2084/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2084/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Full text
Απόφαση 2084 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2084/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου, ΟΤΑ πρώτου βαθμού, που εδρεύει στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γιάννα Παναγοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2013 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 20365/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 10-3-2015 (διά των προτάσεων) ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 651/2015 μη οριστική και 1793/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 16-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 13-11-2015 και με αρ. κατάθ. 328/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1793/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 13.11.2015 και με αριθμό καταθέσεως 328/2015 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων, υπ' αριθμ. 1793/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, με την επωνυμία Δήμος Κορδελιού - Ευόσμου και η ασκηθείσα διά των προτάσεων του καθ' ου και ήδη αναιρεσιβλήτου ανταίτηση και καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα (ακίνητο και επικείμενα). Για το παραδεκτό της ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου του ο αναιρεσείων ως άνω Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοικήσεως προσκομίζει, κατ' άρθρο 72 παρ. 1 εδ. ιγ' και ιε', αντίστοιχα, του νόμου 3852/2010, την 472/2015 απόφαση της οικονομικής επιτροπής του, καθώς και το 16503/10.11.2017 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Παπαδοπούλου (ΑΠ 638/2016, ΑΠ 541/ 2016, ΑΠ 537/2014, ΑΠ 745/2014, ΑΠ 705/2014).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ειδικότερα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1935/2009, ΑΠ 9/2013, ΑΠ 101/ 2015).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται μόνον ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας δεν ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, λόγο αναιρέσεως, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων προσδίδει ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο στο αποδεικτικό πόρισμα.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι, ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Μεταξύ των κριτηρίων, τα οποία μπορεί να λάβει υπόψη του το δικαστήριο είναι και οι υπάρχουσες, κατά τον ανωτέρω χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 418/2014, Α.Π. 2142/2013, Α.Π. 600/2010, Α.Π. 1782/2008, Α.Π. 1782/2008, Α.Π. 877/200). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) ως αποδεικτικό πόρισμα, κατά το ενδιαφέρον ενταύθα μέρος του, τα ακόλουθα: "Προς εφαρμογή του από 29-12-1989 προεδρικού διατάγματος, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ' 27/26-1-1990, με το οποίο εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη επέκτασης περιοχής του προϋφιστάμενου Δήμου Ελευθερίου - Κορδελιού, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 13 πράξη εφαρμογής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμόν ΔΠ/ΤΤΑ/ 14435/1291/1994 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο … και με αριθμό …, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμόν 13/39 διορθωτική πράξη, η οποία κυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 29/3252/13-2-2004 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ….
και με αριθμό …. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την ανωτέρω πράξη, είναι και το ευρισκόμενο επί της οδού ….αριθμός…, επί της οποίας έχει πρόσοψη, στο Ο.Τ. Γ … της Δημοτικής Ενότητας Ελευθερίου - Κορδελιού, του Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου, του Νομού Θεσσαλονίκης, ακίνητο, εμβαδού 537 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο ρυμοτομείται εξ ολοκλήρου, προκειμένου να αξιοποιηθεί για τη δημιουργία χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων.
Το ως άνω ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στον καθ' ου η αίτηση Λ. Κ., ο οποίος κατέστη κύριος τούτου δυνάμει του υπ' αριθμόν …/27-5-2005 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Καλλιόπης Κορωνάκη - Δεινοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ….
και με αριθμό …. Το επίδικο οικόπεδο βρίσκεται στην οικισμό του Κορδελιού, πλησίον της περιφερειακής οδού, με την οποία συνορεύει από την ανατολική του πλευρά, σε σημείο όπου υπάρχει ανισόπεδος κόμβος και είναι ευχερώς προσβάσιμο είτε από την περιφερειακή οδό, είτε από την οδό ..., η οποία είναι κεντρική οδός της πόλης, που διαθέτει διαχωριστική νησίδα και χρησιμοποιείται για την είσοδο από δυσμάς στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης.
Επιπλέον, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και βρίσκεται σε περιοχή εντός σχεδίου πόλης. Ο συντελεστής δόμησης είναι 0,60, με επιτρεπόμενη κάλυψη οικοπέδου 70% και μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος 9 μέτρα, ενώ η προσφερόμενη από τους εργολάβους αντιπαροχή είναι 45% (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον καθ' ου με ημερομηνία 12-10-2012 έκθεση εκτίμησης ακινήτου του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ.
Κ.). Η περιοχή, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο, είναι πλήρως διαμορφωμένη οικιστικά, εξυπηρετείται από συχνή αστική συγκοινωνία και είναι συνδεδεμένη με όλα τα δίκτυα παροχών κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΑΘ). Στην περιοχή αυτή, υπάρχουν ακίνητα αυθαίρετης δόμησης, στεγάζονται κυρίως βιοτεχνίες και δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου αστικές κατοικίες.
Η εμπορική κίνηση στην ευρύτερη περιοχή είναι υποτονική, ενώ στα λίγα εμπορικά καταστήματα που υπάρχουν στην περιοχή αυτή απευθύνονται κυρίως σε πελάτες χαμηλών εισοδημάτων. Λόγω της οικονομικής κρίσης, παρατηρείται σημαντική μείωση της ζήτησης ακινήτων και περιορισμένο αγοραστικό ενδιαφέρον, με επακόλουθο οι αγοραπωλησίες στην περιοχή να είναι ελάχιστες.
Στο επίδικο οικόπεδο υπάρχουν ως επικείμενα τρία αυτοτελή ισόγεια κτίσματα, κτισμένα κατά το έτος 1966, εμβαδού 90 τ.μ. το πρώτο, το οποίο χρησιμοποιείται σήμερα ως βιοτεχνία - χυτήριο από τον καθ' ου η αίτηση, 190 τ.μ. το δεύτερο, το οποίο μέχρι πρόσφατα εκμίσθωνε ο καθ' ου έναντι μηνιαίου μισθώματος 450 ευρώ στον Π.
Μ., για την άσκηση από αυτόν της επαγγελματικής του δραστηριότητας και εχρησιμοποιείτο από το μισθωτή ως βιοτεχνία σιδηροκατασκευών, ήδη δε μετά την αποχώρηση του μισθωτή το χρησιμοποιεί ο καθ' ου για τις ανάγκες της ασκούμενης επιχείρησής του (χυτήριο) και εμβαδού 40 τ.μ. το τρίτο, το οποίο χρησιμοποιείται σήμερα από τον καθ' ου ως αποθήκη - γραφείο.
Τα κτίσματα αυτά που έχουν λαμαρινοσκεπή και είναι κατασκευασμένα με τσιμεντόλιθους ανεπίχριστους, είναι παλιά και ασυντήρητα (βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και το υπ' αριθ. πρωτ. 65761/9-9-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης μελετών και Έργων -Τμήμα Χωροταξικού Σχεδιασμού του Δήμου Κορδελιού- Ευόσμου). Όσον αφορά την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, κατά το χρόνο της παρούσας συζήτησης της υπό κρίση αίτησης [...], ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της αξίας τούτου, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδ.
β' του ν. 2882/2001, εφόσον από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, που έλαβε χώρα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 6-9-2013, μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, λεκτέα τα εξής: Ο αιτών προσκομίζει και επικαλείται την από 1-9-2015 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού και υπαλλήλου του Τμήματος Χωροταξικού Σχεδιασμού και Ρυθμίσεων του Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου Α.
Φ. (που εξετάσθηκε ενόρκως και ως μάρτυρας του αιτούντος), σύμφωνα με την οποία η αντικειμενική αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 109.805,56 ευρώ, όπως υπολογίζεται αναλυτικά και στο προσκομιζόμενο φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου, που συνέταξε ο αρμόδιος υπάλληλος της ΔΟΥ Κορδελιού - Ευόσμου Ι. Μ., ήτοι σε 243,53 ευρώ/τ.μ. (109.805,56 ευρώ : 450,90 τ.μ., που απομένει ως αποζημιωτέα επιφάνεια από την ιδιοκτησία του καθ' ου μετά την αφαίρεση της εισφοράς σε γη, εμβαδού 86,10 τ.μ.), ενώ, κατά την ίδια έκθεση, η συγκεκριμένη ιδιοκτησία παρουσιάζει μειονεκτήματα σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα αξιοποίησής της, καθότι, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, υπάρχει περιορισμός από το σχέδιο πόλης ως προς το ύψος που επιτρέπεται να δομηθεί, καθώς και ως προς τις χρήσεις των κτισμάτων που επιτρέπεται να κατασκευασθούν, διότι δεν επιτρέπεται η κατασκευή κατοικιών και καταστημάτων.
Σύμφωνα δε με τον υπολογισμό της αξίας των κτισμάτων με αντικειμενικά κριτήρια, που περιλαμβάνεται στο έντυπο Κ3, το οποίο, επίσης, προσκομίζει ο αιτών, η αντικειμενική αξία των κτισμάτων, με βάση το αναγραφόμενο στο πιο πάνω έντυπο εμβαδόν αυτών 200 τ.μ., ανέρχεται σε 16.128 ευρώ, ήτοι σε 80,64 ευρώ/τ.μ. (16.128 ευρώ : 200 τ.μ.).
Εξάλλου, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τον καθ' ου φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Μελπομένη Γναρδέλλη, η αντικειμενική αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 261.642,26 ευρώ, ήτοι σε 580,27 ευρώ/τ.μ. (261.642,26 ευρώ : 450,90 τ.μ.), ενώ, σύμφωνα με τη δήλωση του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) του έτους 2014, η αξία του εν λόγω ακινήτου (οικοπέδου, εμβαδού 450,90 τ.μ.
και κτισμάτων, εμβαδού 200 τ.μ.) εκτιμάται από το Υπουργείο Οικονομικών συνολικά σε 281.297,42 ευρώ. Επίσης, σύμφωνα με την εκτίμηση, στην οποία προέβη για λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (προκειμένου να δανειοδοτηθεί ο καθ' ου) ο ανωτέρω Θ. Κ., ο οποίος συνέταξε την προαναφερόμενη έκθεσή του, λαμβάνοντας υπόψη του συγκριτικά στοιχεία της αξίας ακινήτων, κειμένων στην περιοχή του Δήμου Ελευθερίου - Κορδελιού και προσφερομένων προς πώληση, αντί τιμήματος από 397 ευρώ/τ.μ.
έως 643 ευρώ/τ.μ. η πραγματική τρέχουσα αξία του επίδικου οικοπέδου, χωρίς να συνυπολογίζεται σε αυτήν η αξία των κτισμάτων, ανέρχεται σε 250.000 ευρώ, ήτοι σε 554,45 ευρώ/τ.μ. (250.000 ευρώ : 450,90 τ.μ.). Ο μάρτυρας του αιτούντος Δήμου Α. Φ. κατέθεσε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου ότι η αξία του εδάφους ανέρχεται σε 243 ευρώ/τ.μ.
και των επικειμένων σε 80 ευρώ/τ.μ., ενώ ο μάρτυρας του καθ' ου Π. Κ. κατέθεσε ότι η αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 230.000 - 250.000 ευρώ ανά τ.μ. Με βάση όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία του επίδικου απαλλοτριουμένου ακινήτου, κατά το χρόνο της παρούσας συζήτησης της ένδικης αίτησης (2-9-2015), που, όπως προελέχθη, είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, η οποία καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στον δικαιούχο αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάσταση του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο, σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή (άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος), ενόψει της θέσης, της έκτασης, του είδους, της πραγματικής κατάστασης και της χρησιμότητάς του, σύμφωνα με τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση του επιδίκου λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου, για το οποίο έγινε και, συνεπώς, η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί το απαλλοτριωθέν με άλλο ισάξιο ακίνητο (...), ανέρχεται στο ποσό των 450 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για το έδαφος και στο ποσό των 150 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για τα επικείμενα.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση και η παραδεκτώς δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταίτηση πρέπει να γίνουν δεκτές ως εν μέρει βάσιμες και κατ' ουσίαν και να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο παραπάνω οικόπεδο, επί του οποίου προβάλλει δικαίωμα κυριότητας ο καθ' ου η αίτηση - ανταιτών, ο οποίος αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης με την υπ' αριθμόν 20365/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και το οποίο είναι υποχρεωμένο να αποζημιώσει ο αιτών Δήμος, στο ποσό των 450 ευρώ ανά τ.μ.
για το έδαφος και στο ποσό των 150 ευρώ ανά τ.μ. για τα επικείμενα". Και υπό τις ως άνω παραδοχές δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και την ανταίτηση και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας του ενδίκου ακινήτου και των επικειμένων του στα προαναφερθέντα ποσά.
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, καθιστούν δε αυτές (αιτιολογίες) εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του, το Εφετείο, με πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, εκτιμώντας τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ύστερα από προσήκουσα αξιολόγησή τους, αλλά και την κατάσταση και το είδος των επικειμένων, προσδιόρισε την, κατά την κρίση του, πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, αναφερομένων στον προσδιορισμό από αυτό το ίδιο (το δικάσαν Εφετείο) της αντικειμενικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, τα παραπάνω αναφερόμενα κριτήρια, μεταξύ των οποίων και η αντικειμενική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το Δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων, δυναμένου τούτου (Δικαστηρίου) να στηρίξει την σχετική κρίση του σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα, ούτε συνιστά αντίφαση αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως η αναφορά σ' αυτήν των ανωτέρω αναφερομένων δύο φύλλων προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, που αποδίδεται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την κρίση της ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση δε απαραδέκτως προβάλλεται, γιατί, υπό το πρόσχημα της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ.).
Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2101/2014, ΑΠ 137/2014, ΑΠ 1226/ 2014, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011).
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. διότι το Εφετείο για να καταλήξει στην προαναφερθείσα κρίση του και να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδας στα προαναφερθέντα ποσά παραβίασε τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, με την μη υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "η εμπορική αξία των ακινήτων και των επικειμένων τους, σε περίοδο οικονομικής κρίσεως, όπως εν προκειμένω, υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας αυτών, άλλως αυτή δεν είναι σε καμιά περίπτωση πολλαπλάσια της αντικειμενικής τους αξίας".
Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, σε κάθε δε περίπτωση γιατί ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποιήσεως του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.). Εξάλλου, το εκπρόθεσμο της κατά το άρθρο 228 του Κ.Πολ.Δικ. κλητεύσεως του διαδίκου, ο οποίος παρέστη κατά την συζήτηση, καθιστά άκυρη την κλήτευσή του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπερασπίσεώς του μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθρου 159 αριθμ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., δηλ. της προκλήσεως αντιστοίχως δικονομικής βλάβης και δη περί την προπαρασκευή της υπερασπίσεως, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ' άλλον τρόπο.
Συνεπώς, μόνο υπό την προϋπόθεση της βλάβης αυτής στοιχειοθετείται στην ανωτέρω περίπτωση ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος (Ολ.ΑΠ 2/2001, Ολ.ΑΠ 12/2000). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στην δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο. Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).
Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε απορριπτέο τον περί απαραδέκτου της ενώπιόν του συζητήσεως, κατά την 2.9.2015, της αιτήσεως του ήδη αναιρεσείοντος περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, που επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 30.6.2015 κλήση του καθ' ου η αίτηση - ανταιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ύστερα από την έκδοση της 651/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, ισχυρισμό του παραστάντος κατά την συζήτηση αυτή (2.9.2015) αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, λόγω μη εμπρόθεσμης σε αυτήν κλητεύσεώς του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 228 και 524 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., χωρίς συνυπολογισμό του διαστήματος των δικαστικών διακοπών από 1.7.
μέχρι και 15.9., κατά τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 3 του ν. 2882/2001, 11 του Δ/τος της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944 "περί του κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", 11 παρ. 2 του ν. 1756/1988 και 276 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", επειδή τόσον η κατάθεση όσο και η επίδοση της ως άνω κλήσεως έγινε εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών και παρά το γεγονός της εκ μέρους του προβολής ισχυρισμού περί προκλήσεως σ' αυτόν δικονομικής βλάβης, ως εκ του ότι οι υπηρεσίες του υπολειτουργούσαν, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν μπόρεσε να προετοιμαστεί δεόντως για την υποστήριξη της αιτήσεως, αλλά και η αρμόδια επιτροπή για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου δεν συνεδρίασε, ώστε να εφοδιαστεί αυτός με την σχετική έκθεση, η οποία και θα απεδείκνυε τους ισχυρισμούς του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., καθ' όσον, παρά όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο (στην 10η σελίδα του), ο σχετικός ισχυρισμός που τον θεμελιώνει, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του προσκομιζομένου, ενώπιον του Εφετείου, επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων του τελευταίου, με τις σχετικές επισημειώσεις του γραμματέα του Εφετείου, ο ως άνω ισχυρισμός προτάθηκε μετά την κατά την 2.9.2015 επ' ακροατηρίου συζήτηση της αιτήσεως και δη με την προσθήκη στις προτάσεις του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στις 4.9.2015, ήτοι απαραδέκτως κατά το άρθρο 237 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 2/2001).
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προσάπτει, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ανταίτηση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτή κατατέθηκε και συζητήθηκε κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής των προθεσμιών για το Δημόσιο και τους Ο.Τ.Α., κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 11 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κανονιστικό διάταγμα της 26 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1944), 11 παρ. 2 του ν. 1756/1988 και 276 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, με συνέπεια να μην έχει συμπληρωθεί, πριν από την δικάσιμο της 2.9.2015 (κατά την οποία συζητήθηκε η αίτηση, με την οποία συνεκδικάστηκε και η ανταίτηση), το ελάχιστο χρονικό διάστημα των πέντε (5) ημερών, που ορίζεται από την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 2882/2001, για την άσκησή της (ανταιτήσεως).
Με το ως άνω περιεχόμενο και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., για τον λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται με το αναιρετήριο παραδεκτή και νόμιμη προβολή του εν λόγω ισχυρισμού ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του δικάσαντος εφετείου προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, ο ως άνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση, δεν προβλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αν και ήταν δυνατή η προβολή του, χωρίς παράλληλα να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της προαναφερόμενης παραγράφου 2 του άρθρου 562 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δικ., τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από αυτά (τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα).
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1417/2009, Α.Π. 1396/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, για το λόγο ότι το δικαστήριο παρεβίασε την αποδεικτική δύναμη της τεχνικής εκθέσεως της Διευθύνσεως Μελετών και Έργων του Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου, και των δύο φύλλων αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του εδάφους του απαλλοτριωτέου ακινήτου και των επικειμένων κτισμάτων του, που καταρτίσθηκαν από την Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου Κορδελιού - Ευόσμου, ως προς την εμπορική αξία αυτών, αφού εκτίμησε αυτά ελεύθερα και όχι ως δημόσια έγγραφα, κρίνοντας το περιεχόμενό τους ως ήσσονος σημασίας, άλλως ως ισότιμα με ιδιωτικά έγγραφα και εν προκειμένω με:
α) το φύλλο αντικειμενικού προσδιορισμού, που προσκομίστηκε από τον αναιρεσίβλητο ιδιώτη και β) την έκθεση ιδιώτη πολιτικού μηχανικού. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το αποδεικτέο περιστατικό, δηλαδή ποια είναι η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων (ακινήτου και επικειμένων) κατά τον χρόνο της συζητήσεως της αιτήσεως ενώπιον του Εφετείου (2.9.2015), δεν είναι εξ εκείνων για τα οποία τα επικαλούμενα ως άνω δημόσια έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη, σύμφωνα με τα άρθρα 438, 439 και 441 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, βαρύνουν τον ηττηθέντα Δήμο (άρθρ. 183 και 176 του Κ.Πολ.Δικ.), θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.11.2015 και με αριθμό καταθέσεως 328/2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1793/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ