Legislator Case Law & Legislation
2084/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tax fraud conviction, rejecting good behavior mitigation due to lack of evidence.

Case Number 2084/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeals against a conviction for tax fraud involving the issuance of fictitious tax documents. The court found that the appellant failed to prove genuine good behavior and social reintegration after the crime, noting her prior offenses and that her current conduct was merely expected behavior for a mother awaiting trial. Consequently, the request for mitigation under Article 84 of the Penal Code was rejected as unsubstantiated.

Legislator headnote

AI generated

Art. 84 para. 2e Penal Code; Art. 510 para. 1 lit. d Penal Code of Procedure; The court established that good behavior mitigation requires concrete evidence of positive social reintegration over a long period, not merely the absence of criminal activity or standard maternal duties.

Keywords

AI generated
tax fraud conviction good behavior mitigation social reintegration fictitious documents appeal dismissal prior criminal record Article 84 Penal Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 473 para. 3 of the Code of Criminal Procedure
Art. 128 of the Code of Civil Procedure
Art. 510 para. 1 lit. d of the Code of Criminal Procedure
Art. 583 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
Art. 84 para. 2e of the Penal Code
Law 2523/1997 on administrative and criminal penalties in tax legislation

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2084 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2084/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου Ευαγγέλου Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Πεπόνη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Ο. του Σ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1317/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11-6-2018 και υπ' αριθμ. πρωτ. 8176/26-7-2018, δύο (2) αιτήσεις της, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 930-2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από: α. 11.6.2018 και β. 26.7.2018 δηλώσεις-αιτήσεις της Ε. Ο. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1317/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας, κήρυξε την ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτες συναλλαγές άνω των 150.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών), ασκήθηκαν παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ η μεν πρώτη δια δηλώσεως την 11.6.2018 ενώπιον του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών του ειδικά προς τούτου εξουσιοδοτημένου συνηγόρου της αναιρεσείουσας, η δε δεύτερη την 26.7.2018 δια δηλώσεως της ιδίας της αναιρεσείουσας επιδοθείσης στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 6.7.2018) και πρέπει, επομένως να συνεκδικασθούν (άρθρο 128 ΚΠΔ) και να ερευνηθούν για την βασιμότητα των λόγων τους.

Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19).

Ειδικότερα το άρθρο 19 του πιο πάνω νόμου (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3943/2011), ορίζει ότι: "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ και ήδη 200.000 ευρώ (άρθ. 8 ν.4337/15.

Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολα της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα, με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία.

Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο στη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται και η σχετική ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.

Από τις παραπάνω διατάξεις, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής απαιτείται: α) αντικειμενικά, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Εικονικό δε είναι και το φορολογικό στοιχείο, εκτός άλλων, όταν εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολο της ή και για μέρος αυτής, β) υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία.

Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ" Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διστακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά.

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, αποτελεί η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνει το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, κατά την οποία "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της διώξεως που ασκήθηκε.

Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.

Α' και 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, το κατ' έφεση δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα για την πράξη της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων και επέβαλε σ' αυτή ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών. Το Δικαστήριο, προκειμένου να αχθεί στην πιο πάνω καταδικαστική (κατά πλειοψηφία) κρίση του και με μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχτηκε τα ακόλουθα : "Στις 12/10/2006 υπάλληλοι της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών (Ε.Δ.ΕΥ.Α) της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε), κατόπιν της υπ' αρ. 527/2006 εντολής του προϊσταμένου της υπηρεσίας, διενήργησαν έλεγχο, μετά από σχετική καταγγελία που είχε περιέλθει στην άνω υπηρεσία, για τη διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του Π.Δ/τος 186/1992 (ΚΒΣ) στην εδρεύουσα επί της οδού ...

ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ". Η εταιρία αυτή έχει ως αντικείμενο την εισαγωγή εργαλείων μηχανημάτων. Πρόεδρος του Δ.Σ και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας αυτής ήταν ο αδελφός της κατηγορουμένης Β. Ο. και μέλη οι γονείς της Σ. και Χ. Ο.. Ιδρυτής της εταιρίας και πραγματικός φορέας αυτής ωστόσο ήταν ο σύζυγος της κατηγορουμένης Χ.

Γ., ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί να χειρίζεται εν λευκώ τα θέματα της εταιρίας. Η εταιρία αυτή στεγαζόταν σε εξαώροφο ιδιόκτητο κτίριο του συζύγου της κατηγορουμένης στην ως άνω διεύθυνση. Στο κτίριο αυτό κατά τον έλεγχο των υπαλλήλων της ΥΠ.Ε.Ε διαπιστώθηκε ότι λειτουργούσαν και οι εταιρίες α) ... ΑΕ, με αντικείμενο εργασιών το εμπόριο βιομηχανικών εργαλείων και β) ατομική επιχείρηση της κατηγορουμένης με αντικείμενο εργασιών εμπόριο σιδηρικών οικοδομών εργαλείων.

Νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΕ ...Σ ήταν ο αδελφός της κατηγορουμένης Χ. Ο.. Την εταιρία αυτή απέκτησαν η κατηγορούμενη και ο σύζυγός της το μήνα Νοέμβριο 2001 κατέχοντας η μεν κατηγορουμένη από τις 5.000 ανώνυμες μετοχές στις οποίες διαιρείτο το μετοχικό κεφάλαιο των 50.000.000 δραχμών [4.950] μετοχές και ο σύζυγός της [50] μετοχές, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 14-11-2001 έως 14-10-2002 η μεν κατηγορούμενη ήταν σ' αυτήν πρόεδρος, ο δε σύζυγός της αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος.

Όλες οι εταιρίες ήταν συμφερόντων της κατηγορουμένης, του συζύγου της και των αδελφών της. Από τον διενεργηθέντα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η ατομική επιχείρηση της κατηγορουμένης, η οποία εμφάνιζε ως έδρα την οδό ..., ουσιαστικά δεν λειτούργησε ποτέ, αλλά συστάθηκε από την κατηγορούμενη προκειμένου να εφοδιάζει τις άλλες δύο ανώνυμες εταιρίες με εικονικά τιμολόγια για συναλλαγές που ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν προκειμένου οι ανώνυμες εταιρίες να φαίνονται φορολογικά τακτοποιημένες.

Στις 16/10/2006 συνεργείο ελέγχου της άνω υπηρεσίας μετέβη στην οδό ... όπου εμφανιζόταν σαν έδρα τη ατομική επιχείρηση της κατηγορουμένης; Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι στην άνω διεύθυνση υπάρχει ένας εγκαταλελειμμένος και κλειστός. Από πληροφορίες που συνέλεξε το συνεργείο ελέγχου στον χώρος αυτό δεν λειτουργούσε επιχείρηση.

Θυροκολλήθηκε η υπ' αρ. 257/2006 πρόσκληση για προσκόμιση βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης εντός (5) ημερών, αλλά η επιχείρηση της κατηγορουμένης δεν ανταποκρίθηκε. Επακολούθησε και δεύτερος έλεγχος από άλλο συνεργείο ελέγχου της υπηρεσίας στις 26/10/2006, το οποίο διαπίστωσε την ίδια με την προηγούμενη κατάστασης ενώ την ίδια τύχη με την πρώτη είχε και η δεύτερη 557/2006 πρόσκληση για την προσκόμιση από την κατηγορούμενη των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης.

Η κατηγορούμενη έκανε έναρξη επιτηδεύματος της ατομικής της επιχείρησης το 1992, όμως οιοδήποτε υπέβαλε δηλώσεις έως την ημέρα του ελέγχου (12-10-2006). Ποτέ δεν πραγματοποίησε αγορές εμπορευμάτων σχετικών με το εμφανιζόμενο αντικείμενο εμπορίας της πλην των ετών 2000 και 2001 που δηλώθηκε ως πελάτης από επιχειρήσεις που το αντικείμενο τους είναι άσχετο με τα εμπορεύματα που εμφάνιζαν τα φορολογικά στοιχεία που είχε εκδώσει (βλ.

έκθεση ελέγχου). Από το έτος 2000 η ατομική επιχείρηση της κατηγορουμένης δεν έχει υποβάλλει συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων πελατών και προμηθευτών, δηλώσεις εισοδήματος, ΦΠΑ ή άλλων φορολογικών. Χρησίμευε μόνο για την έκδοση εικονικών τιμολογίων, ήτοι για ανύπαρκτες συναλλαγές. Αυτό προκύπτει από τα εξής:

α) Από τον έλεγχο στην εταιρία ... ΑΕ όπου βρέθηκαν βιβλία και στοιχεία της όσο και από τις σημειώσεις στα ανεπίσημα στοιχεία που κατασχέθηκαν στην εταιρία ... ΑΕ και αναφέρουν τον λόγο και τον τρόπο έκδοσης των φορολογικών στοιχείων της κατηγορουμένης (βλ. σελ. 2 και 3 της έκθεσης ελέγχου όπου αναφέρονται τα παραληφθέντα και κατασχεθέντα στοιχεία όπως π.χ δύο κλασέρ και ένας φάκελος με φορολογικά στοιχεία της ατομικής επιχείρησης της κατηγορουμένης, USB όπου περιέχονταν δεδομένα και των τριών εταιριών), β) Στις 23/10/2006 η άνω υπηρεσία ελέγχου κάλεσε τον βοηθό λογιστή της επιχείρησης ...

ΑΕ στην υπηρεσία .προκειμένου να διευκρινίσει τη σχέση της εταιρίας ... ΑΕ με την ατομική επιχείρηση της κατηγορουμένης. Ο ίδιος στην υπ' αρ. 3606/23-10-2006 δήλωση που υπέβαλε στην υπηρεσία αναφέρει όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα έκθεση έλεγχου "προαιρετικά στο πρόγραμμα ΚΕΦΑΛΑΙΟ τηρούσαμε αποθήκη. Κάθε τέλος του μήνα συγκεντρώναμε τα αρνητικά υπόλοιπα των ειδών και τα δίναμε στον Γ.

Χ. {σύζυγος της κατηγορουμένης}. Αυτός μετά από μία εβδομάδα μας έφερνε τα τιμολόγια αγοράς από την εταιρία ... με ημερομηνία την πρώτη του μήνα που παρουσιαζόταν τα αρνητικά. Δεν γνωρίζω ούτε που εκδιδόταν τα τιμολόγια ούτε ποιος του τα προμήθευε.", γ) Στα τιμολόγια έκδοσης της επιχείρησης της κατηγορουμένης αναφερόταν ως τόπος φόρτωσης η οδός ..., όμως στην αναφερόμενη έδρα της επιχείρησης δεν λειτουργούσε επιχείρηση ούτε διέθετε μέσο μεταφοράς, δ) Το έτος 2000 η επιχείρηση της κατηγορουμένης δηλώθηκε ως προμηθευτής από τέσσερις επιχειρήσεις συνολικού ύψους 6.656.590 δραχμών, ενώ σαν πελάτης (αγορές) δεν δηλώθηκε από καμία επιχείρηση, γεγονός που σημαίνει ότι δεν πραγματοποίησε αγορές εμπορευμάτων και μάλιστα αυτού του είδους που εμφανίζονται στα επίμαχα τιμολόγια.

Συνεπώς αφού δεν είχε αγορές δεν μπορούσε να έχει και πωλήσεις. Μεταξύ των επιχειρήσεων που έλαβαν φορολογικά στοιχεία της ατομικής επιχείρησης της κατηγορουμένης ήταν και η ... ΑΕ, η οποία εταιρία όπως προαναφέρθηκε ουσιαστικά συστάθηκε από την κατηγορούμενη και το σύζυγο της αν και νόμιμος εκπρόσωπος φερόταν ο αδελφός της κατηγορουμένης Β.

Ο.. Ειδικότερα τα εικονικά τιμολόγια που εξέδωσε η κατηγορούμενη από την ατομική της επιχείρηση προς την εταιρία ... ανέρχονται για μεν το έτος 2005 στο ποσό των 378.698,76 ευρώ και για το έτος 2006 στο ποσό των 2.634.105,03 ευρώ, όπως ειδικότερα αυτά αναφέρονται στο διατακτικό αυτής της απόφασης κατ' είδος, αριθμό, ημερομηνία έκδοσης, αξίας, αναλογούντος Φ.Π.Α.

Τα εν λόγω τιμολόγια ανύπαρκτων συναλλαγών τα ζήτησε ο σύζυγος της κατηγορουμένης για την εταιρία ... Α.Ε και αυτή εν γνώσει της ότι επρόκειτο για εικονικές συναλλαγές δολίως τα εξέδωσε, προκειμένου ο σύζυγός της να τα καταχωρήσει στα βιβλία της εταιρίας ... ΑΕ και να εμφανίσει έτσι διογκωμένες τις δαπάνες της τελευταίας εταιρίας και αντιστοίχως μειωμένα τα κέρδη με αποτέλεσμα να μειωθεί ο φόρος εισοδήματος της ...

ΑΕ αλλά και για να αποδώσει μειωμένο ποσό ΦΠΑ στο Δημόσιο (συμψηφισμός ΦΠΑ εισροών με αυτόν των εκροών της εταιρίας ... ΑΕ). Δεν αποδείχτηκε κατά την κρίση της πλειοψηφίας ότι η κατηγορούμενη κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα δεν είχε καμία πραγματική σχέση με την ατομική της επιχείρηση και ουδέποτε ασχολήθηκε με το εμπόριο και τις συναλλαγές, καθόσον είχε επικεντρωθεί στην επιμέλεια και ανατροφή των (4) ανηλίκων τέκνων τους και ότι μόνο ο σύζυγός της λειτουργούσε στην πραγματικότητα την ατομική της επιχείρηση.

Η ανατροφή των τέκνων της και οι γραμματικές γνώσεις απόφοιτης Δημοτικού όπως ισχυρίζεται δεν ήταν ανασχετικός παράγων για την έκδοση εικονικών τιμολογίων κατ' απαίτηση του συζύγου της, ο οποίος και τη μύησε σ' αυτήν την παραβατική συμπεριφορά. Γνώριζε ότι με την έκδοση τιμολογίων για ανύπαρκτες συναλλαγές από την ατομική της επιχείρηση για την εταιρία ...

ΑΕ εξυπηρετούσε την τελευταία, την οποία είχε ιδρύσει η ίδια και ο σύζυγός της. Η ίδια εξάλλου έκανε χρήση του ονόματος της και του ΑΦΜ για να ανοίξει η ατομική της επιχείρηση σε ένα χώρο εγκαταλελειμμένο και κλειστό. Ο ισχυρισμός της ότι σε κανένα τιμολόγιο δεν υπάρχει η γραφή της και η υπογραφή της στη θέση του εκδότη (βλ.

έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης Β. Σ.) δεν σημαίνει ότι αυτή δεν έχει εκδώσει δια μέσου της ατομικής της επιχείρησης εικονικά τιμολόγια για ανύπαρκτες συναλλαγές, αφού αυτά μπορούν να συμπληρωθούν από οποιοδήποτε υπάλληλο της εταιρίας της ποσό μόνο από το σύζυγο της κατ' εντολή της. Κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η κατηγορούμενη εν γνώσει της άνοιξε, δια της χρήσης των ατομικών της στοιχείων, μία ατομική επιχείρηση σε ένα εγκαταλελειμμένο χώρο, ήτοι με ανύπαρκτη έδρα με ανύπαρκτο αντικείμενο εργασιών με αποκλειστικό σκοπό να εκδίδει εν γνώσει της η ατομική επιχείρηση εικονικά τιμολόγια προκειμένου να εξυπηρετήσει τις προαναφερόμενες δύο ανώνυμες εταιρίες συμφερόντων της ίδιας του συζύγου της και των αδελφών της.

Η συμμετοχή της δηλαδή στην πράξη που της αποδίδεται ήταν οργανωτική και ουσιαστική, ήτοι αυτής του αυτουργού.

Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά πλειοψηφία, ως πρωτοδίκως αφού αποδείχθηκαν πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την υποκειμενική και την αντικειμενική υπόσταση της πράξης της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση που αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολο τους συναλλαγές, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των (150.000 €), απορριπτόμενου ως αβασίμου του ισχυρισμού της να αξιολογηθεί η συμπεριφορά της στην τέλεση της παράνομης πράξης που της αποδίδεται σ'αυτήν του απλού σύνεργού). Ακολούθως, κήρυξε, κατά πλειοψηφία, την κατηγορούμενη ένοχη του ότι: "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση τέλεσε το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. β' περ. β-α του Ν. 2523/1997, δηλαδή εξέδωσε εικονικά τιμολόγια στο σύνολο τους, για ανύπαρκτες συναλλαγές, η δε αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα στην ... τις κάτωθι αναφερόμενες ημερομηνίες, εξέδωσε τα κάτωθι αναφερόμενα τιμολόγια προς την εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε. …." που είναι στο σύνολο τους εικονικά αφού η επιχείρησή της με έδρα την οδό ... στον ..., δεν πραγματοποίησε ποτέ αγορές εμπορευμάτων αλλά μόνο πωλήσεις. Ειδικότερα τα εικονικά τιμολόγια που εξέδωσε προς την εταιρία με την ... Α.Ε. είναι τα εξής:

ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ 2005

Α/Α ΑΡ. ΣΤΟΙΧ. ΕΙΔΟΣ ΣΤΟΙΧ. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΞΙΑ ΦΠΑ

1 ….70 ΤΙΜ-Δ.Α 9/12/2005 24.982,36 4.796,65

2 ….69 ΤΙΜ-Δ.Α 7/12/2005 188.325,50 35.781,84

3 …..68 ΤΙΜ-Δ.Α 5/12/2005 80.116,00 15.222,04

4 ….67 ΤΙΜ-Δ.Α 5/12/2005 85.274,90 16.202,23

378.608,76 72.002,76

ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ 2006

Α/Α ΑΡ.ΣΤΟΙΧ. ΕΙΔΟΣ ΣΤΟΙΧ. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΞΙΑ ΦΠΑ

1 ….93Α ΤΙΜ-Δ.Α 1/9/2006 152.676,50 29.008,53

2 ….92α ΤΙΜ-Δ.Α 1/9/2006 205.034,80 38.956,61

3 ….91α ΤΙΜ-Δ.Α 1/9/2006 203.305,40 38.628,03

4 ….90α ΤΙΜ-Δ.Α 1/9/2006 277.636,00 52.750,84

5 ….89α ΤΙΜ-Δ.Α 1/9/2006 218.786,50 41.586,54

6 ….71α ΤΙΜ-Δ.Α 1/8/2006 110.642,80 21.022,13

7 …70Α ΤΙΜ-Δ.Α 1/8/2006 139.700,00 26.543,00

8 …57Α ΤΙΜ-Δ.Α 1/7/2006 22.717,60 4.316,34

9 ….56α ΤΙΜ-Δ.Α 1/7/2006 20.581,50 3.910,48

10 …55α ΤΙΜ-Δ.Α 1/7/2006 943,01 179,17

11 ….54Α ΤΙΜ-Δ.Α 1/7/2006 2.169,90 412,28

12 ….53Α ΤΙΜ-Δ.Α 1/7/2006 28.108,00 5.340,52

13 ….52Α ΤΙΜ-Δ.Α 1/7/2006 11.985,50 2.277,24

14 ….51Α ΤΙΜ-Δ.Α 5/6/2006 21.830,00 1.717,70

15 ….48 ΤΙΜ-Δ.Α 3/6/2006 26.594,25 5.052,90

16 ….50Α ΤΙΜ-Δ.Α 3/6/2006 83.900,00 15.941,00

17 ….49α ΤΙΜ-Δ.Α 3/6/2006 82.900,50 15.751,04

18 …48α ΤΙΜ-Δ.Α 3/6/2006 14.638,30 2.781,28

19 …47α ΤΙΜ-Δ.Α 3/6/2006 4.881,00 927,39

20 …46α ΤΙΜ-Δ.Α 3/6/2006 211.257,60 40.138,94

21 …50 ΤΙΜ-Δ.Α 3/5/2006 699,66 132,94

22 …49 ΤΙΜ-Δ.Α 3/5/2006 112.063,51 21.292,,07

23 …48 ΤΙΜ-Δ.Α 3/5/2006 16.168,00 3.071,92

24 …47 ΤΙΜ-Δ.Α 3/5/2006 20.456,25 3.886,69

25 ….46 ΤΙΜ-Δ.Α 3/5/2006 6.555,73 1.245,58

26 ….45 ΤΙΜ-Δ.Α 3/5/2006 7.362,00 1.398,78

27 ….44 ΤΙΜ-Δ.Α 3/5/2006 5.177,82 983,80

28 …32 ΤΙΜ-Δ.Α 2/4/2006 1.880,10 357,29

29 ….31 ΤΙΜ-Δ.Α 2/4/2006 106.645,30 20.264,31

30 ….30 ΤΙΜ-Δ.Α 2/4/2006 29.128,21 5.534,36

31 ….29 ΤΙΜ-Δ.Α 2/4/2006 2.378,66 451,95

32 ….17 ΤΙΜ-Δ.Α 12/3/2006 16.184,50 3.075,50

33 …16 ΤΙΜ-Δ.Α 3/3/2006 23.588,00 4.481,72

34 …15 ΤΙΜ-Δ.Α 3/3/2006 65.967,00 12.533,70

35 …14 ΤΙΜ-Δ.Α 3/3/2006 7.978,15 1.515,84

36 …13 ΤΙΜ-Δ.Α 3/3/2006 12.090,10 2.297,11

37 …12 ΤΙΜ-Δ.Α 3/3/2006 17.379,99 3.302,10

38 …11 ΤΙΜ-Δ.Α 3/3/2006 105.544,50 20.053,45

39 …10 ΤΙΜ-Δ.Α 3/3/2006 166.089,00 31.556,91

40 …88 ΤΙΜ-Δ.Α 3/2/2006 28.439,81 5.403,56

41 …89 ΤΙΜ-Δ.Α 3/2/2006 9.619,08 1.827,64

42 …81 ΤΙΜ-Δ.Α 2/2/2006 6.720,00 1.276,80

43 …80 ΤΙΜ-Δ.Α 2/2/2006 25.700,50 4.894,49

2.634.105,03 498.080,47

Έτσι για την οικονομική χρήση του έτους 2005 η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων ανέρχεται στο ποσό των 378.698,76 ευρώ και για τη χρήση του έτους 2006 στο συνολικό ποσό των 2.634.105,03 ευρώ, υπερβαίνει δηλαδή το ποσό των 150.000 ευρώ ανά χρήση." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, που συμπληρώνεται από το διατακτικό, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, εδ.

β', 98 ΠΚ και 19 παρ. 1-4, 21 παρ. 1, του ν. 2523/1997, όπως το άρθρο 19 ίσχυε μετά από την τροποποίησή του με το αρ. 40 παρ.1 του ν. 3220/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας:

α) αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, με την παραδοχή της δράσης της αναιρεσείουσας ως φυσικής αυτουργού, και όχι αυτής της απλής συνεργού, στην πράξη της εκδόσεως των εικονικών φορολογικών στοιχείων που ήταν οργανωτική και ουσιαστική, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα, την ως άνω παραδοχή στηρίζουν επαρκώς οι περαιτέρω παραδοχές της απόφασης ότι αφενός η αναιρεσείουσα εν γνώσει της άνοιξε με τη χρήση των ατομικών της στοιχείων ατομική επιχείρηση με ανύπαρκτη έδρα και ανύπαρκτο αντικείμενο εργασιών με αποκλειστικό σκοπό την έκδοση εικονικών τιμολογίων, αφετέρου δε, εν γνώσει της ότι επρόκειτο για εικονικές συναλλαγές, εξέδωσε τα επίδικα τιμολόγια, που της ζήτησε ο σύζυγος της, προκειμένου αυτός να τα καταχωρίσει στα βιβλία τής, και δικών της συμφερόντων, εταιρείας ...

ΑΕ και να εμφανίσει έτσι διογκωμένες της δαπάνες της τελευταίας , β) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος της αναιρεσείουσας με την παραδοχή ότι αυτή ενήργησε εν γνώσει της ότι τα τιμολόγια αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους και γ) όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολόγησε την περί της ενοχής της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας κρίση του, οι προεκτεθείσες δε περί αυτού παραδοχές του σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής και μετακύλυση σ' αυτή του βάρους απόδειξης της αθωότητάς της εντεύθεν δε και παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητάς της.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ενοχή της, στη συνέχεια, αφού ερεύνησε τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς αυτής, με πλήρες σκεπτικό απέρριψε αυτούς ως ουσιαστικά αβάσιμους και επομένως ήχθη στην περί ενοχής κρίση του δεχόμενο ότι αυτή αποδείχτηκε και όχι επειδή δεν αποδείχτηκαν οι υπερασπιστικοί της ισχυρισμοί.

Συνεπώς, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της από 26-7-2018 αίτησης αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας, έλλειψης της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές περιεχόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά παραπάνω ουσιαστική παραδοχή και κρίση του Δικαστηρίου.

Κοινή αναγκαία δικονομική προϋπόθεση για τη δίωξη όλων των φορολογικών ποινικών αδικημάτων αποτελεί ή προηγούμενη διενέργεια φορολογικού ελέγχου σε βάρος του φορολογούμενου και η σύνταξη, αντίστοιχα εκθέσεως ελέγχου, εμπεριέχουσα τα ελεγκτικά πορίσματα, από την αρχή που διενήργησε τον έλεγχο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει αφενός από το άρθρο 68 παρ. 1 ΚΦΔ και αφετέρου από τη συμπληρωματική ρύθμιση του άρθρου 55Α παρ. 1 ΚΦΔ, ως προϋποθέσεις έναρξης της ποινικής δίωξης (:θετικές δικονομικές προϋποθέσεις) τίθενται: α) η σύνταξη έκθεσης ελέγχου, β) η έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου (:όπου αυτή είναι αναγκαία για τη φορολογική διαδικασία) και γ) η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς από συγκεκριμένα διοικητικά όργανα.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 2523/1997, "Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ ή της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο) ... αμέσως μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης ".

Η μηνυτήρια αναφορά αυτή δεν συνιστά αίτηση δίωξης, κατά την έννοια του άρθρου 41 ΚΠΔ, δηλαδή αίτηση αρχής (προς εκπρόσωπο της εισαγγελικής αρχής), για να ασκηθεί ποινική δίωξη, και δεν απαιτείται, γι' αυτόν τον λόγο, να συνταχθεί πράξη κατάθεσης της, προκειμένου να ασκηθεί παραδεκτή ποινική δίωξη για το έγκλημα του άρθρου 19 παρ. 1 ν. 2523/1997.

Η δε ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. (πρβλ ΑΠ 1233 / 2015). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της από 26.7.2018 αναιρέσεώς της, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1317/2018 απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητος και της υπέρβασης εξουσίας, επειδή την κήρυξε ένοχη του αδικήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικοί στοιχείων κατ' εξακολούθηση για ποσό άνω των 150.000 ευρώ, ενώ έπρεπε να κηρύξει "παραδεκτή την ποινική δίωξη, αφού δεν υπήρξε μηνυτήρια αναφορά σε βάρος της.

Από την επισκόπηση όμως των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ 375/Α/29.1.2007 έγγραφο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων υπεβλήθη προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών - Γραφείο Οικονομικών Εγκλημάτων η ως άνω απαιτούμενη αναφορά προς άσκηση ποινικής διώξεως κατά της ήδη αναιρεσείουσας, μαζί με την έκθεση ελέγχου της επιχειρήσεως της τελευταίας.

Όπως προαναφέρθηκε, η μηνυτήρια αυτή αναφορά, η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα αίτησης δίωξης του άρθρου 41 ΚΠΔ, υπεβλήθη αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητήθηκε με αυτήν από τον αρμόδιο εισαγγελέα η άσκηση της ποινικής διώξεως της κατηγορουμένης. Εφ' όσον, επομένως, προκύπτει η συνδρομή απασών των απαιτουμένων για την άσκηση ποινικής δίωξης προϋποθέσεων, ο , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' και Η' του ΚΠοινΔ, παραπάνω τέταρτος λόγος της από 26.7.2018 αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτικός ως αβάσιμος.

Η επιβαλλομένη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων, μεταξύ των οποίων και η υπό στοιχείο ε' του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.

Η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και ο προαναφερθείς ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ' λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση από το άρθρο 84 παρ. 2 εδ.

ε' πρέπει η συμπεριφορά του κατηγορουμένου να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας αυτού, απαιτείται δε εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής διαβίωσης του δράστη στην κοινωνία μετά την πράξη. Η καλή όμως συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή, ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως ως αποτέλεσμα της ηθικής και ψυχικής μεταστροφής του δράστη και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού ή για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υποβολής ενός τέτοιου ισχυρισμού, οπωσδήποτε δε πρέπει να υπάρχει συμπεριφορά που να μαρτυρεί την αληθινή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο.

Συνεπώς, για είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός του δράστη που διαβιώνει σε καθεστώς ελευθερίας και δεν κρατείται σε φυλακή, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής του διαβίωσης μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δηλαδή πρέπει να εκτίθενται για τη θεμελίωση του ισχυρισμού και τα θετικά στοιχεία μετά την πράξη του, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του και όχι μόνο το συνήθως συμβαίνον για κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο συνήγορος της κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε να της αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ διατυπώνοντας το αίτημά του ως εξής:

"Παρά το γεγονός ότι αισθάνομαι αδικημένη, καθώς μου έχουν καταλογιστεί πράξεις, τις οποίες ουδέποτε διέπραξα, και στις οποίες μάλιστα ενεπλάκην αδίκως και πιθανώς εξαιτίας της εμπιστοσύνης που επέδειξα στο πρόσωπο συγγενικού προς εμένα ατόμου.

Ωστόσο, διάγω έντιμο βίο, όπως και προ της δήθεν εκ μέρους τέλεσης της παράνομης πράξεως για την οποία κατηγορούμαι, ελπίζοντας φυσικά ότι, κατά εκδίκαση της εν λόγω ποινικής υποθέσεως, θα αποδειχθεί η αθωότητά μου και θα απαλλαγώ από οιαδήποτε κατηγορία.

Έκτοτε δε, και μετά το οριστικό κλείσιμο της επιχειρήσεως από το σύζυγο μου, βιώνω ένα τεράστιο προσωπικό δράμα, αφού όχι μόνο δεν υπάρχει καμία οικονομική δυνατότητα, αλλά επιπλέον ο σύζυγος μου έχει εξαφανισθεί και εγώ υποχρεούμαι πλέον, να διαβιώ με τον υπερήλικα πεθερό μου, και τα τέσσερα (4) ανήλικα τέκνα μου, στην κατοικία του στο …..

Μάλιστα, από την φυλάκιση του συζύγου μου, το έτος 2011, υποχρεώθηκα να σπεύσω να φροντίσω την οικογένειά του και δη την τότε ασθενή μητέρα του και τον υπερήλικα πατέρα του, εξασφαλίζοντας τουλάχιστον μία οικία για τα τέκνα μου, και μία ελάχιστη οικονομική βοήθεια από τον πεθερό μου. Εν τέλει, απεβίωσε η πεθερά μου και έκτοτε διαβιούμε με τον πεθερό μου, Δ. Γ., τον οποίο και φροντίζω ανελλιπώς.

Σημειώνω δε, ότι έκτοτε δεν έχω απασχολήσει τις φορολογικές και αστυνομικές αρχές, καταβάλλοντος ολομόναχη υπεράνθρωπες προσπάθειες για την ανατροφή των παιδιών μου. Τονίζω δε εσχάτως το εξής. Ο μόνος λόγος για τον οποίον η ήδη επελθούσα μεταξύ μας συναισθηματική ρήξη δεν έχει μετουσιωθεί σε διαζύγιο, είναι διότι με τον άνθρωπο αυτό, έχω τέσσερα ανήλικα τέκνα, τα οποία ήδη έχουν ταλαιπωρηθεί ψυχικώς άνευ ετέρου, από τις δικαστικές περιπέτειές μου, αλλά και την πολυετή φυλάκιση του πατρός τους. Δεν θα μπορούσα να τα επιβαρύνω, ακόμη, και με ένα διαζύγιο.

Εν προκειμένω, εξακολουθώ και να φροντίζω την οικογένειά μου και συγκεκριμένα τα τέσσερα ανήλικα τέκνα μου, τον υπερήλικα πεθερό μου, καθώς για ένα σεβαστό χρονικό διάστημα και λόγω της συλλήψεως και φυλακίσεως του συζύγου μου. απέμεινα μόνη να αναλάβω την φροντίδα τους, προσπαθώντας καθημερινώς και διατηρώντας πάντοτε την ελπίδα της οριστικής απαλλαγής μου από τις κατηγορίες, να συνεχίσω τη ζωή μου, όπως και πριν".

Υπό μόνο όμως το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο του, χωρίς ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένη θετική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, δηλωτική της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς της επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός της για την αναγνώριση στο πρόσωπο της του εκ του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ ελαφρυντικού της για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της καλής συμπεριφοράς της, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος και επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτόν πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Παρά ταύτα, απέρριψε αυτόν (κατά πλειοψηφία) με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία : Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος της κατηγορουμένης.

" Η Αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Π.Κ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικό μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής συμβίωσης.

Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας, διαβίωση του υπαίτιου μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και δη εργασία και ομαλή οικογενειακή ζωή και μόνον, η έλλειψη παραβατικότητας και συμμόρφωσής του στους τεθέντες περιοριστικούς όρους, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 130/2017, ΑΠ 69/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της καλής συμπεριφοράς της κατηγορουμένης μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης που της αποδίδεται, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή της κατηγορουμένης προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα, κατά την ελεύθερη βούλησή της και όχι την εξαναγκαζόμενη, από τις περιστάσεις αναμονής της δίκης, βούλησή της, αρμονικής και κοινωνικής διαβίωσης της.

Η μετά το 2011 (φυλάκιση του συζύγου της) ομαλή οικογενειακή της ζωή, η έλλειψη παραβατικότητας, η ανατροφή και η φροντίδα των τέκνων της και του υπερήλικα πεθερού της είναι η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά μιας έγγαμης μητέρας και επιπλέον, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, είναι αποτέλεσμα της αναμενόμενης δικαστικής κρίσης ώστε να μπορεί ευπροσώπως να υποστηρίξει αίτημα αναγνώρισης στο πρόσωπο της, της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το αναγνωσθέν ποινικό της μητρώο και μετά την τέλεση της αποδιδόμενης σ' αυτήν πράξης , ήτοι μετά το 2006, η κατηγορούμενη έχει τελέσει στις 28/9/2007 το αδίκημα της φοροδιαφυγής για την οποία της έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης (15) μηνών και στις 30/8/2009 το αδίκημα της μη έγκαιρης καταβολής χρεών στο Δημόσιο για την οποία της επιβλήθηκε ποινή (3) ετών, ήτοι η παραβατική της συμπεριφορά σταμάτησε όταν πλέον έπαυσαν τη λειτουργία τους οι δύο προαναφερθείσες ανώνυμες εταιρίες (...

ΑΕ και ... ΑΕ) και συνακόλουθα και ο λόγος ύπαρξης της ατομικής της επιχείρησης. Επομένως, ο άνω αυτοτελής ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε του Π.Κ πρέπει να απορριφθεί κατά πλειοψηφία ως ουσιαστικά αβάσιμος....." Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ'ΚΠΔ, μοναδικός λόγος της από 11-6-2018 αίτησης αναίρεσης και τρίτος λόγος της από 26-7-2018 τοιαύτης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απορριπτική του ως άνω ισχυρισμού κρίση της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει ν' απορριφθούν και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από: α) 11-6-2018 και β) 26-7-2018 δηλώσεις-αιτήσεις της Ε. Ο. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1317/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ