Supreme Court dismisses appeal against salary reduction as inadmissible for deceased employee and unfounded for others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 98 employees against a municipal water company's salary reduction decision. While the court declared the appeal inadmissible regarding one deceased employee due to lack of standing, it rejected the remaining claims as legally unfounded. The court held that the lower court correctly interpreted the relevant labor laws and found the constitutional arguments raised by the appellants to be unnecessary and superfluous.
Legislator headnote
AI generatedArt. 35 of the Civil Code; Art. 62(a) and 73 of the Code of Civil Procedure; Art. 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure; Art. 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal filed by a deceased person is inadmissible and must be brought by their heirs, while arguments based on unconstitutional statutes that were not essential for the lower court's decision are rejected as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2084 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2084/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Α. του Α., 2)Γ. Α. του Ν., … και 98)Ι. Χ. του Ν., απάντων κατοίκων …, Νομού …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Χαλκίδος "Αρέθουσα", που εδρεύει στην Χαλκίδα του Νομού Εύβοιας, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Βλασοπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 417/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-9-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 19.10.2021 κλήση των καλούντων-αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 23.9.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3003/197/2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 121/17.5.2019 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που αρχικά είχε ορισθεί να συζητηθεί στη δικάσιμο της 24.11.2020, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 18.5.2021 και κατ' αυτήν η συζήτησή της ματαιώθηκε.
Κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ).
Εξάλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.
Επίσης από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες τόσο στην εκκλητή, όσο και στην αναιρετική δίκη (άρθρα 524 παρ.1 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης (ΑΠ 1681/2007), πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα τόσο η έφεση όσο και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ.1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ αντίστοιχα.
Διαφορετικά εάν κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο (όπως έφεση, αναίρεση) που ασκήθηκε στο όνομα του θανόντος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο, για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 729/2019, ΑΠ 492/2019, ΑΠ 533/2018), ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από το απόσπασμα της από 19.4.2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Χαλκίδας, το οποίο επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ο ενδέκατος (11ος) αναιρεσείων Κ. Γ. του Χ. αποβίωσε στις 14.4.2019, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της 21.9.2018, που συζητήθηκαν ενώπιον του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας η από 2.11.2017 (με αριθμό κατάθεσης 4678/91/2017) έφεση και οι από 16.3.2018 (με αριθμό κατάθεσης 1040/124/2018) πρόσθετοι λόγοι έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος- αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΔΕΥΑ Χαλκίδος "ΑΡΕΘΟΥΣΑ"" κατά της με αριθμό 417/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 121/17.5.2019 απόφαση, αλλά σε χρόνο προγενέστερο της 23ης Σεπτεμβρίου 2019, οπότε ασκήθηκε η υπό κρίση, από 23.9.2019, αίτηση για αναίρεση της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (βλ.
τη με αριθμό 3003/197/23.9.2019 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Χαλκίδας). Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε στο όνομα του προαποβιώσαντος της άσκησής της διαδίκου Κωσταντίνου Γαβριήλ του Χρήστου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, για έλλειψη του ιδίου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης.
Επισημαίνεται δε ότι γεγονός ότι οι ακόλουθοι κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος: α) Α. Γ. του Α., χήρα Κ. Γ., β) Β. Γ. του Κ., γ) Φ. Γ. του Κ., δ) Σ. Γ. του Κ., ε) Α. Γ. του Κ., στ) Ε. Γ. του Κ., ζ)Χ. Γ. του Κ. και η) Μ. Γ. του Κ., από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσείοντες κατέθεσαν τις από 18.4.2022 προτάσεις στον Άρειο Πάγο και υπό την ιδιότητά τους αυτή με τις από 30.3.2022, 24.3.2022, 23.3.2022, 30.3.2022, 28.3.2022, 28.3.2022, 23.3.2022, 23.3.2022 αντίστοιχες εξουσιοδοτήσεις τους παρείχαν ρητή πληρεξουσιότητα (και) στον παραστάντα κατά τη συζήτηση της αίτησης Δικηγόρο Δημήτριο Κοντογιάννη για την παράσταση αυτών κατά τη συζήτησή της δεν επάγεται έννομες συνέπειες, καθότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έπρεπε από την αρχή να ασκηθεί στο όνομά τους ως κληρονόμων του Κ.
Γ., ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, αποβίωσε πριν την άσκησή της (άρθρο 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Εξάλλου, δεν γεννάται ζήτημα πληρωμής δικαστικών εξόδων στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ λόγω της απόρριψης ως απαράδεκτης της ένδικης αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα του αποβιώσαντος ενδέκατου αναιρεσείοντος, διότι ο "υπόχρεος" στην καταβολή τους είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, Ολ. ΑΠ 5/2001). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 του ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013).
Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980, ΑΠ 1057/2015).
Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 1057/2015). Σύμφωνα με το άρθρο 98 περ. β του ΚΠολΔ για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης, απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (ΑΠ 329/2019, ΑΠ 938/2018, ΑΠ 318/2017), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980, ΑΠ 318/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη από 23.9.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3003/197/2019 αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της με αριθμό 121/17.5.2019 οριστικής απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε επί της από 2.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 4678/91/2017 έφεσης και των από 16.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης 1040/124/2018 πρόσθετων λόγων έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 417/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας.
Με την εκκαλουμένη απόφασή του το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, είχε δεχθεί ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την κύρια (από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας) βάση της από 15.12.2015 αγωγής των αναιρεσειόντων και είχε υποχρεώσει το αναιρεσίβλητο να καταβάλει τα στην απόφασή του αναγραφόμενα για κάθε αναιρεσείοντα ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, καθότι δέχθηκε ότι τη χρονική περίοδο από το έτος 2013 έως το έτος 2015 το αναιρεσίβλητο περιέκοψε τα επιδικασθέντα ποσά από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές και από τα επιδόματα εορτών και αδείας των αναιρεσειόντων, παρότι δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 31 παρ.1 α του ν. 4024/2011.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, δικάζοντας ως Εφετείο, επίσης κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών δέχθηκε την από 2.11.2017 έφεση και τους από 16.3.2018 πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την από 15.12.2015 αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη στο σύνολό της (δηλαδή τόσο κατά την κύρια από τη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σύμβαση βάση της, όσο και κατά την πρώτη, από την αδικοπραξία επικουρική της βάση, καθώς η από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρικότερη βάση της αγωγής είχε απορριφθεί πρωτοδίκως).
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία του 38ου ενάγοντος - εφεσίβλητου - αναιρεσείοντος Χ. Κ. και του 63ου ενάγοντος - εφεσίβλητου Ν. Π., του οποίου οι κληρονόμοι άσκησαν την ένδικη αίτηση αναίρεσης (άρθρο 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθότι αυτός αποβίωσε στις 26.2.2019 (βλ. το από 1.3.2019 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Χαλκίδας), μεταγενέστερα δηλαδή της 21.9.2018 που συζητήθηκαν η από 2.11.2017 έφεση και οι από 16.3.2018 πρόσθετοι λόγοι έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Οι λοιποί ενενήντα έξι (96) ενάγοντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες δικάσθηκαν ερήμην. Από δε τους ερήμην δικασθέντες εφεσίβλητους - αναιρεσείοντες, σύμφωνα με το από 18.10.2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Χαλκίδας, ο τριακοστός ένατος αναιρεσείων Δ. Κ. αποβίωσε στις 15.10.2021, δηλαδή μεταγενέστερα της 23.9.2019, κατά την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τη αναιρετική δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι του Ε.
Σ. του Φ. - χήρα Δ. Κ., Ν. Κ. του Δ., Α. Κ. του Δ. και Π. Κ. του Δ., που κατέθεσαν κοινές προτάσεις με τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες και έχουν παράσχει ειδική πληρεξουσιότητα εκπροσώπησής τους στον παραστάντα κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη. Η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 17.5.2019 και δεν προκύπτει επίδοσή της.
Δεδομένου, όμως, ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκείται (και) από τους λοιπούς (πλην του ενδέκατου θανόντος) ερημοδικασθέντες εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες, θεωρείται ότι οι τελευταίοι έχουν παραιτηθεί σιωπηρά από το δικαίωμά τους για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον χορήγησαν στον ως άνω Δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, πληρεξουσιότητα με αντίστοιχα για τον καθένα τους ιδιωτικά έγγραφα, που φέρουν βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής καθενός κατά το άρθρο 96 παρ. 3 εδαφ.
β του ΚΠολΔ, από τα οποία προκύπτει ότι διόρισαν τον ως άνω Δικηγόρο ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό τους για να παραστεί και να τους αντιπροσωπεύσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και να υποστηρίξει την αναίρεσή τους κατά της με αριθμό 121/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, δήλωσαν δε ότι εγκρίνουν και αναγνωρίζουν όλες τις πράξεις του παραπάνω πληρεξουσίου τους, τις οποίες ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παραπάνω εντολών ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και επομένως και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση αναίρεσης σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμά τους για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης.
Η έγκριση αυτή, που ενεργεί αναδρομικά, ισχυροποίησε την ως άνω παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού έχει ασκηθεί από ηττηθέντες διαδίκους εμπρόθεσμα και νομότυπα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 16 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη" (ΑΠ 366/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε το άρθρο 332 του ΚΠολΔ, καθότι δεν δέχθηκε την ύπαρξη του δεδικασμένου της με αριθμό 56/2015 τελεσίδικης απόφασης του αυτού Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου και με την οποία έγινε δεκτό ότι οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στο αναιρεσείον ΝΠΙΔ.
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, τέτοιος λόγος αναίρεσης (αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠοΔ) δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας που εκδόθηκε σε έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της 417/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας.
Με το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α' 191), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α' 107), προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα, κατόπιν απόφασης του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους, καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά, των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα, κατά τα προαναφερθέντα, αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διοικείται από ίδιο διοικητικό συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος, ορίζονται κατά τις περί συγκρότησης της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα διατάξεις (άρθρο 3 παρ. 1), β) καθορίζεται με οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, μετά γνώμη των οικείων δημοτικών ή κοινοτικών Συμβουλίων, η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 παρ. 1 και 2), γ) η επιχείρηση έχει δική της περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρο 8 παρ. 1), δ) στους ως άνω πόρους της επιχείρησης, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται τα τέλη σύνδεσης με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, η αξία του καταναλισκόμενου ύδατος κ.λπ., ενώ οι ως άνω πόροι της επιχείρησης χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκταση ύδρευσης και αποχέτευσης ή την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων από δάνεια (άρθρο 10 παρ. 1 και 2), ε) οι διατάξεις περί προστασίας δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχείρησης (άρθρο 8 παρ. 3), στ) το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων συμβάλλει με δωρεάν επιχορήγηση μέχρι ποσοστού 35% στις δαπάνες μελετών και κατασκευών των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των δημοτικών επιχειρήσεων και μέχρι του ύψους των εγκρινομένων κατ' έτος για το σκοπό αυτό πιστώσεων (άρθρο 13 παρ. 1), ζ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της αυτοτελή ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο γενικός διευθυντής σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 παρ. 1), η) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές - εκτιμητές, που διορίζονται από το Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους (άρθρο 18 όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 4483/2017), θ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης, του τεχνικού προγράμματος έργων και για κάθε τροποποίησή του, για την αγορά και εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνσή τους με εμπράγματα βάρη, για τη σύναψη δανείων, για τις μελέτες, έργα και προμήθειες και ελέγχει τον ισολογισμό, απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει έκτακτο διαχειριστικό και ταμειακό έλεγχο από ορκωτούς λογιστές (άρθρο 20), ι) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις γενικής παραδοχής λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς, που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21), ια) τα από την επιχείρηση εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε προς τούτο αναγκαία ακίνητα απαλλοτριώνονται αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες της, κατόπιν απόφασης του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 24) και ιβ) με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης (άρθρο 25 παρ. 1).
Εξάλλου στο δέκατο μέρος του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α' 114), το οποίο φέρει τον τίτλο "Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", ορίζονται τα εξής: "1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις... 4.
Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου..." (άρθρο 252 παρ. 1, 4 και 5). "1. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο.
Από τα μέλη αυτά τουλάχιστον τρεις (3) είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου ή της Κοινότητας, ένας (1) είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων στην επιχείρηση αν αυτή απασχολεί περισσότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, υποδεικνυόμενος από τη γενική συνέλευση αυτών και ένας (1) είναι εκπρόσωπος κοινωνικού φορέα της περιοχής.
Τα υπόλοιπα μέλη είναι δημότες ή κάτοικοι του Δήμου ή της Κοινότητας, που έχουν πείρα ή γνώσεις σχετικές με το αντικείμενο της επιχείρησης. Στην περίπτωση των αιρετών μελών τουλάχιστον ένα μέλος εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία. 2. Η θητεία του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί τη θητεία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εκτός αν στην πράξη σύστασης της επιχείρησης προβλέπεται μικρότερη θητεία.
Σε κάθε περίπτωση, η θητεία του λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά την εγκατάσταση του νέου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 3. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατόν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που τα όρισε, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του.
Για την αντικατάσταση του εκπροσώπου των εργαζομένων και του κοινωνικού φορέα της περιοχής απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του οργάνου που τους πρότεινε. 4. Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ορίζει από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προσλαμβάνεται διευθυντής μετά από σχετική προκήρυξη.
Στον κανονισμό προσωπικού καθορίζονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ο διευθυντής της επιχείρησης..." (άρθρο 255 παρ. 1, 2, 3, 4). "Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς: α. Εσωτερικό κανονισμό υπηρεσιών με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της επιχείρησης, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού.
β. Κανονισμό προσωπικού, ο οποίος καθορίζει την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού, τα προσόντα πρόσληψης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις καθώς και τις πειθαρχικές του ευθύνες. γ. Κανονισμό οικονομικής διαχείρισης. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί, οι οποίοι κρίνονται απαραίτητοι για τη λειτουργία αυτής" (άρθρο 257 παρ. 1). " Η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του " (άρθρο 259 παρ. 1 εδ.
α', όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 4071/2012). "1.Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση. 2..... 3. Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχειρήσεως από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου Ο.Τ.Α. 4.... 5.
Ο Δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων" (άρθρο 260 παρ. 1, 3 και 5). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.
Επίσης, έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια, που παρέχονται στο Δημόσιο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν, ωστόσο, αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς:
α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές, που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών, πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.
Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες, με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης, κατά ποσοστό 35%, από τις πιστώσεις της επιχείρησης, που εγκρίνονται κατ' έτος για τον σκοπό αυτό.
Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των Δ.Ε.Υ.Α.
ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδίωξης οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.
Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Επομένως, εφόσον σκοπός των Δ.Ε.Υ.Α. είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους με επαρκή, για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες, ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων, που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους, όπως αρχικά συνέβη με τους Ν. 3833/2010 και 3845/2010 (Ολ.
Α.Π. 5/2022). Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα ως προς την συνέχεια της παροχής προϊόντων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας δεν συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει ότι το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των Δ.Ε.Υ.Α.
με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Την ένταξη δε των Δ.Ε.Υ.Α. στα δημοσιονομικά μέτρα, που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμμάτων δικαιολογεί και η προναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκουν", στη φράση "Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.", που διαλαμβάνει το άρθρο 31 παρ. 1 α του ν. 4024/2011 αναφορικά με το ρυθμιστικό του πεδίο εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου.
Είναι δε αδιάφορο για εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου 31 παρ. 1 α, 3 και 4 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που επακολούθησε, εάν οι επιχειρήσεις αυτές, τόσο κατά το ενωσιακό, όσο και κατά το εθνικό δίκαιο, δεν συγκαταλέγονται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το Μητρώο φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Περαιτέρω, με τον Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 226/27-10-2011) προβλέφθηκε ανώτατο όριο για το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Ειδικότερα προβλέφθηκε μισθολόγιο για τους απασχολούμενους στο με στενή έννοια δημόσιο τομέα, στο δε άρθρο 29 παρ. 2 αυτού όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α' 262), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α' 31/232/2012) ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής:
α)... β)... Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:
α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου. 3.... 4.
Τα θέματα του Κεφαλαίου αυτού δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων". Στο άρθρο 31 του νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα ", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους...
εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους [...] 3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α, με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ, ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο, που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο [...] 4.
Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα... Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο το ως άνω όριο του 65%" [το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α' 268), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ως άνω Ν. 4047/2012]... 7.
Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζόμενους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 [...] 9.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας, που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές, που υπερβαίνουν τα ανώτατα κατά περίπτωση όρια που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους".
Και με το άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011". Καθίσταται σαφές ότι η ανωτέρω διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων με μείωση των δημόσιων δαπανών, ώστε η Χώρα να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (Π.Σ.Α.) και να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, δεν προσδίδει επιπλέον κανονιστικό περιεχόμενο, σε σχέση με τις ρυθμίσεις των προγενέστερων νόμων 3833 και 3845/2010, αλλά έχει διευκρινιστική διατύπωση και καθιστά σαφέστερο το νόημα του όρου "ανήκουν", συνδέοντάς τον με την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, ώστε πλέον να μην καταλείπονται αμφιβολίες για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης, ότι δηλαδή οι δημοτικές επιχειρήσεις, περιλαμβαλομένων και των δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, περιλαμβάνονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που οι διατάξεις αυτές προβλέπουν.
Τέλος, κατ' εφαρμογή του ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.) της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α' 28) και στο πλαίσιο του εκεί τεθέντος στόχου της επίτευξης με δημοσιονομικές παρεμβάσεις πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, που θα επέτρεπε τη σταθεροποίηση σε πρώτη φάση και τη μείωση στη συνέχεια του δημοσίου χρέους, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α' 222/12.11.2012), ο οποίος στο άρθρο πρώτο, παρ.
Γ υποπαρ. Γ. 1, υπό τον τίτλο: "Μισθολογικές διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", ορίζει τα εξής: "1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ.
και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1-1-2013 [...] 12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή από 1-1-2013 και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010. [...].
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων ως άμεσο μέτρο, στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 01-01-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν. 4024/2011.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι και τα αναφερόμενα στην περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή με ειδική νομοθετική πρόβλεψη η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης Εξάλλου, από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των νόμων 4024/2011 και 4093/2012 και ενόψει του διέποντος αυτές νομοθετικού πλαισίου (ν. 1069/1980 και 3463/2006) προκύπτει ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 31 παρ. 1α, 3 και 4 του ν. 4024/2011, καθώς και στην επακολουθήσασα περίπτωση 12 της υποπαρ.
Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, η εφαρμογή των οποίων συνιστά και το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους ως άνω μνημονιακούς νόμους, ήτοι ανήκουν σε συγκεκριμένο Ο.Τ.Α. (εν προκειμένω Δήμο Χαλκιδέων), κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους και, ως εκ τούτου, η γενομένη κατ' εφαρμογή τους περαιτέρω μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη (Ολ.
Α.Π. 5/2022, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 626/2021, Α.Π. 738/2020, Α.Π. 1097/2018). Περαιτέρω, οι διατάξεις των 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.).
Και αυτό διότι, αυτή καθ' εαυτή, η υπαγωγή του προσωπικού των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης στο μισθολόγιο των άνω νόμων και ο κανονισμός των αποδοχών τους, που αποτελεί κύριο αντικείμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (άρθρο 2 του ν. 1876/1990), με τυπικό νόμο, αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβάλλεται από την Ελληνική Κυβέρνηση στην κατά την θέσπισή τους δημοσιονομική συγκυρία για την εξοικονόμηση των δαπανών και τον εξορθολογισμό της προβληματικής κατάστασης, η οποία είχε διαμορφωθεί με βάση το ισχύον, παρωχημένο και, σε κάποιες περιπτώσεις, αυθαίρετο σύστημα οικονομικών απολαβών, τόσο στο στενό, όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (βλ.
αιτιολογική έκθεση του Ν. 4024/2011).
Συνεπώς, η υπαγωγή του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών - που έχουν κοινωφελή χαρακτήρα και ανήκουν στους Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους - στις ρυθμίσεις του Ν. 4024/2011 και στη συνέχεια στις ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012 (όπως άλλωστε και στις ρυθμίσεις των προγενέστερων Ν. 3833/2010 και 3845/2010), με συνέπεια την ανάλογη μείωση των αποδοχών τους, εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας και βρίσκει αιτιολογικό έρεισμα στην έκτακτη και πρωτοφανή δημοσιονομική κρίση που αντιμετώπισε η Χώρα (συνεπεία της οποίας μάλιστα μεγάλο ποσοστό των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα, είτε μισθωτών, είτε αυτοαπασχολούμενων, κατέστησαν άνεργοι, σε αντίθεση με τους απασχολούμενους στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα).
Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη αμιγώς προσωρινού χαρακτήρα των μέτρων αυτών (έστω κι αν η παρέμβαση του νομοθέτη υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, ο οποίος συμπίπτει με τη λήξη του εγκριθέντος με το Ν. 4093/2012 Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής) είναι δικαιολογημένη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν, όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας (Ολ.
Α.Π. 1/2021). Επιπλέον το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. δεν κατοχυρώνει δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, αφού δεν κωλύεται καταρχήν ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις (Ολ.
ΣτΕ 668/2012, ΣτΕ 1283/2012). Ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1α, 3 και 4 του Ν. 4024/2011, καθώς και η διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η εφαρμογή ή μη των οποίων στο με σχέση ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης ύδρευσης και αποχέτευσης συνιστά αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2-3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχή της αναλογικότητας, αφού δεν άγουν σε υπέρμετρη απώλεια των αποδοχών τους σε σχέση με αυτή που βάσει των ίδιων διατάξεων υπέστη το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ.
και τους ΟΤΑ, ούτε ανατρέπουν ριζικά τα δεδομένα της οικονομικής τους κατάστασης, στα οποία είχαν καλοπίστως αποβλέψει (Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 738/2020, Α.Π. 1097/2018).
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό η ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (ΟλΑΠ 1/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 15.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης 281/2015 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν τα εξής: Ότι συνδέονται με το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Χαλκίδος "Aρεθούσα"" με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολούμενοι με τις ειδικότητες που αναφέρουν για τον καθένα και αμειβόμενοι μέχρι και την ισχύ των ν. 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 με αποδοχές καθοριζόμενες από τις εκάστοτε επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, η τελευταία των οποίων έχει χρονολογία 14.3.2012 σε συνδυασμό με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου.
Ότι, αν και οι αποδοχές τους είχαν ήδη μειωθεί κατ' εφαρμογή των ν.3833/2010 και 3845/2010, το εναγόμενο, κατά παράβαση της από το άρθρο 22 παρ. 1 αρχής της ίσης μεταχείρισης, επικαλούμενο το άρθρο 31 παρ. 1 α του ν. 4024/2011, από 1.1.2013 προχώρησε σε περαιτέρω μειώσεις (περικοπές) των τακτικών μηνιαίων αποδοχών τους και των επιδομάτων εορτών και αδείας για τα έτη 2013, 2014 και 2015, όπως οι μειώσεις αυτές εμφαίνονται για τον κάθε ενάγοντα-αναιρεσείοντα στους ενσωματωμένους στην αγωγή πίνακες, παρά το γεγονός ότι το εναγομένο - αναιρεσιβλητο, που ιδρύθηκε και λειτουργεί κατά το ν. 1069/1980, δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 31 παρ. 1 α του ν. 4024/2011 και της περ. 12 της υποπαρ.
Γ1 της παραγ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Με βάση τους ισχυρισμούς τους αυτούς και επικαλούμενοι την εργασιακή τους σύμβαση, άλλως τη ζημία που υπέστησαν από την αδικαιολόγητη περικοπή των αποδοχών τους, άλλως τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της εναγομένης, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο να τους καταβάλει για οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο από την κατά νόμο δήλη ημέρα καταβολής τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Ειρηνοδικείο Χαλκίδας με τη με αριθμό 417/2017 απόφασή του, δέχθηκε ως νόμιμες την κύρια, από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας βάση της αγωγής, καθώς και την από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις πρώτη επικουρική της βάση και απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρικότερη βάση αυτής από τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και στη συνέχεια δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα, τα αναγραφόμενα στην απόφαση ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ποσό κατέστη απαιτητό, ως διαφορές αποδοχών και επιδομάτων εορτών, που προέκυψαν από τη μείωση αυτών κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 παρ. 1 α, 3 και 4 του ν. 4024/2011 και της περ. 12 της υποπαρ.
Γ 1 της παραγρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, στις ρυθμίσεις των οποίων έκρινε ότι δεν υπάγονται οι διάδικοι. Στη συνέχεια, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης μετά την άσκηση της από 2.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 4678/91/2017 έφεσης και των από 16.3.2018 και με αριθμό κατάθεσης 1040/124/2018 πρόσθετων λόγων έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου, με τους οποίους παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητώντας να γίνουν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης δεκτοί και να εξαφανισθεί η εκκληθείσα απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 121/2019 απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, εξαφάνισε, κατά το άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την κύρια, από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας βάση της αγωγής, καθώς και την κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενη βάση της που επιχειρείτο να θεμελιωθεί στο άρθρο 914 ΑΚ, ως μη νόμιμες.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον έλεγχο του δεύτερου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δέχθηκε τα εξής: "Με τους πρώτο, τέταρτο και πρώτο πρόσθετο λόγους (οι δύο τελευταίοι σε συμπλήρωση του πρώτου λόγου) της ένδικης έφεσής του, το εκκαλούν - εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ.
παραπονείται διότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο) με την εκκαλουμένη δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως νόμιμη με την αιτιολογία ότι η εναγομένη δημοτική επιχείρηση (δηλαδή το αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ.) δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 31 παρ. 1 α του ν. 4024/2011 υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" [...] και του άρθρου (ορθό της περίπτωσης) 12 της υποπαραγράφου Γ 1 της παραγράφου Γ (εννοείται του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012) με τίτλο "Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής", οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και ότι οι προβλεπόμενες στις διατάξεις των ως άνω άρθρων περιπτώσεις δεν καταλαμβάνουν και τους εργαζόμενους στις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης και κατ' επέκταση, ούτε τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες (εννοεί ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους), δεδομένου ότι αυτή (εναγόμενη δημοτική επιχείρηση) αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και διέπεται από το καθεστώς της ιδιωτική οικονομίας.
Ο λόγος αυτός όμως, πρέπει να γίνει δεκτός [...]. Ειδικότερα, η εκκαλούσα Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Χαλκίδας, που αποτελεί Ν.Π.Ι.Δ., [...], συγκαταλέγεται στα ΝΠΙΔ της υποπαραγράφου 1 α του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, αφού: α) επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στην παροχή ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών, β) τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Χαλκίδας και γ) τελεί υπό την εποπτεία του τελευταίου και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Ως εκ τούτου, υπό το καθεστώς του νόμου αυτού, οι αποδοχές του προσωπικού της εξαιρέθηκαν μεν της εφαρμογής του μισθολογίου που καθιερώθηκε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ υπήχθησαν, όμως από 1.11.2011 σε διπλό περιορισμό ανωτάτου ορίου, με κριτήρια αφενός την κατηγορία εκπαίδευσης σε συνάρτηση με τις αποδοχές που προέβλεπε για κάθε κατηγορία το μισθολόγιο, αφετέρου το μέσο μισθολογικό κόστος.
Περαιτέρω, με το ν. 4093/2012 οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων έχουν ανάλογη εφαρμογή από 1.1.2013 και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησης τους, η δε εκκαλούσα (δηλαδή το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ) που έχει κοινωφελή χαρακτήρα, ανήκει στους ΟΤΑ.
Συνεπώς, η γενομένη, κατ' εφαρμογή των άνω νόμων, ανάλογη μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους και εν προκειμένω των εφεσίβλητων (δηλαδή των αναιρεσειόντων) που εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας είναι νόμιμη, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν όχι μόνο να αντιμετωπίσει την οξεία δημοσιονομική κρίση, αλλά κυρίως να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά, κατά τρόπο μόνιμο, η λήψη δε των μέτρων αυτών δικαιολογείται στο πλαίσιο υιοθέτησης ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο στόχευε στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης χρηματοδότησης της χώρας, αλλά και στην βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.
Απορριπτέα, επίσης είναι και η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής (η δεύτερη επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο ως μη νόμιμη χωρίς να ασκηθεί έφεση εκ μέρους των εναγόντων), διότι η άρνηση της εναγομένης -εκκαλούσας επιχείρησης (ήτοι του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ) να προβεί στην καταβολή των επιδικων τακτικών μηνιαίων αποδοχών, των δώρων εορτών και αδείας των εναγομένων -εφεσιβλήτων (εννοεί των εναγόντων-εφεσίβλητων) για τα επίδικα έτη δεν συνιστά παράνομη και δη αδικοπρακτική συμπεριφορά, καθόσον η εκκαλούσα εφήρμοσε τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που εισήγαγαν οι ν. 4024/2011 και 4093/2012, ουδόλως δε υφίστατο νομική υποχρέωσή της προς καταβολή των επίμαχων αποδοχών".
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην κρίση ότι οι αναιρεσείοντες εργάζονται στο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, το οποίο, ενόψει του διέποντος αυτό νομοθετικού πλαισίου (ν. 1069/1980 και 3463/2006) υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων του άρθρου 31 παρ. 1 α, 3 και 4 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπαραγρ.
Γ1 της παραγρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που ακολούθησε, δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη τις ω άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, Ως εκ τούτου το πρώτο σκέλος του δεύτερου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν το αντίθετο, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
Με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 1 α, 3 και 4 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπαραγρ. Γ1 της παραγρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και, ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε τα αντίθετα, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένα ότι ο εν λόγω ισχυρισμός τους ότι, δηλαδή, οι ως άνω διατάξεις των ν. 4024/2011 και 4093/2012 είναι ανίσχυρες ως αντιβαίνουσες στα άρθρα 22 παρ. 1 και 25 παρ. 1 (αρχή της αναλογικότητας) του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ είχε προταθεί με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής τους ως βάση αγωγής.
Ο ίδιος, όμως, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος αφού από το ήδη επισκοπηθέν και συνοπτικά εκτεθέν δικόγραφο της από 15.12.2015 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί δεν διέλαβαν ως αγωγική βάση και τον ισχυρισμό ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο οφείλει να τους αποδώσει τις μειώσεις των τακτικών αποδοχών τους και των επιδομάτων εορτών και αδείας στις οποίες προέβη κατά τη χρονική περίοδο των ετών 2013, 2014 και 2015 καθόσον εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 1 α, 3 και 4 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, που ως αντιβαίνουσες στο Σύνταγμα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ είναι ανίσχυρες.
Και είναι, μεν, αληθές ότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται αιτιολογία ότι οι ως άνω διατάξεις των ν. 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, (βλ. τελευταία παράγραφο της 16ης σελίδας, 17η σελίδα και πρώτη παράγραφο 18ης σελίδας), πλην όμως, η αιτιολογία αυτή εκφέρθηκε εκ περισσού και δεν ήταν αναγκαία για την κρίση του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς, που όπως ήδη αναφέρθηκε, συνίσταται στην εφαρμογή ή μη των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 1 α, 3 και 4 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 στο, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προσωπικό του αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ που είναι δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης.
Συνεπώς η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί της μη αντίθεσης των ως άνω διατάξεων των ν. 4024/2011 και 4093/2012, προς τα προαναφερθέντα άρθρα του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ είναι πλεοναστική. Σε κάθε όμως, περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αποφαινόμενο ότι οι ως άνω διατάξεις των ν. 4024/2011 και 4093/2012, κατ' εφαρμογή των οποίων το εναγόμενο - εκκαλούν - αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ "ΔΕΥΑ Χαλκίδος "ΑΡΕΘΟΥΣΑ" προέβη από 1.1.2013 στην (περαιτέρω) μείωση των μηνιαίων τακτικών αποδοχών και των επιδομάτων εορτών και αδείας των εναγόντων - αναιρεσειόντων δεν αντίκεινται στις ως άνω υπερνομοθετικού χαρακτήρα συνταγματικές και λοιπές διατάξεις, ορθά ερμήνευσε το νόμο, με αποτέλεσμα και εξ αυτού του λόγου το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ σκέλος του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να είναι αβάσιμο.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 23.9.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3003/197/2019 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκείται από τους λοιπούς, πλην του ενδέκατου, αναιρεσείοντες πρέπει να απορριφθεί. Οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 23.9.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3003/197/2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 121/2019 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ως προς τον ήδη θανόντα κατά την άσκησή της ενδέκατο αναιρεσείοντα Κ. Γ. του Χ..
Απορρίπτει την από 23.9.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3003/197/2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 121/2019 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους λοιπούς (πλην του ενδέκατου) αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ