Legislator Case Law & Legislation
2087/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on paternity recognition, ruling mother's consent refusal requires proof of non-paternity.

Case Number 2087/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision recognizing the respondent as the father of the child. The appellant argued the lower court erred by allowing recognition without her consent, claiming she could not consent due to lack of knowledge about the child's paternity. The court held that under Greek law, a mother can only refuse consent by asserting the respondent is not the biological father, making the lower court's decision legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1476(b), 1479(1)(b) of the Civil Code and Article 4 of the European Convention on Children Born Out of Wedlock: A mother may refuse consent to paternity recognition only by claiming the respondent is not the biological father; other reasons for refusal are invalid.

Keywords

AI generated
paternity recognition maternal consent biological father appeal admissibility civil procedure family law Greek Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1476(b) of the Civil Code
Article 1479(1)(b) of the Civil Code
Article 4 of the European Convention on Children Born Out of Wedlock
Law 1702/1987
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2087 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2087/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ντούμο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 626/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-2-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ.... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Πατρών Π. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νομοτύπως και εμπροθέσμως επιδόθηκε, στην αναιρεσείουσα. Επομένως, εφ' όσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινακίο πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 262/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία, απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 626/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δια της οποίας έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε ούτος πατέρας του θήλεος ανηλίκου τέκνου της εναγομένης. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την διαδικασία των διαφορών που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων, εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τον λόγο αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α του ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παράβαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος σε αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απηγγέλθη ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξ άλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στην παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές τής προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Εν προκειμένω, στον εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μοναδικό λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εκθέτει επί λέξει τα εξής: "Η εκκαλουμένη απόφαση όμως έσφαλε, καθώς έκρινε πως θα μπορούσα να αρνηθώ την συναίνεσή μου μόνο με την επίκληση πως ο αντίδικος δεν είναι πραγματικός πατέρας του ανηλίκου, κάτι το οποίο δεν έθεσα. Όμως παρέβλεψε ότι κλήθηκα από τον αντίδικο να προβώ σε συναίνεση σε συμβολαιογράφο, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και ενώ ήδη ο αντίδικος είχε προβεί σε καταγγελία εναντίον μου και βρισκόμουν σε διαδικασία εξηγήσεων και καταθέσεων, όπως και εξετάσεως του παιδιού μου από πραγματογνώμονα παιδοψυχίατρο. Επομένως, δεν είχα την δυνατότητα να προβώ σε συναίνεση ή να θέσω τον οποιονδήποτε ισχυρισμό για το αν ο αντίδικος είναι πατέρας του ανηλίκου τέκνου μου. Έτσι όμως, το Εφετείο Πατρών, ενήργησε παρά τον νόμο και κατέστησε αναιρετέα της προσβαλλόμενη απόφαση του, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ)".

Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 πλημμέλεια, τυγχάνει αβάσιμος, εφ' όσον, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 1476 εδαφ. β', 1479 παρ.1 εδαφ. β' του ΑΚ και άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως περί τέκνων γεννηθέντων χωρίς γάμο γονέων κυρωθείσης με τον Ν. 1702/1987, η μητέρα δύναται να αρνείται τη συναίνεσή της στην αναγνώριση τέκνου μόνο με την επίκληση του ισχυρισμού ότι δεν πρόκειται για τον αληθινό πατέρα του παιδιού, οπότε και υπάρχει η ανάγκη της προσφυγής στη δίκη για την αναγνώριση της πατρότητας, ώστε να αποδειχθεί ενώπιον του δικαστηρίου πλέον, ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι πρόκειται για τον πραγματικό πατέρα, οποιαδήποτε δε άλλη άρνηση συναινέσεως δεν δικαιολογείται.

Περαιτέρω, ο αυτός λόγος, καθ' μέρος δι' αυτού προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν επισημαίνονται με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών τής προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτως ώστε να ερευνηθή η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περί δικαστικής αναγνωρίσεως τέκνου, χωρίς να αναφέρει, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνει και τα οποία ήταν κατά νόμο αναγκαία, ώστε να οδηγηθεί στην ως άνω κρίση του.

Σε κάθε περίπτωση υπό την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλήττει ουσιαστικώς με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, και επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθή αύτη, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-2-2017 αίτηση της Α. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 262/2016 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ