Legislator Case Law & Legislation
2085/2017 AI generated

2085/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2085/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4318/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/12/2015 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2085/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 210/2016).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2085 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2085/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (ΕΟΤ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Φουντουλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Ζουρνατζή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 475/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4318/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/12/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 17/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 4318/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 4751/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή, ως προς την επικουρική, εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (ΑΠ 210/2016).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 20/2008). Εξάλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στη δε παράγραφο 2 ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.

Το άρθρο 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ` αυτά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε προς εφαρμογή της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή. Περαιτέρω, υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο 1), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 29/2009, ΟλΑΠ 7/2001, ΟλΑΠ 8/2000).

Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως, ως διοικητικής, δεν αρκούν οι ιδιότητες των συμβαλλομένων ως ν.π.δ.δ. και η δια της μεταξύ τους συμβάσεως επιδίωξη δημόσιου σκοπού, αλλά θα πρέπει να συντρέχει και η υπερέχουσα θέση του ενός εκ των συμβαλλομένων έναντι του άλλου, με την πρόβλεψη υπέρ αυτού εξαιρετικών όρων που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και του εξασφαλίζουν υπεροχή έναντι του άλλου.

Είναι, επομένως, ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική η σύμβαση με την οποία τα συμβαλλόμενα ν.π.δ.δ. διαχειρίζονται την ιδιωτική περιουσία τους, καθώς και εκείνη με την οποία υπάγουν οικειοθελώς τις μεταξύ τους συμβατικές σχέσεις στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, προβλέποντας ρήτρες επαρκώς σαφείς και υποχρεωτικές (ΑΕΔ 18/2009).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/2012, ΑΕΔ 28/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της από 30.6.2011 αγωγής της, η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη στην αγωγή ότι συνήψε με το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου τα έτη 2007 και 2008 διαδοχικές συμβάσεις με τις οποίες ανέλαβε, λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητάς της, να του παρέχει διάφορες τουριστικές υπηρεσίες, και πράγματι, κατά τους όρους των συμβάσεων παρέσχε αυτές, όπως ειδικά αναφέρονται στο δικόγραφο, και ότι το αναιρεσείον δεν κατέβαλε τη συμφωνηθείσα γι' αυτές αμοιβή, ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να της καταβάλει το ποσό των 79463 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η συμφωνημένη αμοιβή, με τους νόμιμους τόκους, με βάση τις συμβάσεις αυτές, και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με το παραπάνω ιστορικό και αίτημα η αγωγή, με την οποία αξιώνεται η καταβολή της συμφωνημένης, με τις επίδικες συμβάσεις έργου, αμοιβής και επικουρικά με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 681, 904 του ΑΚ, εισήγαγε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαφορά, ιδιωτικού δικαίου που στηρίζεται στις συνδέουσες τους διαδίκους συμβάσεις έργου, με αντικείμενο τη διαχείριση ιδιωτικής περιουσίας του αναιρεσείοντος και χωρίς να συντρέχει το στοιχείο της υπερέχουσας θέσης στη σύμβαση της αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης.

Άλλωστε και το αναιρεσείον δεν διατείνεται ότι συνέτρεχε στις συμβάσεις αυτές το στοιχείο τούτο της υπεροχής του έναντι της αναιρεσίβλητης. Εφόσον, όμως, εκ των τριών στοιχείων που ο νόμος απαιτεί να συντρέχουν σωρευτικά για να χαρακτηριστεί μία σύμβαση διοικητική, στην προκειμένη περίπτωση λείπει το τρίτο, η ύπαρξη δηλαδή κανονιστικού καθεστώτος που να περιάγει τον αντισυμβαλλόμενο του ενάγοντος σύνδεσμο σε υπερέχουσα έναντι εκείνου θέση ή η συμβατική πρόβλεψη υπαγωγής σε τέτοιο κανονιστικό καθεστώς, η επίδικη σύμβαση είναι, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική και, συνεπώς, η υπό κρίση, εξ αυτής, διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η διαφορά που εισάγεται με την ένδικη αγωγή προς κρίση, δεν απορρέει από διοικητική σύμβαση, αλλά πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και δίκασε αυτή την αγωγή, δεν υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων, και γι' αυτό ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται, ως αόριστη. Η τυχόν δε παραβίαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, με τη μη απόρριψη της αγωγής λόγω ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αρ. 14 ή 8 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άνω άρθρου ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη συγκεκριμενοποίηση της ασκούμενης αξίωσης και του προβαλλομένου αιτήματος, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 1825/2014), καθόσον σ' αυτή την περίπτωση το δικαστήριο παραλείπει να κηρύξει την ακυρότητα του δικογράφου, κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ (ΑΠ 308/2015). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης.

Συνεπώς, πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είτε στον πρώτο βαθμό είτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού αφορά ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1435/2015, ΑΠ 1440/2014), ακολούθως δε να είναι και βάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης πλήττει την ως άνω απόφαση για το ότι δεν απέρριψε, ως αόριστη, την εναντίον του ένδικη αγωγή και κατά την εξετασθείσα επικουρική βάση αυτής που θεμελιώνεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μολονότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στήριξη του αιτήματός της και ειδικότερα επειδή η ενάγουσα δεν ανέφερε στο δικόγραφο ότι ασκεί την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωσή της λόγω ακυρότητας των συμβάσεων από τις οποίες απέρρεαν οι αγωγικές αξιώσεις της, και περαιτέρω, επειδή ενώ το αναιρεσείον αρνήθηκε την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων, ειδικότερα από πρόσωπο που είχε εξουσία εκπροσώπησης αυτού, η αναιρεσίβλητη δεν καθόρισε το φυσικό πρόσωπο με το οποίο ως εκπρόσωπό του κατάρτισε τις συμβάσεις αυτές.

Επικαλείται προς τούτο ότι την αοριστία της αγωγής είχε προβάλει τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία έκριναν επί της ουσίας την υπόθεση. Οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους αποδίδεται στην απόφαση παράβαση από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, καθόσον, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα της έφεσης και των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι το αναιρεσείον δεν είχε προτείνει στο δικαστήριο αυτό, το απαράδεκτο της αγωγής λόγω αοριστίας της, αναφέροντας τα συγκεκριμένα, αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία, τα οποία δεν εκτίθενται στο δικόγραφο ή δεν συμπληρώνονται με τις προτάσεις.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 28.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 4318/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 ΚΥΑ Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που έχει εφαρμογή και στο αναιρεσείον σύμφωνα με το άρθρο 12 του α.ν. 1565/1950, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.12.2015 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ (ΕΟΤ)" για αναίρεση της 4318/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ