Legislator Case Law & Legislation
2086/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on negligence homicide and inadmissible witness testimony grounds.

Case Number 2086/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's conviction for negligent homicide. The appellant argued the verdict lacked specific reasoning regarding the road defect and relied on inadmissible witness testimony without citing sources. The court rejected these claims, affirming that the lower court's detailed reasoning was sufficient and that the witness's failure to cite information sources did not render the proceedings void or constitute a ground for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 302(1) and 28 of the Penal Code; Article 224(2) of the Code of Criminal Procedure: Negligent homicide requires proof of objective lack of due care and ability to foresee the result; witness testimony without cited sources is inadmissible but does not automatically invalidate proceedings or constitute a ground for appeal if the overall evidence supports the conviction.

Keywords

AI generated
negligent homicide objective fault inadmissible evidence witness testimony detailed reasoning appeal grounds procedural validity

Cited Legislation

AI generated
Article 302(1) of the Penal Code
Article 28 of the Penal Code
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 51 of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 224(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil and Administrative Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2086 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2086/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελένη Σπίτσα (ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, περί αναιρέσεως της 3492, 3623/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, οι οποίοι παρέστησαν με την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ελευθερία Φουντουλάκη.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1663/2007.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", ενώ κατά το άρθρο 28 του ίδιου Κώδικα "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος που βρίσκεται υπό τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν περιέχονται σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την εν λόγω υπ' αριθμ. 3492, 3623/2007 απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, ως προς τον αναιρεσείοντα, περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ κατά τον παρακάτω τόπο και χρόνο, ενώ ήταν υποχρεωμένος από τι επάγγελμά του, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της απαιτούμενης προσοχής, την οποία ενόψει της ως άνω ιδιότητάς του και των περιστάσεων, όφειλε και μπορούσε, να καταβάλει, προκάλεσε το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του Α, χωρίς να το προβλέψει.

Συγκεκριμένα, στην Αθήνα, στις 18/4/2002 και περί ώρα 21:15, ο Α, οδηγώντας το ..... δίκυκλο μοτοποδήλατο, έβαινε με αυτό στην ....., στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση από ..... προς ..... . Κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο, στο οδόστρωμα της εν λόγω οδού, στο ύψος του αριθμού 164, στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος με κατεύθυνση από .....

προς .....υπήρχε λάκκος, με μήκος 2,80 μ., πλάτος 1,40 μ. και βάθος τουλάχιστον 0,10 μ. Ο παθών, κινούμενος με το παραπάνω μοτοποδήλατό του με ταχύτητα κανονική, περίπου 40 χιλιομέτρων ωριαίως, ανυποψίαστος, έπεσε μέσα στο λάκκο αυτό, που είχε καλυφθεί από νερά της βροχής και δεν ήταν εντοπίσιμος. Αποτέλεσμα τούτου ήταν, να ανατραπεί, να χτυπήσει με το κεφάλι στον πυθμένα του λάκκου και να υποστεί τις αναφερόμενες στο διατακτικό κακώσεις και να περιπέσει σε κωματώδη κατάσταση, από την οποία δεν ανένηψε ποτέ, αλλά απεβίωσε, στις 30/5/02, νοσηλευόμενος στο Θριάσειο νοσοκομείο.

Κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο αρμόδια υπηρεσία για τη συντήρηση της ..... ήταν η Διεύθυνση Ελέγχου Συντήρησης Έργων (ΔΕΣΕ) της Περιφέρειας Αττικής, η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 5 του ν. 2503/97, ήταν αρμόδια για τη συντήρηση τοπικών βελτιώσεων και τη συντήρηση του υφιστάμενου οδικού δικτύου της αρμοδιότητάς της, τη μελέτη και εκτέλεση σήμανσης και σηματοδότησης, καθώς και τη συντήρηση του πάσης φύσεως μηχανικού εξοπλισμού.

Ειδικότερα, η ..... αποτελεί τμήμα της παλαιάς Εθνικής Οδού με αρίθμηση 8 (Αθήνα - Κόρινθος - Κιάτο - Δερβένι - Αίγιο - Ρίο Πάτρας), σύμφωνα με την Γ. 25871/9/23.7.1963 απόφαση του Υπουργού Δημόσιων Έργων, που εντάχθηκε στο δευτερεύον εθνικό δίκτυο με τη ΔΜΕΟ/ε/Ο/1308/15.12.95 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 30/τ. Β'/19.1.1996). Με τη Δ3α/0/7/114-Λ/12.7.93 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ εγκρίθηκε η υπαγωγή της αρμοδιότητας για τη συντήρηση και βελτίωση, καθώς και κάθε άλλης αρμοδιότητας που απορρέει από τη συντήρηση της Ιεράς Οδού, στην 3η ΔΕΚΕ Αθηνών, της οποίας οι αρμοδιότητες, μετά την ψήφιση του ν. 2503/97, μεταφέρθηκαν και ασκούνται από την αντίστοιχη υπηρεσία της Περιφέρειας Αττικής, δηλαδή τη ΔΕΣΕ, ενόψει, μάλιστα και της ρητής διάταξης του άρθρου 2 του ως άνω νόμου, σύμφωνα με την οποία, από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρ. 5 και 6 του άρθρου 1 οι διανομαρχιακές και οι περιφερειακές υπηρεσίες των υπουργείων, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες σε επίπεδο νομού ή νομαρχίας καταργούνται αυτοδικαίως και οι αρμοδιότητές τους ασκούνται από τις αντίστοιχες υπηρεσίες της Περιφέρειας που συνιστώνται με τον παραπάνω νόμο.

Μάλιστα, η ΔΕΣΕ ήταν από τη σύστασή της, που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο 1997, αρμόδια για τη χορήγηση αδειών τομών στο οδόστρωμα της ..... (βλ. ιδίως την ..... απόφαση της ΔΕΣΕ, καθώς και το ..... έγγραφο της Δ/νσης Δημοσίων Έργων Περιφέρειας Αττικής). Κατά τον ανωτέρω χρόνο, ο 1ος κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του Προϊσταμένου της ΔΕΣΕ.

Ο επίμαχος τραυματισμός του παθόντος, που ως μόνη ενεργός αιτία επέφερε το θάνατό του, οφείλεται, κατ' αιτιώδη συνάφεια στην αμελή συμπεριφορά του 1ου κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, ο 1ος κατηγορούμενος, από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής, την οποία όφειλε, με βάση τις παραπάνω περιστάσεις και ενόψει της ως άνω επαγγελματικής (υπηρεσιακής) του ιδιότητας μπορούσε και ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει, παρέλειψε και δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προς αποτροπή ατυχήματος των διερχομένων οδηγών από το επίμαχο οδικό σημείο.

Ειδικότερα, παρέλειψε να ελέγξει, μέσω των υπαλλήλων που διέθετε η Δ/νσή του και ήσαν περίπου 60, την κατάσταση της εν λόγω οδού και να μεριμνήσει για την επιδιόρθωση του οδοστρώματος στο σημείο αυτό, που βρίσκεται σε κεντρικότατο μέρος της Περιφέρειας Αττικής και είχε δημιουργηθεί η κατάσταση αυτή του ρήγματος από φυσική φθορά, ενόψει του ότι δεν αποδεικνύεται η διενέργεια εκεί κάποιου τεχνικού έργου από οποιαδήποτε υπηρεσία (βλ.

ιδίως κατάθεση μάρτυρα Ψ1 ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), από χρονικό διάστημα αρκετών ημερών, τουλάχιστον 20, ενόψει του μεγέθους και του είδους της φθοράς, ούτε άλλωστε μερίμνησε για την επισήμανση της σημαντικής αυτής φθοράς του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα ο θανών κατά τη διέλευση του από το επίμαχο σημείο να επιπέσει στο λάκκο αυτό, να ανατραπεί και να τραυματιστεί θανάσιμα, κατά τα προαναφερθέντα.

Το αποτέλεσμα τούτο, το οποίο ο ως άνω κατηγορούμενος δεν προέβλεψε, εξαιτίας της παραπάνω αμελούς συμπεριφοράς του, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει, η οποία πηγάζει από τον επιτακτικό προς τούτο κανόνα, που απορρέει από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2503/97, σε συνδυασμό με άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ν. 3155/55, καθόσον πρόκειται για οδό ενταγμένη στο εθνικό δίκτυο.

Τα παραπάνω, αναφορικά με την υπάρχουσα νομική υποχρέωση του 1ου κατηγορουμένου, να μεριμνήσει για τη συντήρηση του οδοστρώματος και την αποκατάσταση των βλαβών στο επίμαχο σημείο, δεν αναιρούνται από το γεγονός, ότι κατά καιρούς το ΥΠΕΧΩΔΕ, που με το ν. 2503/97 διατήρησε την αρμοδιότητα συντήρησης όλων των έργων των ενταγμένων στα διευρωπαϊκά δίκτυα, περί του οποίου δεν πρόκειται στην ένδικη περίπτωση, προέβαινε σε συντήρηση κεντρικών οδών στην περιοχή του νομού Αττικής, μετά από αιτήσεις διάφορων Δήμων, καθόσον τούτο λάβαινε χώρα στα πλαίσια επιτρεπτής αρωγής του προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση (άρθρο μόνο ν.δ. 97/69), ενόψει και της σχετικής προετοιμασίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, χωρίς να επέρχεται, εκ του λόγου τούτου, υποκατάσταση του ΥΠΕΧΩΔΕ στις νόμιμες υποχρεώσεις των αρμόδιων υπηρεσιών και ιδίως της ΔΕΣΕ.

Επομένως, ο 1ος κατηγορούμενος πρέπει, να κηρυχτεί ένοχος, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που του αποδίδεται". Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε τον εν λόγω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Χ ένοχο ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.

Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 § 1, 15 και 28 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, η αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και αναφορικά με το χρόνο δημιουργίας της άνω λακκούβας στο οδόστρωμα της ειρημένης οδού, αφού ρητά δέχθηκε ότι το ρήγμα της οδού είχε δημιουργηθεί από φυσική φθορά, ενόψει του ότι δεν αποδεικνύεται η διενέργεια εκεί κάποιου τεχνικού έργου από οποιαδήποτε υπηρεσία, από χρονικό διάστημα αρκετών ημερών, τουλάχιστον 20, ενόψει του μεγέθους και του είδους της φθοράς.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατά τα λοιπά δε με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.

Επειδή, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διάταξης του άρθρου 224 παρ. 2 ΚΠΔ δεν προβλέπεται, ούτε η παραβίαση αυτή δημιουργεί λόγον αναίρεσης, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα δεν περιέχεται τέτοιος λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ανωμοτί κατάθεση της μάρτυρος (πολιτικώς ενάγουσας) Ψ2, η οποία δεν είχε προσωπική αντίληψη των γεγονότων για τα οποία κατέθεσε άλλο μόνο πληροφορίες από τρίτα πρόσωπα, χωρίς όμως στην κατάθεσή της να κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών της και ως εκ τούτου, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη η κατάθεσή της δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη.

Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν από τη συνεκτίμηση της άνω μαρτυρικής κατάθεσης δεν δημιουργείται ακυρότητα και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) κατανεμόμενη μεταξύ αυτών ισομερώς κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 3492, 3623/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων Ψ1 και Ψ2 εκ δραχμών πεντακοσίων (500) ευρώ, κατανεμομένη μεταξύ αυτών ισομερώς ήτοι διακόσια πενήντα (250) ευρώ στον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ