Legislator Case Law & Legislation
2086/2017 AI generated

2086/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2086/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2086/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας ζήτησε την αποδοχή της αίτησής της, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου και την καταδίκη του στη δικαστική τη δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2086 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2086/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγραφιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βαλαβάνη - Πολατίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2010 αγωγή της Ε. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 30-9-2016 και 19-7-2017 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας ζήτησε την αποδοχή της αίτησής της, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου και την καταδίκη του στη δικαστική τη δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εκκρεμούν προς εκδίκαση η από 30-9-2016 αίτηση του Α. Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 24/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και η αντίθετη από 19-6-2017 αίτηση της Ε. Κ. για αναίρεση της ιδίας αποφάσεως. Οι αιτήσεις αυτές είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν, κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ, τούτου εφαρμοζομένου και στην αναιρετική διαδικασία, συμφώνως προς το άρθρο 576 του ίδιου ως άνω Κώδικα Α) Επί της από 30-9-2016 αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Γ..

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ’ όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ’ όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ’ όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ’ όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττομένη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" (ισχυρισμούς) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη είτε με την αγωγή είτε με τις προτάσεις της και, συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε:

α) "Ότι η ενάγουσα μεταβίβασε χρήματα στον εναγόμενο, ως δάνειο, για να τον συνδράμει στην επαγγελματική του δραστηριότητα, ... αφού το ποσό αυτό το χρησιμοποίησε και για την τοποθέτηση πρόσθετων πολυτελών υλικών αλλά και για την εσωτερική διακόσμηση της εν λόγω κατοικίας." β) "Ότι το καταβληθέν από την ενάγουσα ποσό των 24.000 ευρώ της 4/9/2002, καθώς και το ποσό των 135.000 ευρώ, που έλαβε ο εναγόμενος ως δάνειο από την … Τράπεζα στις 5/12/2002 ...

χρησιμοποιήθηκαν από τον τελευταίο για την κατασκευή της παραπάνω κατοικίας, καθώς, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των φωτογραφιών του εσωτερικού της εν λόγω μεζονέτας, αυτή κατασκευάσθηκε με υπερπολυτελή υλικά, μολονότι τα περιστατικά αυτά δεν είχαν προταθεί από την ενάγουσα ούτε με την αγωγή, ούτε με τις προτάσεις της.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθ’ όσον δεν προσάπτεται πλημμέλεια για λήψη υπ’ όψη αυτοτελούς, κατά την προαναφερόμενη έννοια, ισχυρισμού αλλά το Εφετείο, κατόπιν εκτιμήσεως των περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, έστω και αν αυτά δεν διαλαμβάνονται ή δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε τα προπαρατεθέντα, αναφορικώς προς τον σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκε το ποσόν αυτό ως δάνειο στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα και την υπ’ αυτού διάθεση των δανεισθέντων χρημάτων .

Δηλαδή, τα περιστατικά αυτά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αφορούν σε περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών του χορηγηθέντος δανείου, που θεμελιώνουν την αξίωση της ενάγουσας προς αναζήτηση των δανεισθέντων, έστω και αν τα εν λόγω περιστατικά δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς ενόψει του ότι, αφορούν στην υπό του δικαστηρίου αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.

Εν προκειμένω, στο δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων εκθέτει ότι "... η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε το αποδεικτικό υλικό και εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις, κρίνασα ότι το υπ’ αριθ. .../3-12- 2002 συμβόλαιο, αφορούσε την μεταβίβαση της μεζονέτας και την κτήση της κυριότητας αυτής, ενώ αφορούσε την μεταβίβαση των 190/1000 του οικοπέδου και αναιρετέα κατέστησε ταύτην κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ". Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, συμφώνως προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση και δεν ιδρύουν, τον από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως.

Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού, υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, είτε αυτό προσκομίζεται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 545/2014), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς διέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικώς προς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/ 2008, 175/2017), Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι "το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 3/9/2002 αποδείξεως της ..., δεχόμενο ότι εξ αυτής αποδείχθηκε η κατάργηση δανείου ποσού 24.000 ευρώ, ενώ εκ του περιεχομένου του εγγράφου τούτου, προκύπτει απλώς η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ανάληψη του ποσού των 24.062,00 ευρώ από την ....

Εκ της επισκοπήσεως της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό (της ως άνω από 3/9/2002 αποδείξεως), σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση τούτου, αλλά απλώς, εκτιμώντας και αξιολογώντας το περιεχόμενο του μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, ενώ, εξ άλλου, τη σχετική του κρίση για την κατάρτιση του δανείου των 24.000 ευρώ, το Εφετείο δεν την στήριξε αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο αυτό, και κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α’ του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 319/2017).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες, άλλως έχει αντιφατικές αιτιολογίες για την ουσιαστική κρίση της. Ειδικότερα, αναφέρει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα...

μεταβίβασε τα χρήματα στον εναγόμενο, ως δάνειο, για να τον συνδράμει στην επαγγελματική του δραστηριότητα, που ήταν η ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, καθώς πάντοτε απαιτούνται κεφάλαια για την ανέγερση οικοδομών, λαμβανομένου υπ’ όψη ότι ο εναγόμενος ήταν στην αρχή της εργολαβικής του καριέρας, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εναγομένου, ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να προβεί με ίδια κεφάλαια στην κατασκευή της οικοδομής, ενώ το ορθόν είναι ότι δεδομένου ότι δεν κατέβαλε τίμημα αγοράς, η λήψη του δανείου των 135.000 ευρώ, όχι μόνο κάλυπτε το κόστος κατασκευής της μεζονέτας, το οποίο θα ήταν μικρό για αυτόν ως εργολάβο, αλλά και του έδινε και μεγαλύτερη ρευστότητα, συνεπώς είχε τα οικονομικά μέσα και μάλιστα είχε μεγάλη ρευστότητα για να κτίσει μία τόσο μεγάλη οικοδομή και δεν χρειαζόταν τα "δανεικά" της αναιρεσίβλητης.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Υπό δε την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται ουσιαστικά επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε τα γενόμενα δεκτά υπό της πρωτοδίκου αποφάσεως, ότι η αιτιολογία της απορρίψεως υπό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ισχυρισμού του, ο οποίος είχε γίνει δεκτός υπό της πρωτοδίκου αποφάσεως, είναι εσφαλμένη για τους ειδικώς αναφερομένους λόγους. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα επικαλούμενα επιχειρήματα δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων και διότι με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ, κρίση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.

Β) Επί της από 19-6-2017 αιτήσεως αναιρέσεως, της Ε. Κ. Με τον πρώτο λόγο της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης των ένδικων δανειακών συμβάσεων και ειδικότερα ως προς το ότι δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίσθηκε το δάνειο της 18.03.2002, ποσού 40.000ευρώ, ενώ και το δάνειο της 04.09.2002 καταρτίσθηκε μόνο για το ποσό των 24.000 ευρώ και όχι για το υπόλοιπο ποσό των 6000 ευρώ..

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι: "Δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πληθώρα των δανειακών συμβάσεων του αντιδίκου που καλύπτουν ικανό αριθμό Τραπεζών... από τα οποία προκύπτει, ..... ότι ο αντίδικος συνήθιζε να συνάπτει δανειακές συμβάσεις, και να τις αθετεί και για το λόγο αυτό δεν έγινε δεκτή και η αίτηση ρύθμισης οφειλών στην Τράπεζα ....

Περαιτέρω το Εφετείο, παραλείπει να αναφέρει ότι ανέλαβε έργο μεγάλο και δαπανηρό, για το οποίο βέβαια δεν επαρκούσε το δάνειο των 135.000 ευρώ που έλαβε από την Τράπεζα, ούτε ότι η εργολαβία της οικοδομής αυτής ήταν η πρώτη την οποία ανέλαβε μόνος του και απαιτούσε χρήματα, ενώ επιπλέον, κράτησε για την στέγαση της οικογένειάς τους την μεζονέτα του Β’ και Γ’ ορόφου....

γεγονός που τον απομείωνε οικονομικά, αφού διέθετε προς πώληση λιγότερα διαμερίσματα και δημιουργούσε αναγκαία ζήτημα εξεύρεσης χρημάτων, περιστατικά τα οποία αν είχε δεχθεί, η κρίση κατά λογική ακολουθία θα ήταν ότι πράγματι δανείσθηκε από την αναιρεσείουσα και το ποσό των 46.000 ευρώ. Ωστόσο όλες αυτές οι αιτιάσεις σχετικώς προς την εν μέρει ουσιαστική αβασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί καταρτίσεως δανειακής συμβάσεως την 04-9-2002 μόνο για το ποσό των 24.000 ευρώ και την ουσιαστική αβασιμότητα τούτου περί καταρτίσεως δανειακής συμβάσεως την 18.03.2002 για το ποσό των 40.000 ευρώ.

αφορούν στην επιχειρηματολογία της ιδίας και του Δικαστηρίου, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της υπό στοιχ. Α) αναιρέσεως, δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ’ όψη "πράγματα" (ισχυρισμούς) που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα: α) " το εκδόσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον λόγο εφέσεώς μου περί κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων, ο οποίος αποτελεί πράγμα με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8......β) το (μη αξιολογηθέν) γεγονός ότι από την πληθώρα των προσκομισθέντων με τις προτάσεις του αντιδίκου δανειακών συμβάσεων, που καλύπτουν ικανό αριθμό Τραπεζών προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος συνήθιζε να συνάπτει δανειακές συμβάσεις," Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όλα τα προδιαληφθέντα περιστατικά την ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί των σχετικών ζητημάτων περί συνάψεως δανειακών συμβάσεων, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ)και δεν θεμελιώνουν, τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ’ όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ’ όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ’ όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ’ όψη του αποδεικτικού μέσου.

Εξ άλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ’ όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι δεν ελήφθησαν υπ’ όψη από το Εφετείο νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί καταρτίσεως αμφοτέρων των δανειακών συμβάσεων για τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά (30.000 ευρώ την 4-9-2002 και 40.000 ευρώ την 18-3-2002 και ειδικότερα:1) η κατάθεση στο ακροατήριο της μητέρας της Α.

Κ.,2) η με αριθ. ....11.2013 ένορκη βεβαίωση του αδελφού της Α. Κ., δοθείσα ενώπιον της Ειρηνοδίκου Κοζάνης,3) τα αναφερόμενα στην ανάπτυξη του πρώτου λόγου αναίρεσης, και δη, τις δανειακές συμβάσεις του αντιδίκου, αντίγραφα των οποίων προσκόμισε και ο ίδιος ήδη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τις προτάσεις του, που καλύπτουν ικανό αριθμό Τραπεζών (...) τα υπ’ αριθ. .../2002 και .../2002 εργολαβικά συμβόλαια, με τα οποία ανέλαβε να ανοικοδομήσει στο οικόπεδο των 924, 49 τ.μ.

τριώροφη οικοδομή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως - ότι ελήφθησαν υπ’ όψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, του Α.

Κ., καθώς και όλα τα νομίμως παρά των διαδίκων προσκομισθέντα έγγραφα, - αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν στους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπ’ όψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναιρέσεως, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση, ότι η εκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω εγγράφων, οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, απ’ αυτό που εδέχθη το εν λόγω δικαστήριο, είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παράβαση των ορισμών του νόμου σχετικώς προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικώς ορίζει γι’ αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, συμφώνως προς τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτιμήσεως του (ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004).

Ούτε, δε, ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπ’ όψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπομένων αμέσως από το νόμο επωνύμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, υπό την έννοια του ιδιαιτέρως προβλεπομένου (άρθρο 339 εδαφ.

τελευταίο ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής τού αποδεικτικού πορίσματος, εφ’ όσον τούτο δύναται να συναχθή και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 265/2017, ΑΠ368/2016, 168/2015, ΑΠ 81/ 2007, ΑΠ 479/10). Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως - με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθ’ όσον "...χωρίς να κρίνει τις μαρτυρικές καταθέσεις (στο ακροατήριο) και ένορκη βεβαίωση ως αναξιόπιστες, και χωρίς να συντρέχει λόγος υποχώρησης του κανόνα της σωρευτικής χρήσης των αποδεικτικών μέσων, απαίτησε την ύπαρξη εγγράφου, ενώ όφειλε να διεξάγει τις αποδείξεις με κάθε αποδεικτικό μέσο που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι.

Πολύ περισσότερο τη στιγμή που ασφαλώς δεν ήταν απαραίτητο να έχω κατατεθειμένα εγώ ή ο πατέρας μου τα χρήματα του δανείου σε τραπεζικό λογαριασμό προκειμένου να τα δανείσω και να τα μεταβιβάσω στον αντίδικο, ούτε και ήταν ανάγκη να εκδώσω επιταγή για να του τα μεταβιβάσω" είναι αβάσιμος, καθ’ όσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, χωρίς να παραβιάσει την αρχή του ισοδυνάμου αυτών και χωρίς να προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε αποδεικτικό μέσο, ως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Εξ άλλου, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων εναπόκειται κατά το άρθρο 561§1 ΚΠολΔ στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου - ως τούτο συνάγεται από την καθιερώνουσα την αρχή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 907/2006 ΑΠ 1031/2014) - το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους της γενομένης αξιολογήσεως, ως εσφαλμένως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα .

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (βλ. ΟλΑΠ 8/2005,) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται (ΑΠ 60/2004), ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ’ αυτούς. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξεύρει την έννοια κανόνα δικαίου (ενδεχομένως και εξειδικεύοντας τις περιεχόμενες στον κανόνα δικαίου αόριστες νομικές έννοιες (ΑΠ 320/2003, ΑΠ 750/2002), ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 1373/2002), όπως όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας, επέτρεπαν το συμπέρασμα να θεωρηθή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας (ΑΠ 750/2003).

Ο λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται πάντως, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ή κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟΛΑΠ 1/2013, ΑΠ 757/2015, 152/2015 2102/2014) ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 1740/2012).

Εν προκειμένω, στον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατ’ ορθήν εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα εκτίθεται ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση εκρίθη ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνήφθησαν οι επίδικες δανειακές συμβάσεις "...

εν όψει του ότι οι καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, καθώς δεν προσκομίσθηκε έγγραφο, όπως ανάληψη μετρητών από μέρους μου ή από τον πατέρα μου από τραπεζικό λογαριασμό ή έκδοση επιταγής", ώστε το Δικαστήριο να πειστεί για την ανάληψη του ποσού των 46.000€ και την παράδοσή του στον αντίδικο.

Κρίνοντας, όμως, ως ανωτέρω, το εκδόσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία μεγάλο μέρος του πληθυσμού, και ιδίως ηλικιωμένα άτομα όπως ο πατέρας μου Γ. Κ., ηλικίας τότε ογδόντα ετών περίπου, αποφεύγουν να φυλάσσουν τις αποταμιεύσεις τους στην Τράπεζα, ενώ δεν χρησιμοποιούν επιταγές για τις συναλλαγές τους, ώστε μόνο εκ του γεγονότος ότι δεν προσκομίσθηκε έγγραφο ανάληψης μετρητών από τραπεζικό λογαριασμό ή δεν εκδόθηκε επιταγή, να μη μπορεί να συναχθεί ότι το ποσό των 46.000€ δεν παραδόθηκε και δεν μεταβιβάσθηκε στον αντίδικο, επειδή δεν προσκομίσθηκε κάποιο από τα παραπάνω έγγραφα".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αιτιάται την μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη και προς εκτίμηση της αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή στους κανόνες αυτούς των πραγματικών γεγονότων.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 854/2017).

Εν προκειμένω, με τον έκτο λόγο της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., αιτιάται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 806 του ΑΚ και ειδικότερα εκθέτει ότι "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε μεν τη δυνατότητα νόμιμης κατάρτισης άτυπης σύμβασης δανείου και απέρριψε μάλιστα ως αβάσιμο και το ισχυρισμό του αντιδίκου, σύμφωνα με τον οποίο δεν συνάφθηκε δήθεν το επίδικο δάνειο διότι δεν καταρτίσθηκε εγγράφως...

στη συνέχεια, όμως, δέχθηκε ότι το υπόλοιπο ποσό των 6000€, αλλά και η σύμβαση του δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ εμού και του αντιδίκου στις 18.03.2002, ποσού 40.000€, κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συνάφθηκαν... ενόψει του ότι οι καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων... δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, καθώς δεν προσκομίσθηκε έγγραφο, όπως ανάληψη μετρητών ή έκδοση επιταγής, ώστε το Δικαστήριο να πειστεί για την ανάληψη του ποσού των 46.000€ και την παράδοσή του στον αντίδικο...

Κρίνοντας, όμως, ως ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι ως να αξιώνει τον έγγραφο τύπο για την απόδειξη της σύμβασης..." Υπό της ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 806 του ΑΚ το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος προς απόδοση χορηγηθέντος δανείου, και δη την αξίωση περί εγγράφου τύπου για την απόδειξη της δανειακής συμβάσεως, ως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν έκρινε ότι δεν καταρτίστηκε το δάνειο των 40.000 ευρώ.

Συνεπώς ο σχετικός έκτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από τον αναιρεσείοντα Α. Γ. και από την αναιρεσείουσα Ε. Κ. παραβόλων, λόγω της ήττας τούτων, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν, λόγω της ισομερούς νίκης και ήττας κάθε πλευράς (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2016 αίτηση του Α. Γ., και την από 19-6-2017 αίτηση της Ε. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ. 24/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Συμψηφίζει εν όλω μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ