανίστηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.
Σ. Γ., στην οποία δήλωσαν ότι συναινούν στην υιοθεσία του τέκνου τους και αναθέτουν τη φροντίδα αυτού στους υποψήφιους γονείς, με συνέπεια να συνταχθεί η με αριθμό …3-9-2007 πράξη συναίνεσης σε υιοθεσία της πιο πάνω συμβολαιογράφου, ενώ ακολούθησε και η έκδοση της υπ' αριθμόν 12405/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία κηρύχθηκε θετό τέκνο των ...
το φερόμενο ως γνήσιο τέκνο των πιο πάνω κατηγορουμένων, οι οποίοι (κατηγορούμενοι), επίσης στο πλαίσιο της σχετικής δίκης περί υιοθεσίας συναίνεσαν αυτοπροσώπως ενώπιον της Εισηγήτριας Δικαστή για την υιοθεσία αυτού. Οι πιο πάνω κατηγορούμενοι εμφανίζοντας ως γνήσιο τέκνο τους το θήλυ βρέφος της μηνύτριας, παραπλάνησαν εκτός από την ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου …, που χορήγησε τη σχετική βεβαίωση γέννησης, το ληξίαρχο … που συνέταξε τη σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης, τους υποψήφιους θετούς γονείς, τη συμβολαιογράφο που συνέταξε την πράξη συναίνεσης σε ανάθεση της επιμέλειας προς υιοθεσία και επίσης το Δικαστήριο, όπου έδωσαν την αυτοπρόσωπη συναίνεση για την υιοθεσία του φερόμενου ως τέκνου τους, προκειμένου να τελεστεί αυτή και για να ποριστούν, όπως σκόπευαν, εισόδημα ποσού πλέον των 5.000 ευρώ, το οποίο και, τελικά αποδείχθηκε ότι αυτοί, εισέπραξαν από τους ανωτέρω υποψήφιους θετούς γονείς.
Οι ενέργειές τους αυτές για τη μεσολάβηση σε υιοθεσία έγιναν από πρόθεση κερδοσκοπίας, αφού αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ήδη από την γέννηση του πιο πάνω βρέφους σκόπευαν στον πορισμό κέρδους από τη μελλοντική "πώλησή" του, ήτοι του παραπάνω χρηματικού ποσού και κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι, παρά το ότι πρόκειται για ενέργειες που αποσκοπούσαν στη συγκεκριμένη παράνομη υιοθεσία, αυτές δεν τελέστηκαν ευκαιριακά, αλλά, όπως, αναμφίβολα, αποδείχθηκε αποτελούν ένα καλά οργανωμένο σχέδιο, των κατηγορουμένων, το οποίο υποστηρίχθηκε με μεθοδικότητα και υποδομή, την οποία είχαν διαμορφώσει αυτοί, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης και δη, λαμβάνοντας την έγκυο υπό την προστασία τους, οδηγώντας την επίτοκο στο νοσοκομείο, δίνοντας ψευδώς ως στοιχεία αυτής τα στοιχεία της πρώτης κατηγορουμένης και ως στοιχεία του πατέρα αυτά του δεύτερου κατηγορουμένου, στη συνέχεια παραπλανώντας την ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου … που χορήγησε τη σχετική βεβαίωση γέννησης, το ληξίαρχο … που συνέταξε τη σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης, τους υποψήφιους θετούς γονείς, στους οποίους εμφάνισαν το υπό υιοθεσία βρέφος ως γνήσιο τέκνο τους, επίσης τη συμβολαιογράφο που συνέταξε την πράξη συναίνεσης σε υιοθεσία και, τέλος, το Δικαστήριο, όπου δόθηκε η αυτοπρόσωπη συναίνεσή τους για την υιοθεσία αυτού. ...
Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται, με πλήρη δικανική πεποίθηση, ότι οι πρώτη και δεύτερος κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού τις πράξεις της μεσολάβησης σε υιοθεσία ανηλίκου, από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα, .... και, συνακόλουθα, αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών, όπως ορίζεται στο παρακάτω διατακτικό".
Στη συνέχεια, με το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ενόχους του αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και για την κακουργηματική αξιόποινη πράξη της κατ' επάγγελμα από κοινού μεσολάβησης σε υιοθεσία ανηλίκου από κερδοσκοπία, δεχόμενη, επί λέξει, ότι: "Στην … και στη .., σε ημερομηνία που δεν έχει προσδιορισθεί επακριβώς αλλά τοποθετείται μεταξύ του χρονικού διαστήματος από 22-8-2007 έως και την 6-3-2008, ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφασή τους, μεσολάβησαν σε υιοθεσία, αποκομίζοντας οι ίδιοι αθέμιτο όφελος, την πράξη δε αυτή τέλεσαν από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος.
Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρονικό διάστημα, μεσολάβησαν και παρέδωσαν στους υποψήφιους θετούς γονείς, Μ. Μ. και Χ. Μ., θήλυ τέκνο, το οποίο εμφάνισαν ως δικό τους, ενώ στην πραγματικότητα ήταν τέκνο της L... A..., με σκοπό να πορισθούν οι ίδιοι από την υιοθεσία αυτή εισόδημα, λαμβάνοντας οικονομικό αντάλλαγμα από τους ανωτέρω υποψηφίους (τότε) θετούς γονείς, το ύψος του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 5.000 ευρώ.
Την ανωτέρω πράξη οι κατηγορούμενοι τέλεσαν με πρόθεση κερδοσκοπίας, αφού ήδη από την γέννηση του ανωτέρω βρέφους αυτοί σκόπευαν στον πορισμό κέρδους από τη μελλοντική "πώλησή" του, αλλά και κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι οι ενέργειές τους προς τούτο δεν τελέστηκαν ευκαιριακά, αλλά ως τμήμα ενός καλά οργανωμένου σχεδίου, το οποίο υποστηρίχθηκε με μεθοδικότητα και υποδομή, την οποίαν αυτοί είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης.
Για να υλοποιηθεί δε ο σκοπός τους, που ήταν ο πορισμός εισοδήματος προέβησαν σε συγκεκριμένες ενέργειες και ειδικότερα: α) διατάραξαν την οικογενειακή τάξη του ανήλικου, υποβάλλοντας το, δηλώνοντας την 20-08-2007 στο Νοσοκομείο .. ψευδή στοιχεία ταυτότητας της επιτόκου μητέρας του L... A... και συγκεκριμένα δηλώνοντας ως μητέρα την Χ.
Τ... και πατέρα τον Σ. Α..., β) πέτυχαν με εξαπάτηση, λόγω των προηγούμενων ψευδών δηλώσεων και της παραπλάνησης της Α. Γ., Ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου .. που χορήγησε τη σχετική βεβαίωση γέννησης, να βεβαιωθεί ψευδώς στην υπ' αριθ. ...2007 Ληξιαρχική Πράξη γέννησης του Ληξιάρχου Κομοτηνής ότι το τέκνο που γεννήθηκε την 20-8-2007 είναι γνήσιο τέκνο τους, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν γνήσιο τέκνο της A...
L... και, γ) παραπλάνησαν τους προαναφερθέντες υποψήφιους θετούς γονείς με τις ως άνω πράξεις τους, αλλά και τις Αρχές και ειδικότερα τη Συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Χ. Σ. - Γ. και το Δικαστήριο, αφού και οι δύο κατηγορούμενοι συναίνεσαν, ενώπιον του, αυτοπροσώπως, στην υιοθεσία τέκνου που δεν ήταν γνήσιο δικό τους, με αποτέλεσμα να συνταχθεί αντιστοίχως η υπ' αριθ. 4167/3-9-2007 Πράξη συναίνεσης σε υιοθεσία της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου και να εκδοθεί η υπ' αριθ. 12405/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία κηρύχθηκε θετό τέκνο των ...
το φυσικό θήλυ τέκνο της A... L..., το οποίο φέρονταν ως γνήσιο τέκνο των δύο πρώτων κατηγορουμένων, γεγονότα που μαρτυρούν, σαφώς, την πρόθεση των κατηγορουμένων να επαναλάβουν και στο μέλλον παράνομες πράξεις και, μάλιστα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, σε κάθε δε περίπτωση με πρόθεση κερδοσκοπίας". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο ως άνω σκεπτικό και στο ως άνω διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, η τελευταία διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την καταδίκη των κατηγορουμένων για από κοινού κατ' επάγγελμα μεσολάβηση σε υιοθεσία ανηλίκου από κερδοσκοπία, αφού περιέχονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ.
στ', 26 παρ. 1, 27, 45, 51, 52, 57 και 79 του Π.Κ και 10 παρ. 2 και 3 του Ν. 2447/1996, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16α του Ν. 2479/1997, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού στο κατά τα ανωτέρω πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος της από κοινού κατ' επάγγελμα μεσολαβήσεως σε υιοθεσία ανηλίκου από κερδοσκοπία, δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συγκεκριμένα των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση και αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα, ο δόλος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ενυπήρχε στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούσαν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω κακουργήματος, ενώ παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της από κοινού μεσολαβήσεως σε υιοθεσία ανηλίκου από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα που διέπραξαν οι αναιρεσείοντες, αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της αποφάσεως, ο τρόπος με τον οποίο, μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, έδρασαν από κοινού οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες στην τέλεση του ως άνω κακουργήματος και αιτιολογείται επαρκώς η σύμπραξη των αναιρεσειόντων στην εκτέλεση των εν λόγω πράξεων και η ύπαρξη κοινού δόλου αυτών.
Ακόμη, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αιτιολογείται η συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων των επιβαρυντικών περιστάσεων της τελέσεως της μεσολαβήσεως σε υιοθεσία ανηλίκου με πρόθεση κερδοσκοπίας, με την παραδοχή ότι "ήδη από τη γέννηση του ανωτέρω βρέφους αυτοί σκόπευαν στον πορισμό κέρδους από τη μελλοντική πώλησή του" καθώς και της κατ' επάγγελμα τελέσεως της ως άνω πράξεως, η οποία θεμελιώνεται, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως που στηρίζονται στα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν, στην υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι αναιρεσείοντες με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς της, η οποία προέκυψε από το οργανωμένο σχέδιο δράσης που ακολούθησαν, τις μεθοδευμένες και συστηματικές ενέργειές τους και τον σκοπό τους να πορισθούν εισόδημα από τη μεσολάβηση σε υιοθεσία ανηλίκου αλλοδαπής μητέρας.
Επομένως, αφού οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων κατά το μέρος που έκρινε ενόχους και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και για το κακούργημα της από κοινού κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία μεσολαβήσεως σε υιοθεσία ανηλίκου, είναι αβάσιμοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ... Τ... Α. και 2) Σ... Α... Σ., κατοίκων ..., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25-5-2015, για αναίρεση της 11/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Και Επιβάλλει στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ