Legislator Case Law & Legislation
2084/2009 AI generated

Adoption of adult child by spouse's wife allowed despite Cuban law restrictions under Greek public order.

Case Number 2084/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Court of Appeal's dismissal of an adoption request, ruling that the refusal violated Greek public order. The applicants, a Greek couple living together for over a decade, sought to adopt their adult daughter, who was the wife of the adopter, despite Cuban law prohibiting adoption of adults. The court held that the lack of a specific provision in Cuban law regarding adult adoption, combined with the long-standing cohabitation and the child's best interests, meant the adoption did not contravene Greek public order or morals. Consequently, the adoption was permitted under Article 1579 of the Greek Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1542, 1579 of the Greek Civil Code; Article 33 of the Civil Code: The adoption of an adult child by the spouse of the adopter is permitted under Greek law when the foreign law lacks a specific prohibition, provided the arrangement does not violate Greek public order or morals, considering the duration of cohabitation and the child's best interests.

Keywords

AI generated
adoption of adult child Greek public order foreign law conflict spouse's child adoption Cuban civil code best interests of child Article 1579 Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 1542 and 1579 of the Greek Civil Code
Article 1 of Law 2447/1996
Article 33 of the Greek Civil Code
Article 5, paragraph 1 of the Greek Constitution
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2084 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Υιοθεσία ενηλίκου τέκνου της συζύγου του υιοθετούντος. Δημόσια τάξη. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, γιατί στην προκειμενη περίπτωση παραβιάστηκε ευθέως ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33ΑΚ. Η μη χορήγηση εννόμου προστασίας λόγω ανυπαρξίας σχετικού κανόνα του Κουβανικού Δικαίου, το οποίο αγνοεί την υιοθεσία ενηλίκου, υπό τις εκτιθέμενες περιστάσεις, προσκρούει την εγχώρια δημόσια τάξη και τα ημεδαπά χρηστά ήθη.

Αριθμός 2084/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Γιαγιάννη και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2005 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2006 προδικαστική και 888/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3336/2007 μη οριστική και 1179/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/6/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 1/9/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1542 και 1579 ΑΚ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 του Ν. 2447/1996, η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο όταν ο υιοθετούμενος είναι τέκνο του συζύγου εκείνου που υιοθετεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, από της ισχύος του νέου νόμου (Ν. 2447/1996), καταργείται η υιοθεσία ενηλίκου, πλην της περιπτώσεως του άρθρου 1579 ΑΚ, δηλαδή όταν ο υιοθετούμενος είναι τέκνο του συζύγου του υιοθετούντος, με την οποία θεσπίζεται εξαίρεση στη γενική απαγόρευση της υιοθεσίας ενηλίκου.

Η διάταξη του άρθρου 1579 ΑΚ δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το Σύνταγμα αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 αυτού), αφού, από τη στιγμή που ο κοινός νομοθέτης αναγνωρίζει το θεσμό της υιοθεσίας, ο πυρήνας του δικαιώματος δεν θίγεται και μπορεί στην ελευθερία αυτή να επιβάλλει περιορισμούς κατά τρόπο αντικειμενικό, οι οποίοι δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Ούτε προσβάλλεται, κατά τον τρόπο αυτό, η κατοχύρωση της προστασίας της οικογένειας κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος και τη διάταξη του όρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. Δ. 53/1974, αφού αυτή δεν έχει την έννοια ότι εμποδίζει τον κοινό νομοθέτη από το να αλλάξει τις ρυθμίσεις για τους τρόπους σύστασης της οικογένειας.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23 ΑΚ, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 Ν. 2447/1996, και 33 ΑΚ, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους, δηλαδή του υιοθετούντος και του υιοθετούμενου, με τον όρο ότι οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζονται αν η εφαρμογή τους προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη της Ελληνικής Πολιτείας.

Το επιλαμβανόμενο δηλαδή Δικαστήριο, ως έχον, κατά τα ανωτέρω, την απαιτούμενη διεθνή δικαιοδοσία, θα κρίνει, εάν οι διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου, που τυγχάνουν εφαρμογής ως προς τον αλλοδαπό ενήλικο-υιοθετούμενο, παραβιάζουν ή όχι την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, και αν κατ' επέκταση θα εφαρμοσθούν ή όχι από αυτό, δεδομένου ότι η επιφύλαξη της δημόσιας τάξης, που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, είναι πρόκριμα στην εφαρμογή κάθε αλλοδαπής διάταξης και επομένως, όταν το εφαρμοστέο δίκαιο είναι αλλοδαπό δίκαιο, ο δικαστής προκαταρκτικά οφείλει να κρίνει αν αυτή προσαρμόζεται στην ημεδαπή δημόσια τάξη και συμβιβάζεται με αυτήν.

Τέλος, δημόσια τάξη, υπό την αναφερόμενη στο άρθρο 33 ΑΚ έννοια, είναι το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων και αρχών που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό, ο οποίος κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές (ΟλΑΠ 6/90).

Η δημόσια τάξη, ως ανασχετικός παράγων εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου, λειτουργεί περιπτωσιολογικά, και μόνη η άγνοια ή η απαγόρευση αυτή καθ' εαυτή ενός γνωστού σε εμάς θεσμού από το αλλοδαπό δίκαιο δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση, ότι η εφαρμογή του δικαίου αυτού κατ' ανάγκη προσκρούει στην ελληνική δημόσια τάξη, δηλαδή αυτό που προσκρούει ή όχι στη δημόσια τάξη δεν είναι ο κανόνας του αλλοδαπού δικαίου, αλλά η συγκεκριμένη εκάστοτε εφαρμογή του.

Ειδικότερα, ο δικάζων δικαστής δεν αξιολογεί το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο ούτε τον ειδικότερο εφαρμοστέο αλλοδαπό κανόνα δικαίου κατά τρόπο απόλυτο, γενικό και αφηρημένο. Εξετάζει μόνο κατά πόσο οι έννομες συνέπειες, οι οποίες θα παραχθούν στην ημεδαπή από την εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου επί των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών της κάθε ειδικότερης περίπτωσης, γίνονται ή όχι ανεκτές από τον κρατούντα στη χώρα μας βιοτικό κοινωνικό ρυθμό.

Περαιτέρω, επί αιτήσεως υιοθεσίας ενηλίκου με στοιχεία αλλοδαπότητας, όταν το υπό υιοθεσία ενήλικο πρόσωπο είναι αλλοδαπό και το δίκαιο της ιθαγένειάς του δεν προβλέπει τον θεσμό αυτό (της υιοθεσίας ενηλίκου), το δικαστήριο θα πρέπει να ερευνήσει εξατομικευμένα τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις (π.χ.

το ότι από ετών έχει αναπτυχθεί μία ουσιαστική γονική σχέση του υποψήφιου θετού γονέα με τον υιοθετούμενο, την τύχη του τελευταίου σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως κλπ), οι οποίες θα καθιστούσαν αφόρητη, για τις θεμελιώδεις, ως άνω, αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού δικαίου, την απόρριψη της αιτήσεως για το λόγο ότι το εφαρμοστέο, κατά το άρθρο 23 ΑΚ, ως προς το πρόσωπο του αλλοδαπού, δίκαιο δεν προβλέπει μία τέτοια υιοθεσία.

Τέλος, στην ημεδαπή έννομη τάξη το ενδιαφέρον σχετικά με το θεσμό της υιοθεσίας έχει επικεντρωθεί στο συμφέρον του υιοθετουμένου και στην παροχή δυνατότητας σε αυτόν να μεγαλώσει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον με ανάπτυξη σχέσεων στοργής και αφοσίωσης, με σωστή ηθική και πνευματική διαπαιδαγώγηση και με ομαλή εξέλιξη της προσωπικότητάς του.

Περαιτέρω, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ελέγχεται η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα "Ο πρώτος από τους εκκαλούντες, ελληνικής υπηκοότητας, γεννηθείς το 1954, και η μητέρα του δευτέρου αυτών εκ προηγούμενου γάμου της, τέλεσαν νόμιμο γάμο το έτος 1999.

Η τελευταία έχει αποκτήσει από τον πρώτο της γάμο τον δεύτερο αιτούντα, ενήλικο, άγαμο, ηλικίας ήδη 19 ετών (γεννηθέντα το έτος 1987), κουβανικής υπηκοότητας και ζητούν, για λόγους ηθικούς, οικογενειακούς και γενικότερα κοινωνικούς, να κηρυχθεί ο δεύτερος θετό τέκνο του πρώτου και να του επιτραπεί, αφού λάβει το επώνυμο του υποψηφίου θετού πατέρα του, να προσθέσει σε αυτό το πρώτο από τα επώνυμα, που ήδη φέρει.

Η αίτηση αυτή με την εγκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη βάσιμη, διότι, κατά το προεκτεθέν κουβανικό δίκαιο, το οποίον, είναι εφαρμοστέο κατά την έρευνα των ουσιαστικών προϋποθέσεων τέλεσης της υιοθεσίας ως προς τον δεύτερο των αιτούντων, ο οποίος έχει την κουβανική υπηκοότητα, αυτός δεν μπορεί να υιοθετηθεί, διότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αίτηση, ως γεννηθείς το έτος 1987, έχει συμπληρώσει το 16° έτος της ηλικίας του και το δίκαιο της ιθαγένειάς του δεν προβλέπει υιοθεσία ατόμου άνω των 16 ετών.

Κατά της τελευταίας απόφασης παραπονούνται, οι εκκαλούντες, με την κρινόμενη έφεσή των για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή του κουβανικού νόμου και για εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως, στο οποίο γίνεται αναφορά για αντίθεση με τα χρηστά ήθη, αφού η επικαλούμενη πολυετής συμβίωσης δημιούργησε συναισθηματικούς δέσμιους μεταξύ των, η δ' αιτούμενη υιοθεσία θα προάγει την ανάπτυξη της προσωπικότητας του δευτέρου τούτων, και επιδιώκουν, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, να γίνει δεκτή η αίτησή των.

Η κρινομένη έφεση, που έχει νομοτύπως κοινοποιηθεί και στον αρμόδιο Εισαγγελέα, με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί ουδείς εκ των ανωτέρω λόγων της είναι βάσιμος. Ειδικότερα, εκ της ανωτέρω πληροφορίας του Ι.Δ.&Α.Δ., η οποία αναφέρει, ότι μόνο άγαμοι ανήλικοι, κάτω των 16 ετών, δύνανται να υιοθετηθούν, κατ' αρθρ. 103 του οικογενειακού κώδικα της Κούβας, σαφώς συνάγεται, ότι το κουβανικό δίκαιο, για λόγους που δεν είναι ερευνητέοι υπό του Δικαστηρίου τούτου, δεν προβλέπει υιοθεσία κουβανού υπηκόου άνω των 16 ετών, ούτε η επικαλούμενη μακρόχρονη συμβίωση των αιτούντων καθιστά την έλλειψη αυτή ως αντικείμενη στα ημεδαπά χρηστά ήθη και έννομο τάξη, όπως έκρινε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης των αιτούντων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ως και η έφεση στο σύνολό της ως κατ' ουσία αβάσιμη".

Με τις ως άνω, όμως παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 33 του ΑΚ. Ειδικότερα, αντίθεση προς την ελληνική ιδ. δ. δ. δημόσια τάξη και τα ημεδαπά χρηστά ήθη δεν υφίσταται στην προκείμενη περίπτωση και πρέπει να χωρίσει η υιοθεσία βάσει της εσωτερικής εννόμου τάξεως, καθόσον η μη χορήγηση εννόμου προστασίας, λόγω ανυπαρξίας σχετικού κανόνα του κουβανικού δικαίου, το οποίο αγνοεί την υιοθεσία ενηλίκου, προσκρούει στην εγχώρια δημόσια τάξη και τα ημεδαπά χρηστά ήθη, ενόψει της από το 1999 μακρόχρονης (δεκαετούς) συμβιώσεως των αιτούντων, δηλαδή και πριν από την ενηλικίωση του δευτέρου εξ αυτών το 2003, και της, προφανώς, από τυχαίο γεγονός, υποβολής της αιτήσεως μετά την ενηλικίωσή του, και των λοιπών ιδιαιτέρων περιστάσεων, όπως του ότι πρόκειται περί υιοθεσίας από τον πρώτο αναιρεσείοντα, έλληνα υπήκοο, του τέκνου της συζύγου του, από άλλο γάμο αυτής, ο οποίος λύθηκε, και την επιμέλειά του ανέλαβε η σύζυγός του, και το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 1579 ΑΚ, επιτρέπει την υιοθεσία ενηλίκου συγγενούς ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί, στο δε κουβανικό δίκαιο δεν υπάρχει απαγόρευση για την εκούσια υιοθεσία ενηλίκου, σε συνδυασμό με τη θέληση αυτού, ως ενηλίκου ήδη, και το συμφέρον του να μεγαλώσει μέσα σε συγκεκριμένο οικογενειακό περιβάλλον, ως έκφραση των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της προσωπικής του ελευθερίας και της προστασίας της οικογένειας, που περιλαμβάνουν και το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής από τον προς υιοθεσία ενήλικο του οικογενειακού περιβάλλοντός του, πράγματα τα οποία ανάγονται σε αρχή του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, γιατί στην προκείμενη περίπτωση παραβιάσθηκε ευθέως ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 33 ΑΚ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 1179/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ