Legislator Case Law & Legislation
2085/2007 AI generated

2085/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2085/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/2/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1082/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7980/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1425/2003 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου και η 1/2006 απόφασή του (εν Ολομελεία) η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5146/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/11/2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2085/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι το ποσό της οφειλόμενης αποζημιώσεως στον αποχωρούντα μισθωτό καθορίζεται ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσεως στον τελευταίο εργοδότη του, υπολογίζεται δε με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο πριν από την αποχώρησή του μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

Keywords

AI generated
bank charges electronic banking interest rate annual percentage rate of charge exchange rate mechanism reduction of salary
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2085 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2085/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γεωργόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/2/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1082/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7980/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1425/2003 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου και η 1/2006 απόφασή του (εν Ολομελεία) η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5146/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/11/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 10/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός) αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι το ποσό της οφειλόμενης αποζημιώσεως στον αποχωρούντα μισθωτό καθορίζεται ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της εργασιακής σχέσεως στον τελευταίο εργοδότη του, υπολογίζεται δε με βάση το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού κατά τον τελευταίο πριν από την αποχώρησή του μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως.

Τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός και κάθε άλλη παροχή χορηγούμενη όχι προσκαίρως, αλλά σταθερώς και μονίμως ως τακτικό συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας. Άρα, στις αποδοχές αυτές συνυπολογίζονται, ενόψει της τακτικότητας της παροχής τους, τα καταβαλλόμενα σταθερώς και μονίμως, ως πρόσθετες πάγιες παροχές, επίδομα εξόδων κινήσεως και επίδομα ισολογισμού.

Τέλος ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με το πληττόμενο με την αναίρεση κεφάλαιό της, τα ακόλουθα: Ο ενάγων (αναιρεσείων) προσελήφθη από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ως μηχανολόγος ηλεκτρολόγος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στις 1.9.1970 και στις 29.12.1971 διορίστηκε μετά από απόφαση της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης οριστικά στη τεχνική υπηρεσία της Τράπεζας με βαθμό και μισθό Μηχανικού-Προϊσταμένου σύμφωνα με τον οργανισμό της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό της Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των Υπαλλήλων, με προσμέτρηση στον βαθμό στον οποίο διοριζόταν χρόνου τριών ετών υπολογιζομένου για την βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη.

Ο αναιρεσείων απασχολήθηκε σε διάφορες θέσεις στην Τράπεζα, εξελιχθείς στους επόμενους βαθμούς μέχρι του βαθμού του εντεταλμένου τμηματάρχη μηχανικού. Ο αναιρεσείων που είχε γεννηθεί στις 25/9/1939, απεχώρησε από την εργασία του στις 7.9.1999 πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας (60ου έτους) που προβλεπόταν όσον αφορά τους εντεταλμένους Τμηματάρχες-Προϊσταμένους από το άρθρο 19 του συμβατικής ισχύος Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, στον οποίο είχε προσχωρήσει ο αναιρεσείων κατά την πρόσληψή του.

Η αποχώρηση αυτή του αναιρεσείοντος έγινε μετά τη συμπλήρωση κατά τα ανωτέρω πραγματικής υπηρεσίας 29 ετών και 6 ημερών από της αρχικής τοποθετήσεώς του στην Τράπεζα και κατόπιν υποβολής εκ μέρους του εγγράφως της παραιτήσεώς του από την υπηρεσία της Τράπεζας από 7.9.1999. Η από 30.8.1999 αίτηση του αναιρεσείοντος με την οποία υπέβαλε την παραίτησή του από τις 7.9.1999, έγινε αποδεκτή με την υπ΄ αριθμ. ....

πράξη του Διοικητή, το αρμόδιο δηλαδή όργανο της Τράπεζας. Οι μικτές αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά τον τελευταίο πριν από την παραίτησή του μήνα ανέρχονταν κατά την προσκομιζόμενη ανάλυση μισθοδοσίας του μηνός Αυγούστου 1999 σε δραχμές 989.064, συμπεριλαμβανομένου σ΄ αυτές και του ποσού των δραχμών 6.000 που ελάμβανε ανά μήνα για έξοδα κινήσεως.

Από την προσκομιζόμενη βεβαίωση του Τμήματος Οικονομικών Υπηρεσιών της Διευθύνσεως Γενικού Λογιστηρίου της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την παραίτησή του οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 999.718 δραχμών, δηλαδή μεγαλύτερο από το αναφερόμενο στην μηχανογραφημένη ανάλυση μισθοδοσίας του για τον μήνα Αύγουστο 1999, αλλά δεν περιλαμβάνει το ποσό των εξόδων κινήσεως.

Ο αναιρεσείων μόνον από την υπηρεσία ως υπάλληλος στην αναιρεσίβλητη και ως επικουρικώς ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος δεν εδικαιούτο πλήρους συντάξεως κατά το χρόνο που παραιτήθηκε, αλλά με συνυπολογισμό προηγούμενης στον ιδιωτικό τομέα εργασίας του ως ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, θεωρήθηκε, όταν έγινε η απονομή σ΄ αυτόν συντάξεως από το Ταμείο συντάξεων Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος, ότι είχε συμπληρώσει συντάξιμο χρόνο 36 ετών, 11 μηνών και 29 ημερών για να δικαιούται κατ΄ άρθρο 8 εδαφ.

β΄ ν. 3198/55 το 40% της αποζημιώσεως την οποία θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του από την αναιρεσίβλητη. Δεδομένου δε ότι κατά τον χρόνο της αποχωρήσεώς του είχε ούτος συμπληρώσει συνολική υπηρεσία 29 ετών στην αναιρεσίβλητη και η αποζημίωσή του σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεώς του ανήρχετο σε 24 μηνιαίους, μισθούς, πλέον προσαυξήσεως κατά 1/6 για αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, η αποζημίωση την οποία εδικαιούτο να λάβει ούτος ανήρχετο στο ποσό των (999,718 Χ 24 μήνες) 23.913.232 + 3.998.872 δι΄ αναλογία δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας = 27.992.104 Χ 40%) 11.196.841 δραχμές.

Το ποσό αυτό, που αποτελούσε την προβλεπόμενη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 8 εδαφ. α΄ του Ν. 3198/1955 και 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 αποζημίωση, ο ενάγων υπάλληλος της Τράπεζας Ελλάδος, που απεχώρησε από την υπηρεσία της στις 7-9-1999 οικειοθελώς λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων λήψεως πλήρους συντάξεως και ήταν επικουρικώς ησφαλισμένος, εδικαιούτο να λάβει χωρίς τους περιορισμούς των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του Α.Ν. 173/1967 και 1 παρ. 1 και 2 του Ν.Δ 618/1970, αφού η εναγομένη Τράπεζα της Ελλάδος δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Αντί όμως του ποσού τούτου η αναιρεσίβλητη μετά από απόφαση του Γενικού της Συμβουλίου, που λήφθηκε στις 17-12-1999, δέχθηκε και κατέβαλε σ΄ αυτόν την αποζημίωση του άρθρου 8 εδάφ. α΄ του Ν. 3198/1955, περιορισμένη σύμφωνα με το άρθρο 33 του ν. 1876/1990, δηλαδή το ποσό του 1.500.000 δραχμών. Κατά συνέπεια ο αναιρεσείων δικαιούται την μεταξύ της καταβλητέας και καταβληθείσας ως άνω αποζημιώσεως προκύπτουσα διαφορά ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των (11.196.841 - 1.500.000=) 9.696.841 δραχμών, ή την 28.462 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αναγνώρισε ότι οφείλεται σ΄ αυτόν για διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας αποζημιώσεως του 1.500.000 δραχμών και της δικαιούμενης απ΄ αυτόν αποζημιώσεως του άρθρου 8 εδαφ. β΄ του ν. 3198/1955 το ως άνω ποσό των 28.462 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, και τούτο διότι, ενώ, για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως, δέχεται ότι το ύψος των τακτικών αποδοχών του αναιρεσείοντος κατά τον τελευταίο πριν από την παραίτησή του μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως ανερχόταν σε 999.178 δραχμές, καθώς και ότι ο αναιρεσείων ελάμβανε ανά μήνα ποσό 6.000 δραχμών ως επίδομα εξόδων κινήσεως, υπολόγισε την οφειλόμενη στον αναιρεσείοντα αποζημίωση με βάση το ανωτέρω από 999.178 δραχμές ποσό των τακτικών του αποδοχών, χωρίς να γίνει ανάλυση των επιμέρους κονδυλίων του και χωρίς να διευκρινίζεται εάν τελικά στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται ή όχι το επίδομα εξόδων κινήσεως και η ποσοστιαία μηνιαία αναλογία του επιδόματος ισολογισμού, τα οποία, ως συνιστώντα τακτικές μισθολογικές παροχές χορηγούμενες από την αναιρεσίβλητη σταθερώς και μονίμως ως αντάλλαγμα της εργασίας του αναιρεσείοντος, συνυπολόγιζε ο τελευταίος αυτός στην ένδικη αγωγή για τον προσδιορισμό των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του και εντεύθεν της οφειλόμενης σ΄ αυτόν αποζημιώσεως.

Επομένως, οι ενιαίος κρινόμενοι ως εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι, γι΄ αυτό και, ως προς το ανωτέρω μόνο πληττόμενο κεφάλαιό της, πρέπει να αναιρεθεί αυτή (προσβαλλομενη απόφαση) και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5146/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ