2086/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20220/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1383/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/6/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος που γίνεται με αυτούς επίκληση παραβάσεως του άρθρου 281 ΑΚ και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated2086/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 652 ΑΚ, ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίσει κάθε θέμα που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνο από τους όρους της συμβάσεως, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και από το νόμο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2086 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2086/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", που εδρεύει στην Ευκαρπία Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Κοτσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20220/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1383/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/6/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος που γίνεται με αυτούς επίκληση παραβάσεως του άρθρου 281 ΑΚ και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 652 ΑΚ, ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίσει κάθε θέμα που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της, περιοριζόμενος μόνο από τους όρους της συμβάσεως, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και από το νόμο.
Συνεπώς, κάθε τροποποίηση όρου της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν επιτρέπεται σ' αυτόν από το νόμο ή τη σύμβαση, αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εις βάρος του εργαζομένου. Η μεταβολή όμως, αυτή δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της συμβάσεως εργασίας ούτε υποχρεώνει τον εργαζόμενο να την αποδεχθεί ή να αποχωρήσει από την υπηρεσία του, αλλά εάν μεν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, του παρέχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή, κατά το άρθρο 7 του ν. 2112/1920 ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, εάν δε η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, οπότε δεν έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920 και ειδικότερα το άρθρο 7 αυτού, παρέχεται στον εργαζόμενο το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση κατά το άρθρο 627 ΑΚ για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά η παράβαση όρου της συμβάσεως και να ζητήσει από τον αθετήσαντα τους όρους της συμβάσεως εργοδότη την καταβολή αποζημιώσεως, συνισταμένης στους μισθούς του από της καταγγελίας μέχρι τη λήξη της συμβάσεως χρονικού διαστήματος.
Εκτός τούτων ο εργαζόμενος, ανεξάρτητα αν συνδέεται με τον εργοδότη με σύμβαση αορίστου ή ορισμένου χρόνου, απέναντι στη μονομερή μεταβολή μπορεί να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους. Αν δε η εν λόγω μεταβολή συνεπάγεται και τη μείωση των αποδοχών, μπορεί ο εργαζόμενος να ζητήσει και την καταβολή των αποδοχών που ελάμβανε πριν από τη μεταβολή.
Εξάλλου, και η άσκηση του δικαιώματος μεταβολής των όρων εργασίας που παρέχει στον εργοδότη η σύμβαση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με βάση τη γενική ρήτρα της απαγορεύσεως της καταχρήσεως δικαιώματος και εφόσον κριθεί ότι η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τότε η μεταβολή αυτή θεωρείται μονομερής, οπότε ο εργαζόμενος έχει όλα τα δικαιώματα που η νομοθεσία του παρέχει σε κάθε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας.
Δεν αποτελεί, όμως, μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος περί βλαπτικής ή μη μεταβολής αυτών, η μετά τη λήξη της θητείας του εργαζομένου ως προϊσταμένου τμήματος ή υπηρεσίας της επιχειρήσεως, που η διάρκειά της καθορίστηκε συμβατικά, μη ανανέωση της θητείας αυτής για περαιτέρω χρόνο, καθόσον στην περίπτωση αυτή οι όροι εργασίας του εργαζομένου ως προϊσταμένου τμήματος ή υπηρεσίας έπαυσαν αυτοδικαίως με τη λήξη της θητείας του στην εν λόγω θέση.
Δε νοείται δε μεταβολή ανύπαρκτων συμβατικών όρων εργασίας. Εξάλλου, η κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος άρνηση του εργοδότη να τοποθετήσει συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος, μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική, μόνο όταν επελέγη για τη θέση αυτή άλλος εργαζόμενος, έναντι του οποίου ο παραλειφθείς υπερέχει καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και επιπλέον συντρέχουν και άλλα περιστατικά, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση εκ μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από το αναιρεσείον νοσοκομείο στις ...... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας τριών ετών, ως διοικητικός υπάλληλος. Η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε κατά τη λήξη της για άλλη μία τριετία, ήτοι από 11-6-2002 μέχρι 10-6-2005, ενώ από 27-6-2000 ανατέθηκαν σ' αυτόν, που ήταν πτυχιούχος της Ν.Ο.Ε Θεσσαλονίκης οικονομικής κατευθύνσεως με μεταπτυχιακές σπουδές και κατοχή τίτλου master, με διαδοχικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος λογιστηρίου ετήσιας κάθε φορά διάρκειας, αν και δε διέθετε το απαιτούμενο κατά τον Κανονισμό Λειτουργίας για τη συγκεκριμένη θέση προσόν της πενταετούς προϋπηρεσίας.
Όμως, με την υπ' αριθμ. ......... απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος δεν ανανέωσε τη θητεία του ως προϊσταμένου του πιο πάνω τμήματος και του ανέθεσε για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της ένδικης συμβάσεως καθήκοντα απλού υπαλλήλου στο ίδιο τμήμα. Την εν λόγω δε κενωθείσα θέση δε συμπλήρωσε με την τοποθέτηση άλλου εργαζομένου.
Η ενέργεια αυτή του αναιρεσείοντος, δεν ήταν μεν αντίθετη προς τη σύμβαση εργασίας, αφού δυνάμει ρητού όρου αυτής είχε τούτο διατηρήσει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τον αναιρεσίβλητο σε οποιαδήποτε θέση με ομοειδή καθήκοντα ανάλογα με τις ανάγκες του, πλην όμως, ενόψει του ότι δεν αφορά την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως, καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική.
Και τούτο διότι δεν υπαγορεύτηκε από το καλώς νοούμενο συμφέρον της υπηρεσίας και ήταν καταφανώς άδικη, αφού ο αναιρεσίβλητος εκτελούσε με ζήλο, προθυμία και επιτυχία τα καθήκοντά του, διακρινόμενος από τους άλλους συναδέλφους του στο τμήμα, με αποτέλεσμα να ανανεωθεί η θητεία του ως Προϊσταμένου τρεις φορές, η δε μη ανανέωση αυτής το έτος 2004 οφείλεται στο γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος ως εκλεγμένο μέλος και Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου εργαζομένων πρωτοστατούσε στη διεκδίκηση από τους εργαζόμενους κανονικών αδειών και εννεάμηνης αδείας με αποδοχές των μητέρων, προς ανατροφή των τέκνων τους.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 652 και 281 ΑΚ, και τούτο διότι, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, η από το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος μη ανανέωση της θητείας του αναιρεσιβλήτου στη θέση του προϊσταμένου τμήματος του λογιστηρίου, δεν αποτελεί μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος ως προς τη μεταβολή αυτή, η οποία (καταχρηστική άσκηση) εξάλλου, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στην άρνηση του αναιρεσείοντος να επανατοποθετήσει τον αναιρεσίβλητο στην ίδια θέση, καθόσον αυτή δεν συμπληρώθηκε με την τοποθέτηση άλλου εργαζομένου.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από τη διάταξη του άρθρου 579 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και αν προαποδεικνύεται η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, που υποβάλλεται και με τις προτάσεις οι οποίες κατατίθενται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως κατάσταση.
Στην περίπτωση δε που η επαναφορά αυτή συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, ο τόκος υπολογίζεται από το χρόνο επιδόσεως στον ανιρεσίβλητο της αναιρετικής αποφάσεως που διατάσσει την απόδοση (Ολ. ΑΠ 37/2005).
Συνεπώς, το αίτημα του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων και συγκεκριμένα να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει σ' αυτό το ποσό των 4.789, 48 ευρώ, το οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι του κατέβαλε, κατόπιν εκτελέσεως (εκούσιας) της αναιρούμενης αποφάσεως, με το νόμιμο τόκο από τη δημοσίευση της αναιρετικής αποφάσεως, παραδεκτώς υποβάλλεται με τις κατατεθείσες πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως προτάσεις και είναι νόμιμο, στηριζόμενο στην ανωτέρω διάταξη, εκτός από το παρεπόμενο αίτημα περί επιδικάσεως τόκων, το οποίο είναι νόμιμο για το χρόνο από της επιδόσεως της αναιρετικής αποφάσεως και εντεύθεν. Περαιτέρω, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από ......... έγγραφη απόδειξη αποδεικνύεται ότι το αναιρεσείον, σε εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο με την υπ' αριθμ. ........... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, εκδόσεως στις ......., το ποσό των 4.789,48 ευρώ, το οποίο ο τελευταίος δεν αμφισβητεί. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως κατάσταση, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1383/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με σύνθεση από άλλους δικαστές. Δέχεται την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στο αναιρεσείον το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (4.789,48), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ