Supreme Court dismisses appeal on slander conviction, upholding lower court's finding of intentional falsehood.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for slander, rejecting her claim of procedural error regarding the plaintiff's standing. The court found that the appellant intentionally spread false allegations about the plaintiff's drug addiction and homosexuality, satisfying the elements of the crime under Articles 362 and 363 of the Penal Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs and expenses of the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 362 and 363 of the Penal Code; The crime of slander requires intentional dissemination of a specific false fact capable of damaging reputation, and simple negligence is insufficient for conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2084 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2084/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Γκούσκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10052/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Ξ. του Κ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως καθώς και στον από 3 Μαΐου 2010 πρόσθετο λόγο, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 315/2010.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μετά του προσθέτου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ κατά την πρώτη από τις οποίες "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" κατά δε τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται:
α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου γεγονότος ψευδούς που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και β) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναληθείας του και ότι δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.
Απαιτείται δηλαδή άμεσος δόλος και δεν αρκεί απλός ή ενδεχόμενος δόλος του δράστη επί συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Το γεγονός πρέπει να είναι πρόσφορο ως αντιτιθέμενο στις άνω έννοιες να προσβάλει είτε την τιμή κάποιου (δηλαδή την εκτίμηση που του αποδίδεται σύμφωνα με την ηθική και νομική συμπεριφορά του) είτε την υπόληψή του (δηλαδή την εκτίμηση που αποδίδεται σ' αυτό, σύμφωνα με την εκπλήρωση της ιδιαίτερης κοινωνικής συμπεριφοράς του).
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεως μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαία.
Η ύπαρξη αμέσου δόλου όμως που απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο στην καταδικαστική απόφαση επί συκοφαντικής δυσφημήσεως πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογεί τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, σχετικά με το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός ισχυρισμός του δράστη για το ψευδές γεγονός, θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη ή πεποίθηση του ιδίου ή πράξη ή παράλειψή του, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών.
Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη αυτοτελώς ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών του που προτείνονται και τείνουν στην άρση του αδίκου της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, με αναφορά των πραγματικών περιστατικών για την κατά νόμο θεμελίωσή των, διότι άλλως είναι απαράδεκτοι και δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.
Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ. κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αλλά, όπως συνάγεται από την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προταθεί μόνο όταν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της απλής δυσφημήσεως (άρθρ. 362 Π.Κ.) ή της εξυβρίσεως (άρθρ. 361 παρ. 1 Π.Κ.), όχι όμως και όταν οι εκδηλώσεις αυτές περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363 Π.Κ.
Στην τελευταία περίπτωση όταν δηλαδή υπάρχει διάδοση ή ισχυρισμός ενώπιον τρίτων ψευδών γεγο-νότων εν γνώσει του ψεύδους εφόσον δεν είναι νόμιμος ο σχετικός από το άρθρο 367 παρ. 1 αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου η απόρριψή του δεν χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από το Δικαστήριο που εκδίδει την καταδικαστική απόφαση.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. υπέρβαση εξουσίας, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι που του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι (ΑΠ Ολ. 3/2005).
Υπέρβαση εξουσίας κατά την ανωτέρω έννοια συνιστά η κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 470 εδαφ. α' του Κ.Ποιν.Δ. χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου από το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος κατά της σε βάρος του καταδικαστικής αποφάσεως ή επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε υπέρ αυτού καθόσον δεν νοείται ανάκληση ευεργετημάτων που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως: "Ο πολιτικώς ενάγων και η κατηγορουμένη ήταν σύζυγοι και διέκοψαν την έγγαμη συμβίωσή τους από το έτος 2000.
Είχαν συμφωνήσει ν' ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας της ανήλικης θυγατέρας τους (Ρ. Ξ.) στην κατηγορουμένη και να επικοινωνεί με την θυγατέρα του ο πολιτικώς ενάγων με τον τρόπο που είχαν καθορίσει. Οι σχέσεις τους, όμως, στη συνέχεια διαταράχθηκαν και έτσι η κατηγορουμένη άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 19-8-2003 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων (με αριθμό 9598/2003) με αντικείμενο την απαγόρευση επικοινωνίας του πολιτικώς ενάγοντος με την θυγατέρα του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης στο ακροατήριο, στις 8-9-2003, η κατηγορουμένη απευθυνόμενη στον Πρόεδρο του πιο πάνω Δικαστηρίου, ανέφερε για τον εγκαλούντα, μεταξύ άλλων, ότι είναι ναρκομανής και ομοφυλόφιλος. Τα γεγονότα αυτά, όμως, ήταν ψευδή και το γνώριζε, αφού είχαν γνωριμία και έγγαμη συμβίωση από ετών και ουδέποτε είχε αναφέρει στο παρελθόν κάτι επιλήψιμο σε σχέση με την συμπεριφορά του συζύγου της.
Ούτε έγινε αντιληπτό οτιδήποτε από κοινούς φίλους, που συναναστρέφονταν επί σειρά ετών και κατέθεσαν σχετικά στη δίκη αυτή, δηλαδή, ότι ο εγκαλών λάμβανε ναρκωτικά ή επέδειξε ομοφυλοφιλικές τάσεις. Τα αναφερόμενα δε από μέρους της στην πιο πάνω δίκη, ήταν δυνατόν να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και μάλιστα, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού παρισταμένων ατόμων στο ακροατήριο και παραγόντων της δίκης (δικαστού, γραμματέως, δικηγόρων κλπ).
Το έπραξε δε προκειμένου να πλήξει την προσωπικότητα του εγκαλούντος με ψευδή γεγονότα και μάλιστα με τρόπο που δεν ήταν αναγκαίος, κατά την κρίση του δικαστηρίου, προκειμένου να διαφυλάξει τα δικαιώματά της ή άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (Π.Κ. 367 § 1γ). Εξάλλου το περιστατικό που ανέφερε η ίδια σε κάποιο μπαρ της ..., στη διάρκεια νυκτερινής τους εξόδου (όπου είδε τον σύζυγό της - εγκαλούντα να ερωτοτροπεί με άλλον άνδρα) δεν ενισχύεται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Το περιστατικό αυτό κατέθεσε βέβαια και ο αδελφός της κατηγορουμένης (μάρτυρας υπεράσπισης) στο ακροατήριο, όχι, όμως, από δική του αντίληψη αλλά από πληροφόρηση της κατηγορουμένης - αδελφής του. Με τις σκέψεις αυτές πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης που θεμελιώνεται στο άρθρο 367 παρ. 1γ Π.Κ.
και κηρυχθεί ένοχη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως". Στη συνέχεια το δικάσαν Εφετείο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι στην Αθήνα κατά τον κατωτέρω χρόνο ισχυρίσθηκε, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον, ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, γνωρίζοντας ότι είναι ψευδές και συγκεκριμένα στον άνω τόπο ισχυρίσθηκε ψευδώς για τον εγκαλούντα Π.
Ξ. του Κ., την 8η Σεπτεμβρίου 2003, απευθυνόμενη στον Πρόεδρο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον απροσδιορίστου αριθμού αγνώστων στην προανάκριση, παρισταμένων κατά τη συζήτηση της από 19-8-2003 υπ' αριθμ. κατάθ. 9598/2003 αιτήσεώς της περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά του ως άνω εγκαλούντος και απαγορεύσεως επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του (Ρ.
Ξ.) και ανέφερε γι' αυτόν πως είναι ναρκομανής και ομοφυλόφιλος, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, ενώ εγνώριζε ότι αυτά που ανέφερε είναι αναληθή" και την καταδίκασε σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών που ανέστειλε επί τρία έτη ακόμη δε την υποχρέωσε να πληρώσει στον αδικηθέντα μηνυτή Π.
Ξ. σαράντα τέσσερα (44) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η παραπάνω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362, 363, 27 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο αιτιολογημένα ότι δυσφημιστικό γεγονός που ισχυρίσθηκε για τον πολιτικώς ενάγοντα κατά τον προαναφερθέντα τρόπο ενώπιον των αναφερομένων τρίτων στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση αιτήσεως της κατηγορουμένης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων να απαγορευθεί η επικοινωνία του αντιδίκου της με την ανήλικη θυγατέρα των ήταν οι χαρακτηρισμοί ότι ήταν ομοφυλόφιλος και ναρκομανής που υποκρύπτουν συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία.
Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι τα περιστατικά αυτά συνιστούσαν προσβολή της προσωπικότητας του πολιτικώς ενάγοντος διότι ήταν ικανά να θίξουν την τιμή και την υπόληψή του. Με σαφή και επαρκή αιτιολογία δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι ήταν ψευδή τα όσα ανωτέρω η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε για τον εν διαστάσει σύζυγό τους πολιτικώς ενάγοντα και ότι το ψευδές των γεγονότων αυτών ότι ελάμβανε ο τελευταίος ναρκωτικά και επεδείκνυε ομοφυλοφιλικές τάσεις γνώριζε η ήδη αναιρεσείουσα.
Ως λόγος γνώσεως από την τελευταία της αναληθείας των γεγονότων αυτών που ισχυρίσθηκε για τον πολιτικώς ενάγοντα δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι είχαν γνωριμία και έγγαμη συμβίωση από ετών και η κατηγορουμένη ουδέποτε στο παρελθόν είχε αναφέρει κάτι επιλήψιμο σχετικά με τη συμπεριφορά του συζύγου της, ότι δεν έγινε αντιληπτό οτιδήποτε για λήψη ναρκωτικών και εκδήλωση ομοφυλοφιλικών τάσεων από τον εγκαλούντα από κοινούς φίλους, που συναναστρέφονταν επί σειρά ετών και κατέθεσαν σχετικά στην κατ' έφεση δίκη, ότι το περιστατικό για το οποίο η κατηγορουμένη έκανε λόγο ότι είδε τον εγκαλούντα σύζυγό της κατά τη διάρκεια νυκτερινής εξόδου των σε κάποιο μπαρ στη ...
να ερωτοτροπεί με κάποιον άλλον άνδρα δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο εν όψει και του ότι ο αδελφός της κατηγορουμένης που εξετάσθηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως και έκανε λόγο στην κατάθεσή του στο ακροατήριο για το περιστατικό αυτό δεν το εγνώριζε από δική του αντίληψη αλλά από πληροφορίες της ίδιας της κατηγορουμένης.
Εν όψει αυτών το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των κατά νόμο απαιτουμένων υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων προς θεμελίωση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και δεν ήταν αναγκαίο να παραθέσει στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του επί πλέον περιστατικά ως προς τη γνώση της αναληθείας εκ μέρους της κατηγορουμένης των γεγονότων που ισχυρίσθηκε για τον πολιτικώς ενάγοντα.
Οι αντίθετες αιτιάσεις της ήδη αναιρεσείουσας για ελλείψεις στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την γνώση της αναληθείας όσων αυτή ισχυρίσθηκε για τον αντίδικό της με παράθεση περιστατικών που αναφέρονταν στο διάστημα της έγγαμης συμβίωσής της με τον πολιτικώς ενάγοντα είναι απορριπτέες καθόσον το δικάσαν Εφετείο που την εξέδωσε δεν στήριξε την κρίση του για τη γνώση του ψευδούς των γεγονότων που ισχυρίσθηκε από την αναιρεσείουσα αποκλει-στικώς σε περιστατικά αναγόμενα μόνον στο χρόνο που συμβιούσε με τον πολιτικώς ενάγοντα αυτή, αλλά και σε άλλες παραδοχές που δέχθηκε ότι προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και εκτίμησε.
Εξ άλλου η κατ' ορθή εφαρμογή από το δικαστήριο των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. κρίση ότι οι ψευδείς ισχυρισμοί της ήδη αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κατά τη συζήτηση της παραπάνω αιτήσεώς της να απαγορευθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η επικοινωνία του πολιτικώς ενάγοντος με την ανήλικη θυγατέρα της) περιείχαν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφημήσεως απέκλειε την προβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας του προβλεπομένου από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.
ισχυρισμού κατά τον οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον και εφόσον ο σχετικός ισχυ-ρισμός της δεν είναι νόμιμος, δεν είχε υποχρέωση το δικαστή-ριο της ουσίας να απορρίψει αυτόν με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Εκ περισσού δε το ανωτέρω δικαστήριο απήντησε με την αιτιολογία που αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στον ισχυρισμό της κατηγορουμένης ότι χάριν διαφυλάξεως δικαιολογημένου ενδιαφέροντός της προκειμένου να αποδείξει την ακαταλληλότητα του πολιτικώς ενάγοντος να επικοινωνεί με την ανήλικη θυγατέρα τους προς προστασία της ψυχικής και σωματικής ακεραιότητας της τελευταίας ενήργησε έτσι και όχι για να συκοφαντήσει τον μηνυτή.
Κατ' ακολουθίαν είναι απορριπτέες και οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι στερείται της επιβαλλόμενης κατά τα προαναφερθέντα αιτιολογίας η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι όσα ισχυρίσθηκε στην προκειμένη περίπτωση υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την υπεράσπιση του δικαιώματός της.
Εξάλλου από τα αναφερόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως αποδεικτικά μέσα των οποίων γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας που την εξέδωσε και ειδικότερα ότι τα γενόμενα δεκτά αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο αυτό, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία της κατηγορουμένης βεβαιώνεται ότι το ως άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε ανεξαιρέτως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά.
Επιπλέον από το ότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται αναφορά σε ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσείουσας και σε περιστατικά που ανέφερε η ίδια κατά την αποδεικτική διαδικασία καθώς και σε περικοπή της καταθέσεως του εξετασθέντος ως μάρτυρα υπερασπίσεως αδελφού της υποδηλώνεται σαφώς ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ως αποδεικτικά μέσα επί πλέον των λοιπών αναφερομένων και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως αλλά και την απολογία της κατηγορουμένης, ενώ από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεώς του προκύπτει ότι το δικάσαν Εφετείο δεν περιορίσθηκε σε συνεκτίμηση κατ' επιλογή ορισμένων μόνον από τα αποδεικτικά μέσα και δεν ήταν υποχρεωμένο να αναφέρει από ποιο από τα αποδεικτικά μέσα πείσθηκε τελικά για την ενοχή της ήδη αναιρεσείουσας, αφού αρκούσε ο πραγματοποιηθείς λειτουργικός συσχετισμός της λήψεως υπόψη και συνεκτιμήσεως του περιεχομένου του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που επιβάλλεται από τα άρθρα 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ.
και δεν εχώρησε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μόνον κάποιων εξ αυτών. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς άπαντα τα σκέλη του. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για επιλεκτική αξιολόγηση από το δικαστήριο των αποδεικτικών μέσων και μη λήψη υπόψη όσων ανέφερε η ίδια στην απολογία της και των καταθέσεων των εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων είναι απορριπτέες, διότι πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως.
Δεν περιέχονται στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ως παραδοχές ότι η ήδη αναιρεσείουσα τέλεσε κατ' εξακολούθηση πράξεις συκοφαντικής δυσφημήσεως ούτε την κήρυξε ένοχη κατ' εξακολούθηση διαπράξεως αυτών, ενώ είχε εισαχθεί κατ' έφεση να δικασθεί ως κατηγορουμένη μόνον για μία τέτοια πράξη, για την οποία και είχε πρωτοδίκως καταδικασθεί.
Δεν συνάγεται το αντίθετο από το ότι το Εφετείο επαναλαμβάνοντας την δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος όπως έγινε στην δίκη κατ' έφεση, στο μέρος της αποφάσεώς του για το ποσό που επιδικάζει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον πολιτικώς ενάγοντα αναφέρει ότι υποχρεώνει την κατηγορουμένη να πληρώσει το ποσό των 44 ευρώ στον αδικηθέντα μηνυτή για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η παραπάνω πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση.
Κατ' ακολουθίαν δεν μετέβαλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την σε βάρος της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορία ούτε την χαρακτήρισε δυσμενέστερα, ώστε να επηρεάζεται σε βάρος της η κρίση του σχετικά με την επιβλητέα σε αυτήν ποινή και έτσι δεν χειροτέρευσε την θέση της ως κατηγορουμένης κατά την έννοια του άρθρου 470 εδαφ.
α' Κ.Ποιν.Δ. ούτε υπερέβη την εξουσία του λαμβάνοντος υπόψη βαρύτερη εγκληματική δράση της ήδη αναιρεσείουσας. Είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
Από τη διάταξη του άρθρου 171 Κ.Ποιν.Δ. κατά την οποία "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται...2) αν ο πολιτικώς παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου" σε συνδυασμό με τα άρθρα 63, 64 και 68 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος είναι παράνομη και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, από την οποία δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α του αυτού Κώδικα, μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως και όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται ως προς τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68, 83, 84 Κ.Ποιν.Δ., 914 και 932 Α.Κ.
μόνον εκείνος που υπέστη από την αξιόποινη σε βάρος του πράξη άμεση ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, νομιμοποιείται να παραστεί κατά του υπαιτίου ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ως πολιτικώς ενάγων και να ενασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, το επιτρεπτό δε της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, χωρίς για το νομότυπο της παραστάσεως να είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφόμενων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία.
Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει όλα τα κατ' άρθρο 84 Κ.Ποιν.Δ. αναγκαία στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, παρέστη και ο εγκαλών Π. Ξ., ο οποίος είχε νομίμως παραστεί πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγων και στον οποίο είχε επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από το αδίκημα για το οποίο κατεδικάσθη με την 12601/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η κατηγορουμένη το ποσό των 44 ευρώ και επανέλαβε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την δήλωση περί παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση για το ίδιο ποσό από την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση και διόρισε τον αναφερόμενο παρόντα δικηγόρο ως πληρεξούσιό του που αποδέχθηκε το διορισμό.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κήρυξε ένοχη την ήδη αναιρεσείουσα για την μία πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για την οποία και πρωτοδίκως είχε αυτή καταδικασθεί, εχώρησε στην έρευνα του κεφαλαίου της προσβληθείσης με την έφεση της κατηγορουμένης αποφάσεως για τις πολιτικές απαιτήσεις του εγκαλούντος που δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής και στην κατ' έφεση δίκη και ήταν ο αμέσως ζημιωθείς από την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε η ήδη αναιρεσείουσα, αφού κρίθηκε ότι ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ιδίου τα ψευδή γεγονότα που ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων αυτή και ότι ενήργησε έτσι για να προσβάλει την προσωπικότητά του και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον πολιτικώς ενάγοντα - εγκαλούντα το και πρωτοδίκως επιδικασθέν σ' αυτόν ως άνω ποσό.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι ενομιμοποιείτο να παραστεί ο εγκαλών ως πολιτικώς ενάγων στην κατ' έφεση δίκη και του επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ως άνω αξιόποινη πράξη της ήδη αναιρεσείουσας ποσό που δεν υπερέβαινε το πρωτοδίκως επιδικασθέν δεν δέχθηκε παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, στο πρόσωπο του οποίου να μην συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση της πολιτικής αγωγής κατά τα άρθρα 63 και 64 Κ.Ποιν.Δ., ούτε επέτρεψε την παράστασή του κατά παράβαση της διαδικασίας που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής αυτής.
Δεν συνάγεται το αντίθετο από το περιεχόμενο της δήλωσης παραστάσεως πολιτικής αγωγής του εγκαλούντος στην δίκη κατ' έφεση, ότι το ανωτέρω ποσό χρηματικής ικανοποίησης ζήτησε για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, καθόσον όπως προαναφέρθηκε η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνεται κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε συνάγεται παραβίαση που να συνεπάγεται την προαναφερθείσα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παρανόμου παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος στην κατ' έφεση δίκη, από όσα δέχθηκε το Εφετείο, αφού κήρυξε ένοχη και καταδίκασε την ήδη αναιρεσείουσα μόνον για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως που τέλεσε αυτή στις 8-9-2003 με όσα ισχυρίσθηκε για τον ήδη πολιτικώς ενάγοντα, απευθυνόμενη στον Πρόεδρο του δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ενώπιον και άλλων παρευρισκομένων για το ότι είναι ναρκομανής και ομοφυλόφιλος ο εν λόγω αντίδικός της και όχι για άλλη πράξη συκοφαντικής δυσφημήσεως για την οποία κηρύχθηκε αυτή πρωτοδίκως αθώα.
Είναι δε αποδοτέα σε παραδρομή του κατ' έφεση δικάζοντος δικαστηρίου η συμπερίληψη των στερουμένων κατά τα προαναφερθέντα εννόμου επιρροής λέξεων κατ' εξακολούθηση στη διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία υποχρέωσε την ήδη αναιρεσείουσα να πληρώσει στον πολιτικώς ενάγοντα το επιδικασθέν ποσό ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η παραπάνω πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και είναι αβάσιμος και ο περιλαμβανόμενος στο δικόγραφο του κατ' άρθρο 509 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. υποβληθέντος προσθέτου λόγου αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 ιδίου Κώδικα για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.
Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση όπως το περιεχόμενό της διαμορφώθηκε με τον άνω πρόσθετο λόγο αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2010 δήλωση-αίτηση της Κ. Σ. του Δ., όπως το περιεχόμενο διαμορφώθηκε με τον από 3 Μαΐου 2010 πρόσθετο λόγο, για αναίρεση της 10052/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα: α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και β) στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Παναγιώτη Ξύδη, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ