2087/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 619/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7607/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/4/2004 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2087/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Full text
Απόφαση 2087 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2087/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 619/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7607/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/4/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν, κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο, έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες ΣΣΕ ή ΔΑ.
Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π. ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", στο οποίο περιλαμβάνονται και οι ηλεκτρολόγοι, η οποία κηρύχτηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις ΥA 16170/1981 και 18749/1981 αντίστοιχα, καθώς και αυτό της υπ' αριθμ.74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. 17663/15-7-1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και στην οποία ορίζεται ότι "το κατώτατο όριο βασικού μισθού ή ημερομισθίου, των εργαζομένων που υπάγονται στην απόφαση αυτή, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα κατώτατο όριο βασικού μισθού ή ημερομισθίου αντίστοιχα της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας...", μεταβλήθηκε με την από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΥΑ 17853/89) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής.
Με αυτή την ΕΣΣΕ επεκτάθηκαν στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ΝΔ 2593/1953, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 1810/1988 για το ενιαίο μισθολόγιο και καταργήθηκαν όλα τα επιδόματα αυτών ανεξάρτητα από την ονομασία και τον τρόπο καταβολής τους.
Με το άρθρο 9 της παραπάνω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρω αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ.
ΑΠ 10/2002, 3/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής του ο αναιρεσείων, αφού εξέθετε ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζόταν από 2-7-1977 στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ως ηλεκτρολόγος, με οκτάωρο νόμιμο ωράριο εργασίας μέχρι τις 13-9-1982 που εφαρμόστηκε το πενθήμερο εβδομαδιαίας απασχολήσεως, αμειβόμενος δε με τις από το νόμο και τις ισχύουσες για τους εργαζόμενους στα δημόσια νοσοκομεία σχετικές ΣΣΕ και ΔΑ προσδιοριζόμενες αποδοχές, ζήτησε για το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 μέχρι 30-11-1999, κατά το οποίο είχε συμπληρώσει 30ετή υπηρεσία, τις προκύπτουσες από το μη υπολογισμό των αποδοχών του βάσει των υπ' αριθμ. 42/1981 και 74/1982 αποφάσεων των ΔΔΔΔ Πειραιώς και Αθηνών αντιστοίχως, επί του προβλεπόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ κατωτάτου ορίου βασικού μισθού, διαφορές αποδοχών, και αμοιβών για εργασία κατά τις Κυριακές, για νυκτερινή και υπερωριακή απασχόληση, καθώς και για την πρόσθετη αμοιβή δύο ωρών ημερησίως σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, το συνολικό ποσό των 15.246.276 δραχμών.
Το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου εναντίον της πρωτόδικής αποφάσεως με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσία, έκρινε ότι οι αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά την επίδικη χρονική περίοδο (από 1-5-1997 μέχρι 30-11-1999)διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε βάσει της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, σε όλους τους εργαζόμενους (πλην ιατρών) στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, και όχι από το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς.
Έτσι, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ενώ παράλληλα δέχθηκε ότι από τις υπ' αριθμ. 7922/1991 και 471/1997 τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, και με τις οποίες κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας του δεν διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., δεν παράγεται δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την αγωγή όμοιες αξιώσεις του αναιρεσείοντος του επιδίκου χρονικού διαστήματος, από 1-5-1997 μέχρι 30-11-1999, διότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα ίσχυσαν οι μεταγενέστερες από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, οι οποίες μετέβαλαν το νομικό καθεστώς με βάση το οποίο έκριναν οι εν λόγω τελεσίδικες αποφάσεις.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους παραπάνω περί δεδικασμένου ορισμούς του νόμου, καθόσον το από τις μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη αποφάσεις παραγόμενο δεδικασμένο περιορίζεται στα κριθέντα ζητήματα για τις χρονικές περιόδους στις οποίες αυτές αναφέρονται, ήτοι από 1-1-87 μέχρι 31-10-1989 και από 1-10-1989 μέχρι 31-7-1994, και δεν εκτείνεται αυτό σε γεννηθείσες μετά τις περιόδους εκείνες αξιώσεις, αφού αυτές θεμελιώνονται σε νέες διατάξεις, δηλαδή στις προαναφερθείσες Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
τις οποίες επικαλείται και ο αναιρεσείων στην αγωγή του για τον προσδιορισμό των αποδοχών του. Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της υπ' αριθμ. 42/19981 ΔΑ παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αφού η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη εργασιακή σχέση έννομες συνέπειες. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την προσκομισθείσα με επίκληση υπ' αριθμ. 3440/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε επίσης ότι οι αποδοχές του αναιρεσείοντος δεν διέπονται από τις ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη υπάρξεως δεδικασμένου από την εν λόγω απόφαση.
Απορριπτέοι, επίσης, είναι και οι από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του αυτού άρθρου λόγοι αναιρέσεως και ειδικότερα, α) ο πρώτος, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι οι αποδοχές του ενάγοντος κατά την επίδικη χρονική περίοδο (από 1-1-1992 έως 30-11-1996), διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988, η εφαρμογή των οποίων επεκτάθηκε, βάσει της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε., που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 17853/4-10-1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, και όχι από το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, στο οποίο και δεν γίνεται επίκληση συμβατικής παραπομπής, απορρίπτοντας συνακόλουθα την στηριζόμενη σ' αυτό αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, κατά το μέρος που οι επικαλούμενες διαφορές αποδοχών θεμελιώνονται στη μη διαμόρφωση των αποδοχών του με βάση τον καθοριζόμενο από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ βασικό μισθό και στη μη καταβολή των διαφόρων επιδομάτων που προβλέπονταν από το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς, και τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, καταργήθηκαν με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε αυτή του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ με την οποία προστατεύεται το δικαίωμα του προσώπου για δίκαιη δίκη και επιβάλλει, εκτός των άλλων, ως εγγύηση της προστασίας αυτής, την ισότητα δικονομικών όπλων μεταξύ των διαδίκων, προεχόντως, διότι το αυτεπάγγελτο της ενέργειας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που πηγάζει από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως ( άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.),να ερευνά το νόμιμο της αγωγής, στην οποία (ενέργεια) και επιχειρείται η θεμελίωση της επικαλούμενης παραβιάσεως, έχει στην προκειμένη περίπτωση αμφιμερή δράση και δεν καταλύει την εν λόγω εγγύηση.
β) ο δεύτερος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως δεδικασμένου από την ανωτέρω υπ' αριθμ.3440/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για τις ένδικες από μισθολογικές διαφορές αξιώσεις αυτού για το από 1-1-1998 έως 30-11-1999 χρονικό διάστημα, ως αλυσιτελής, διότι και αν πράγματι με την αναφερόμενη ως τελεσίδικη δικαστική απόφαση κρίθηκαν και επιδικάστηκαν στον αναιρεσείοντα όμοιες με τις ένδικες από μισθολογικές διαφορές αξιώσεις, το παραγόμενο από αυτήν δεδικασμένο δεν εκτείνεται κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., επί των ενδίκων του εν λόγω χρονικού διαστήματος αξιώσεων, που έχουν διαφορετική νομική αιτία, αφού για το μεταγενέστερο τούτο χρονικό διάστημα ίσχυε, ως προς τη διαμόρφωση του ύψους των αποδοχών του αναιρεσείοντος, η από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, γ) ο τρίτος, ως απαράδεκτος, διότι η απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός προέβαλλε δικαίωμα αμοιβής του με το προηγούμενο της Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ, μισθολογικό καθεστώς, δεν αποτελεί έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Ολ. ΑΠ 1/1999 Ελ.Δ.40. 270) και συνακόλουθα δε θεμελιώνει το λόγο αυτόν.
Ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος τις αναφερόμενες στο από 1-6-1997 έως 31-12-1997 χρονικό διάστημα, από την ίδια πιο πάνω υπ' αριθμ. 3440/2001 τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που έκρινε και επιδίκασε όμοιες αξιώσεις για το από 1-1-1992 έως 31-5-1997 χρονικό διάστημα, με βάση το ίδιο μισθολογικό καθεστώς στο οποίο θεμελιώνεται και η ένδικη αγωγή, παρά και τη ισχύ από 1-7-1988 της άνω από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, είναι βάσιμος, διότι πράγματι από τη δικαστική αυτή απόφαση, ανεξάρτητα από την ορθότητά της, παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικες από μισθολογικές διαφορές αξιώσεις του ανωτέρω (από 1-6-1997 έως 31-12-1997) χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο ίσχυε η και κατά το από 1-1-1997 έως 31-5-1997 προηγούμενο χρονικό διάστημα ισχύουσα από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ (διετούς διάρκειας) και κατά συνέπεια δεν υπήρξε μεταβολή του διέποντος τις αξιώσεις αυτές νομικού καθεστώτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, κατά την οποία "Από 1ης Ιανουαρίου 1976 εις το απασχολούμενον προσωπικόν των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων ν.δ. 2592/1953 επί οκτάωρον ημερησίως καταβάλλεται αμοιβή δια μίαν ώραν ημερησίως υπολογιζόμενη κατά τις διατάξεις του εδαφίου γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του ν.δ. 4548/1966 και από 1-1-1977 αμοιβή για δύο ώρας ημερησίως", προκύπτει, ότι η πρόσθετη αυτή αμοιβή καταβάλλεται ως κίνητρο για την προσέλευση μισθωτών σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, ενόψει της εξαιρετικά επίπονης εργασίας και του μικρού ύψους των αποδοχών, όπως αναφέρεται και στην εισηγητική έκθεση.
Η αμοιβή αυτή δεν αποτελεί αντάλλαγμα για απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου, αλλά αποτελεί τμήμα των νομίμων αποδοχών του προσωπικού, το οποίο κατά την έναρξη ισχύος του ν. 201/1975 είχε νόμιμη υποχρέωση παροχής οκτάωρης ημερήσιας απασχολήσεως. Η μεταγενέστερη δια νόμου μείωση του νομίμου ωραρίου εργασίας δε συνεπάγεται την κατάργηση ή τη μείωση της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, διότι η οκτάωρη ημερήσια απασχόληση προβλέπεται από το νόμο για τον προσδιορισμό των εργαζομένων που δικαιούνται της αμοιβής και όχι ως ουσιαστική προϋπόθεση για την εκάστοτε καταβολή αυτής.
Επομένως την πρόσθετη αυτή αμοιβή δικαιούνται όσοι απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο της ενάρξεως του ν. 201/1975 είχε υποχρέωση οκτάωρης ημερήσιας απασχολήσεως. Η αμοιβή δε αυτή λόγω της φύσεώς της ως μέρους των νομίμων αποδοχών των ανωτέρω κατηγοριών εργαζομένων, δεν αποτελεί επίδομα και για το λόγο αυτό δεν καταργήθηκε με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984 (ΑΕΔ 10/2005).
Έτσι, το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και ως προς το αίτημα αυτής, να αναγνωρισθεί ότι οφείλεται στον αναιρεσείοντα η στηριζόμενη στην προαναφερθείσα διάταξη πρόσθετη αμοιβή, παραβίασε δια της μη εφαρμογής της την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια. Ως πράγματα των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελεί πράγμα ο ισχυρισμός που αναφέρεται διηγηματικώς και δεν αποβλέπει στον προαναφερόμενο σκοπό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι το αναιρεσίβλητο, με την υπ' αριθμ. ............
απόφαση του ΔΣ του, εφάρμοζε ως προς τη διαμόρφωση των αποδοχών του τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ως προταθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια, αφού για τη θεμελίωση των ένδικων αξιώσεων δε γίνεται επίκληση στην αγωγή των εν λόγω ΣΣΕ και ΔΑ.
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή εν μέρει του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στο αγωγικό αίτημα για την πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 ν. 201/1975 και το προταθέν δεδικασμένο από την τελεσίδικη υπ' αριθμ. 3440/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ 3 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ αριθμ. 7607/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα πιο πάνω κεφάλαια, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ανιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ