Legislator Case Law & Legislation
2084/2007 AI generated

2084/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2084/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2146/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6626/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/6/2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2084/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ , 1 του ν. 2112/1920 και 1,5 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2084 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2084/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "MULTIMEDIA ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπουτσή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2146/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6626/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/6/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 11/10/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ , 1 του ν. 2112/1920 και 1,5 του ν. 3198/1955 προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Είναι δε άκυρη ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου ή όταν διεκδίκησε νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, τα δικαιώματά του.

Περαιτέρω, αν στην εκ του άρθρου 656 αγωγή του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, περιλαμβάνεται και αυτοτελές αίτημα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας εκ του άρθρου 281 ΑΚ., πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο και να διαλαμβάνεται σχετικό αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας από την αιτία αυτή (ΑΠ 351/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτοντας στην αγωγή της, μεταξύ άλλων, ότι η εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της που, έλαβε χώρα στις ........., είναι καταχρηστική διότι α) έγινε από λόγους εχθρικούς και εκδικήσεως επειδή διεκδίκησε τα δικαιώματά της τόσο επί των νομίμων αποδοχών της όσο και για το ωράριο εργασίας της το οποίο εκείνη αυθαίρετα μετέβαλε από νυκτερινό σε απογευματινό και β) αρνήθηκε να συμφωνήσει στην αυθαίρετη από αυτήν μεταβολή του ωραρίου εργασίας της από νυκτερινό σε απογευματινό, διαμαρτυρηθείσα με προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας και με την άσκηση σχετικής αγωγής τόσο για τη μη καταβολή των νομίμων αποδοχών της όσο και για την βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη περιέχουσα όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση του αιτήματός της πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας είναι καταχρηστική ως γενομένη από λόγους εκδικήσεως. Επομένως το Εφετείο, που την έκρινε ορισμένη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ο δε έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχτηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί υπάρξεως ή μη δεδικασμένου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1858/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της, προσκόμισε στο Εφετείο την υπ' αριθμ. 1048/2003 τελεσίδικη απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε μεταξύ των αυτών διαδίκων επί προγενέστερης αγωγής της αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, και την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών, που προέκυπταν από τη μη εφαρμογή εκ μέρους της αναιρεσείουσας των εκάστοτε ισχυουσών κλαδικών ΣΣΕ μεταξύ της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ) και του Σωματείου της Ενώσεως Τεχνικών Ημερησίου και Περιοδικού Τύπου Αηθνών (ΕΤΗΠΤΑ), και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν, με την οποία κρίθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δε δικαιούται τις καθοριζόμενες από τις εν λόγω ΣΣΕ αποδοχές.

Τον ισχυρισμό αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της ζήτησε και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, τους οποίους υπολόγισε βάσει των ιδίων πιο πάνω ΣΣΕ, δεν ερεύνησε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο. Έτσι, υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πέμπτος λόγος αναιρέσεως ο οποίος, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, θεμελιώνεται στον αριθμό 8 και όχι 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν επιδικάστηκε το ποσό των 4.827,43 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από ........, που έλαβε χώρα η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας, μέχρι 1-3-2002, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ.580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας υποβαλλόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την επικαλούμενη εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, όπως προκύπτει από τις εν λόγω προτάσεις, αυτές κατατέθηκαν στον Γραμματέα αυτού του δικαστηρίου κατά την ημέρα της συζητήσεως της υποθέσεως, ήτοι στις 23-10-2007 και όχι ως την παραμονή αυτής, όπως επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 6626/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με σύνθεση από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ